Μια μεγάλη αγνοημένη του ρεμπέτικου. Η Στέλλα Χασκήλ και η εποχή της

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΝΟΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Η Στέλλα Χασκήλ και η εποχή της


Τα τραγούδια που ανέδειξε με την ερμηνεία της η μεγάλη αυτή τραγουδίστρια του ρεμπέτικου σημάδεψαν ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή, αυτή της εμφυλιοπολεμικής και μετεμφυλιοπολεμικής Ελλάδας, και σιγοτραγουδήθηκαν από χιλιάδες χείλη ενώ είναι πασίγνωστα και στις μέρες μας.

Κι όμως, ένα βαρύ και παράξενο πέπλο λήθης σκεπάζει για πάνω από 50 χρόνια την παρουσία της Στέλλας Χασκήλ στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι των πόλεων, παρότι κατά γενική ομολογία των περισσοτέρων δημιουργών του ρεμπέτικου είναι, αν όχι η σημαντικότερη, από τις σπουδαιότερες μαζί με τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Μαρίκα Νίνου και την Ιωάννα Γεωργακόπουλου.

Η Στέλλα γεννιέται στη Θεσσαλονίκη το 1918, κόρη του Χαΐμ Γάεγος και της Πέρλα Κουμχί. Αν και η οικογένειά της ήταν γνωστοί σεφαραδίτες σιδηρέμποροι της Θεσσαλονίκης, θα ασχοληθεί από μικρή με το τραγούδι και θα κάνει ερασιτεχνικές εμφανίσεις σε λαϊκά κέντρα της πόλης. Την ίδια περίοