Η σημασία της απεργίας στη Μαρικάνα

ΝΟΤΙΑ ΑΦΡΙΚΗ

Η σημασία της απεργίας στη Μαρικάνα

 

Η απεργία των εργατών στο ορυχείο λευκόχρυσου της εταιρείας Lonmin στη Μαρικάνα είναι ιστορική. Για πρώτη φορά από το 1994, μια σημαντική ομάδα εργατών βγήκαν ανοιχτά διαμαρτυρόμενοι εναντίον του “επίσημου” συνδικάτου του ANC/Κομμουνιστικού Κόμματος.  Αυτή δεν είναι η πρώτη απεργία χωρίς το ANC. Εργάτες στο εργοστάσιο της Mercedes-Benz στο Uitenhage, απέργησαν με μια καθαρά αριστερή και διεθνιστική πλατφόρμα κάποια χρόνια πριν. Ωστόσο, το εργοστάσιο δεν ήταν σημαντικό τμήμα της Mercedes-Benz διεθνώς και η απεργία ηττήθηκε, χωρίς σημαντικές επιπτώσεις. Έχουν υπάρξει και άλλες διαμαρτυρίες από το μισό εκατομμύριο εργατών στα ορυχεία της Νότιας Αφρικής αλλά είχαν περιοριστεί.

Η δολοφονία 44 ατόμων στο ορυχείο λευκόχρυσου της Lonmin στη Νότιο Αφρική έχει αποκαλύψει στον κόσμο την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων στη Νότιο Αφρική υπό το ANC και το Κομμουνιστικό Κόμμα.  Επιτέλους, τελειώνει η ψευδαίσθηση ότι ο Μαντέλα και το Κομμουνιστικό Κόμμα ανέτρεψαν ένα σύστημα διάκρισης και μαζικής φτώχειας για την πλειοψηφία και πλούτου και ευκαιριών για τους λίγους.

Τα συνδικάτα στο COSATU [Congress of South African Trade Unions], όπως και αυτά στη Σοβιετική Ένωση, ελέγχονταν από τους γραφειοκράτες που ήταν στην εξουσία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν και είναι στην κυβέρνηση που ήλεγχε και ελέγχει εισοδήματα και διορίζει το προσωπικό στις ηγετικές θέσεις των συνδικάτων. Ενα ανέκδοτο που κυκλοφορεί παρομοιάζει το Κομμουνιστικό Κόμμα να παίζει τένις με τον ίδιο του τον εαυτό. Κάνει σέρβις και τρέχει στο αντίπαλο γήπεδο για να αποκρούσει το μπαλάκι.

Γεγονός είναι ότι τα ηγετικά στελέχη του ANC, όπως ο για πολλά χρόνια γενικός γραμματέας του εργατικού συνδικάτου ανθρακωρύχων πριν από το 1994, Σύριλ Ραμοφόζα, είναι πολυεκατομμυριούχοι, έχουν μετοχές και θέσεις εργασίας σε μεγάλες εταιρείες εξόρυξης, συμπεριλαμβανομένης της Lonmin – στην περίπτωση του Ραμοφόζα.[1]  Οι μισθοί των συνδικαλιστών γραφειοκρατών είναι περίπου όπως οι μισθοί των γραφειοκρατών στα βρετανικά συνδικάτα, πολλαπλάσιοι πάνω από τους μισθούς των απλών εργατών.

“Σχεδόν όμως όλοι οι απεργοί νιώθουν ότι το αναγνωρισμένο Εθνικό Συνδικάτο Ανθρακωρύχων τους έχει απογοητεύσει – ενδιαφερόμενο περισσότερο για τα αφεντικά των ορυχείων και τους πολιτικούς ηγέτες παρά για τους εργάτες που δουλεύουν κάτω από τη γη. Το κυρίαρχο συνδικάτο (NUM) των ανθρακωρύχων μπόρεσε να διατηρήσει την ηρεμία στον τομέα περιορίζοντας τυπικά τη διάρκεια των απεργιών σε περιόδους που δεν βλάπτουν σε τελική ανάλυση τις εταιρείες εξόρυξης ή τους ανθρακωρύχους που χάνουν μόνο τους μισθούς τους”[2]

Οι μισθοί είναι άθλοι, ανεπαρκείς για την απόκτηση βασικών τροφίμων, πόσο μάλλον για αξιοπρεπή στέγαση. Παρά τη συζήτηση για το χτίσιμο εκατομμυρίων καλών σπιτιών για την πλειοψηφία το 1994, το κράτος δεν έκανε τίποτα, αφήνοντας το ζήτημα στον ιδιωτικό τομέα. Οι τεράστιες παραγκουπόλεις συνεχίζουν αν υπάρχουν. Η ακριβής κατάσταση με τους μισθούς είναι αμφιλεγόμενη καθώς η Lonmin μιλά για μισθούς ανά εργάτη γύρω στα 10.200 ραντ ενώ οι εργάτες λένε ότι ο μισθός είναι 4.200 ραντ[3] (13,5 ραντ = 1 στερλίνα). Όπως ανέφερε ένας παρατηρητής: “Οι μισθοί και τα ημερομίσθια αναλογικά με τον εθνικό πλούτο έχουν πέσει, σε σχέση με τα κέρδη, τις πρόσφατες δεκαετίες. Τα τελευταία 15 χρόνια, το πιο πλούσιο 20% ήταν οι μόνοι άνθρωποι που γνώρισαν αύξηση στα πραγματικά εισοδήματα, ενώ το κατώτερο τμήμα του πληθυσμού γνώρισε τεράστια μείωση”.[4] Αναμφίβολα και οι ανθρακωρύχοι του Lonmin έχασαν, λαμβάνοντας μισθούς που δεν αντιστάθμιζαν τον πληθωρισμό.

Εν συντομία, η αγορά κυριαρχούσε και φρόντιζε τους συνηθισμένους ευεργετούμενους.

Με την απότομη μείωση της παραγωγής χρυσού στη Νότιο Αφρική, από σχεδόν 1.000 τόνους στο απόγειό της σε λιγότερο από 200 τόνους σήμερα και πέφτοντας ραγδαία, η εξόρυξη λευκόχρυσου έχει πάρει τη θέση του ως το κύριο εξαγωγικό προϊόν της χώρας. Ένας ερευνητής τόνισε ότι η παραγωγή χρυσού συνεχίζει να πέφτει και ότι τα κύρια ορυχεία φτάνουν στο σημείο εξάντλησης[5], μετά από σημαντική περιβαλλοντική μόλυνση.

Η εταιρεία Anglo-American, ο Νοτιοαφρικάνικος κολοσσός έχει αποσυρθεί πλήρως από την εξόρυξη χρυσού. Έτσι έχουμε τη σημαντική άνθηση στην εξόρυξη λευκόχρυσου. Καθώς ο λευκόχρυσος είναι ο σημαντικότερος καταλύτης στις εξατμίσεις αυτοκινήτων ανά τον κόσμο και η Νότια Αφρική είναι η κύρια παραγωγός στον κόσμο, η μετακίνηση από το χρυσό στο λευκόχρυσο είναι επικερδής και σημαντική για την οικονομική βιωσιμότητα του Νοτιοαφρικάνικου καπιταλισμού. Αν η παραγωγή λευκόχρυσου μειωθεί στον οποιονδήποτε βαθμό θα δημιουργήσει πρόβλημα για τους παγκόσμιους κατασκευαστές αυτοκινήτων καθώς και για τις προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Η ίδια η απεργία μπορεί να ήταν λιγότερο άμεσα σημαντική αν οι αστυνομικοί δεν είχαν πυροβολήσει τους απεργούς. Η εταιρεία Lonmin θα μπορούσε να είχε διεξάγει διαπραγματεύσεις και να έρθει σε κάποιο είδος συμφωνίας είτε μέσω λοκ άουτ και μιας στρατηγικής πείνας ή μέσω παραχωρήσεων ή ενός συνδυασμού των δυο. Η περαιτέρω ενέργεια της κυβέρνησης να φυλακίσει 259 εργάτες με πρόθεση να τους κατηγορήσουν για το γεγονός της σφαγής, ως το σημείο να τους προσάγουν, ουσιαστικά με κατηγορίες δολοφονίας, είχε την αντίθετη επίδραση απ’ αυτή που επιθυμούσαν. Ανέδειξε το ζήτημα σε όλο τον πληθυσμό. Η κυβέρνηση του ANC/Κομμουνιστικού Κόμματος προσπαθεί να δικαιολογήσει τις ενέργειές της εξαπολύοντας μια αρνητική και αδικαιολόγητη προπαγάνδα για την απεργία, για τους απεργούς και για τους ίδιους τους πυροβολισμούς. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί μονάχα να οξύνει την κατάσταση. Με δεδομένες τις αναφορές βασανισμού των ίδιων των ανθρακωρύχων, η εταιρεία, η αστυνομία και το κράτος βρίσκονται κατηγορούμενοι ενώπιον της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Η έκθεση του Ιδρύματος Benchmark, “Κοινότητες στα Ορυχεία Λευκόχρυσου”, αναφέρει ότι οι ενέργειες εξόρυξης λευκόχρυσου στη Μαρικάνα “περιλαμβάνουν πολλές θανάσιμες απώλειες” και ότι “οι συνθήκες διαβίωσης υπό τις οποίες ζουν οι εργαζόμενοι της Lonmin είναι αποκρουστικές[6]”.

Ο Τζέι Ναϊντού, πρώην υπουργός στο υπουργικό συμβούλιο του Μαντέλα το 1994, έχει ασκήσει έντονη κριτική για την κατάσταση στη Νότια Αφρική.

«Πολλοί ηγέτες που ήταν σεβαστοί έχουν εγκαταλείψει τις πόλεις για ένα πολυτελές στυλ ζωής με Armani που παλιότερα ήταν αποκλειστικό μόνο στα κατάφυτα λευκά προάστια. Έχουν από καιρό χάσει την επαφή με τη δυσφορία που βράζει μέσα στην κοινωνία. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, από μια νέα ληστρική ελίτ διαμεσολαβητών που με επαίσχυντο τρόπο διαφθείρει κρατικούς αξιωματούχους και κλέβει αποζημιώσεις και άδειες. Καλύπτουν το έγκλημά τους, τη λεηλασία των κρατικών θησαυροφυλακίων, με μαχητική λαϊκίστικη ρητορική που ρίχνει λάδι σε μια ήδη δύσκολη πραγματικότητα[7]».

Ο Νέλσον Μαντέλα προέδρευσε της συμφωνίας όπου οι τυπικές διακρίσεις καταργήθηκαν αλλά η αγορά συνέχισε να κυριαρχεί. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι του ANC/Κομμουνιστικού Κόμματος έγιναν δισεκατομμυριούχοι και μια νεαρή αφρικάνικη μπουρζουαζία καθώς και μια μεσαία τάξη δημιουργήθηκαν, ενώ η κατάσταση της πλειοψηφίας δεν βελτιώθηκε. Για την εργατική τάξη, η μαζική ανεργία πάνω από το 40% παρέμεινε ενώ οι μισθοί δεν επαρκούν για την επιβίωση. Ο μέσος όρος ζωής είναι χαμηλός, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του AIDS, αλλά η επιδημία του AIDS θα μπορούσε να είχε μειωθεί κατά πολύ κι από πολύ νωρίτερα αν δεν υπήρχε η άρνηση για εφοδιασμό φαρμάκων κατά του ιού.

Με δεδομένη την εκροή κεφαλαίων από τη Νότια Αφρική, τόσο εξαιτίας της ροής κερδών από ορυχεία όπως η Μαρικάνα και επειδή η Νοτιοαφρικανική μεσαία τάξη και μπουρζουαζία στέλνουν τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό, χρήματα για επενδύσεις δεν έχουν πάει εκεί που απαιτούνται. Οι παραγκουπόλεις και η μεταναστευτική εργασία συνεχίζουν να υπάρχουν και το κρατικό πρόγραμμα στέγασης βασίζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η εθνικοποίηση των ορυχείων, υποτίθεται πως είναι ένας από τους στόχους του προγράμματος του ANC, της Χάρτας Ελευθερίας· αν και έχει αναζωογονηθεί παραμένει στο επίπεδο των «συζητήσεων», όπως συμβαίνει εδώ και δεκαοκτώ χρόνια.

Το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός, κι όχι η ύπαρξη διαφθοράς, η οποία υφίσταται αλλά δεν είναι η κύρια αιτία. Χωρίς την συλλογή από το κράτος των χρημάτων που κερδήθηκαν στα ορυχεία, για παροχές σε μισθούς, στέγαση κλπ., λίγα μπορούν να γίνουν. Η απεγνωσμένη πάλη για επιβίωση στη Νότια Αφρική σημαίνει ότι είναι από τις παγκοσμίως πρώτες χώρες στην εγληματικότητα, και συγκεκριμένα στους αριθμούς των διαπραχθέντων βιασμών. Η κυβέρνηση έχει κάνει ελάχιστα για να αλλάξει αυτή τη κατάσταση.

Για να καταλάβουμε τις ταξικές σχέσεις στη Νότιο Αφρική σήμερα είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη φύση του καπιταλισμού στη Νότιο Αφρική, πριν το 1994, αλλά και την ιστορία της πριν από εκείνη την εποχή. Ο συμβιβασμός της περιόδου 1989-1994 κατέληξε σε μια συμφωνία ότι δεν θα γινόταν καμιά απόπειρα πορείας προς το σοσιαλισμό ή έστω στη σοσιαλδημοκρατία. Αντιθέτως, μια αποκαλούμενη μαύρη μεσαία τάξη θα σχηματιζόταν κι οι παλιές διακρίσεις θα καταργούνταν, αλλά η υπάρχουσα μεσαία επαγγελματική τάξη μέσα κι έξω από τις δημόσιες υπηρεσίες θα παρέμενε διατηρώντας τις απολαβές της άθικτες, ενώ οι επιχειρήσεις δεν θα αγγίζονταν. Η αποκαλούμενη μαύρη εξουσιοδότηση αποτελούσε ένα μικρό στρώμα μαύρων στην κορυφή του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου και του Κομμουνιστικού Κόμματος, συν μερικούς άλλους. Ακόμα κι έτσι, η κεντρική διοίκηση και η ιδιοκτησία των πιο σημαντικών μεγάλων επιχειρήσεων παραμένει εκεί που ήταν πάντα. Η νομικά συμφωνημένη μετακίνηση του μεγάλου κεφαλαίου στη Χρηματιστηριακή Αγορά του Λονδίνου απέδειξε που βρίσκεται η εξουσία.

Από την άλλη, συμφωνήθηκε πως η Νότιο-Αφρικανική κυβέρνηση θα διατηρούσε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Όντως, μετατράπηκε στον αγαπημένο μαθητή του Δ.Ν.Τ. Η ανεργία, επομένως, παρέμεινε στα επίπεδα του 40-60% του εργατικού δυναμικού, οι μισθοί χαμηλοί και η στέγαση άθλια. Δεν προσπάθησε καν να μιμηθεί την σοσιαλδημοκρατική πολιτική των Δυτικό-Ευρωπαϊκών χωρών μεταπολεμικά και να προχωρήσει  προς τη βιομηχανική ανάπτυξη, ένα κράτος που θα παρείχε στεγαστική πολιτική, με πλήρη απασχόληση κλπ. Ούτε προσπάθησε πάνω σε αυτό να αντιγράψει την πολιτική της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, παρόλο που παρακινήθηκε να πράξει αναλόγως από φίλα προσκείμενους οικονομολόγους. Αυτό θα περιελάμβανε ένα προμελετημένο πρόγραμμα υψηλών δασμών και υποστήριξης στο χτίσιμο της βιομηχανίας. Τα ANC/ΚΚ ίσως να είχαν να παλέψουν με τους φίλους τους στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη αλλά τουλάχιστον θα είχε καταγραφεί ότι προσπάθησαν.

Αυτό δεν ήταν τίποτα λιγότερο από τη νίκη της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης στη Νότια Αφρική, που πάντα εναντιωνόταν στο «απαρτχάιντ» προτιμώντας να προσλαμβάνει όσο φτηνότερη εργασία ήταν δυνατόν. Η διάκριση ενάντια στους λεγόμενους «μη-λευκούς» ήταν μια πολιτική που η καπιταλιστική τάξη αποδέχτηκε σαν μέσο για τη διατήρηση του ίδιου του καπιταλισμού, χρησιμοποιώντας τους λευκούς εργαζόμενους σαν ένα προνομιούχο στρώμα εργαζομένων που θα μπορούσε να αστυνομεύει την βιομηχανία και το οικονομικό σύστημα σαν όλο. Παρ’ όλ’ αυτά, μια τέτοια οικονομική μορφή ήταν ακριβή κι αναποτελεσματική, και επομένως, η καπιταλιστική τάξη στη Νότια Αφρική, και στη Δύση, δεν δυσαρεστήθηκε όταν ανακάλυψε ότι μπορούσε να το αποσύρει χωρίς να ανησυχεί για την σταθερότητα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Επιτυχημένες συνομιλίες πάνω στο θέμα, ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, διεξήχθησαν στη Γενεύη. Την ίδια στιγμή η καπιταλιστική και μεσαία τάξη των Αφρικάνερ, απέσυραν την στήριξή τους στην ίδια τους την προνομιούχα εργατική τάξη, ενώ η εσωτερική αντιπολίτευση ενσωματώθηκε αποτελεσματικά.

Το Νότιο-Αφρικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα πιθανότατα ήταν το πιο δουλοπρεπώς Σταλινικό από όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα, έχοντας την αμφιλεγόμενη διάκριση της υποστήριξης στην επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία πριν από το γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει μονάχα ότι βρέθηκαν σαστισμένοι όταν η Σοβιετική Ένωση έπαψε να υπάρχει αλλά και το ότι θα συνέχιζαν την ατέρμονη γραμμή των σταδίων. Με άλλα λόγια, στο πρώτο στάδιο θα αντιμετώπιζαν το απαρτχάιντ, μετά κάτι άλλο και μετά κάτι άλλο κλπ. μέχρι που κάποια στιγμή, στο μακρινό μέλλον, θα σκεφτόντουσαν και για τον καπιταλισμό. Χωρίς καμιά κατανόηση της παρούσας φάσης του καπιταλισμού, αποδέχτηκαν την πραγματικότητα και έγιναν διαχειριστές της μετάβασης σε έναν κλασικό καπιταλισμό, χωρίς το βαρίδι των φυλετικών διακρίσεων. Αναπόφευκτα, αυτό σήμαινε ελάχιστες ή και καθόλου αλλαγές για την πλειοψηφία. Όντως, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αναγκαστικά οδήγησε στη παρούσα κρίση του Καπιταλισμού, κι αυτό επιδείνωσε την κατάσταση στη Νότια Αφρική.

Φυσιολογικά, η μέθοδος της κατάργησης των παλιών φυλετικών διακρίσεων δεν άλλαξε την πραγματική κατάσταση της πλειοψηφίας αλλά τους λήστεψε από τα μέσα για να την αλλάξουν. Τα επίσημα συνδικάτα δρουν για τα συμφέροντα αυτών που διοικούν το ίδιο το σύστημα. Γι’ αυτό και η απεργία των εργατών λευκόχρυσου είναι μια νέα διακήρυξη ταξικού πολέμου που μπορεί μόνο να αντηχήσει σε όλη τη Νότια Αφρική, στην Αφρική και στον υπόλοιπο κόσμο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένα κόμμα για να περατώσει το ζήτημα.

 

[1]  https://www.lonmin.com/downloads/NOM_2012.pdf

[2]  Business Recorder, Karachi, “Η Νότια Αφρική αναζητά ειρήνη στα ορυχεία, οι μισθολογικές συμφωνίες μπορεί να είναι απατηλό όνειρο

http://www.brecorder.com/agriculture-a-allied/183/1232092/

[3] Andrew England:“Νότια Αφρική: ένα ορυχείο σε διαμάχη”

Financial Times, London, August 24th 2012, http://www.ft.com/cms/s/0/69e9becc-edcd-11e1-8d72-00144feab49a.html#axzz24yZ9yZ35, 30 Αυγούστου 2011.

[4] Micah Reddy: “Μαρικάνα, το τελευταίο κεφάλαιο σ’ ένα μεγάλο ταξίδι.”Mail & Guardian, Johannesburg, South Africa, http://mg.co.za/article/2012-08-24-00-marikana-the-latest-chapter-in-a-long-saga

[5] “…Πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα χρυσορυχεία Witwatersrand σήμερα έχουν εξαντληθεί κατά το 95% και ο ρυθμός παραγωγής θα πέφτει συνέχεια κάτω από τους 100 τόνους ανά έτος την επόμενη δεκαετία. Με δεδομένα τα ενεργειακά και περιβαλλοντικά προβλήματα που σχετίζονται με το συνεχή υπόγειο έλεγχο, τη μόλυνση των αποθεμάτων νερού από τα ορυχεία και τη δυνατότητα διευρυμένης μόλυνσης υδραργύρου και άλλων παραγόντων μόλυνσης, οι ένδοξες μέρες της εξόρυξης χρυσού στη Νότιο Αφρική  φαίνεται να φτάνουν στο ατιμωτικό τέλος τους”. C.J.H. Hartnady

[6] «Η σφαγή στα ορυχεία της Lonmin θέτει πάλι στην ημερήσια διάταξη την εθνικοποίηση»

The Guardian, 29 Αυγούστου 2012, http://www.guardian.co.uk/global-development/poverty-matters/2012/aug/29/south-africa-lonmin-mine-massacre-nationalisation?newsfeed=true

[7] Jay Naidoo: Το ξύπνημα για την ελίτ της Νότιας Αφρικής. Financial Times, London, 27 Αυγούστου 2012.

 

 

 Νέα Προοπτική τεύχος #533# Σάββατο 15 Σεπτέμβρη 2012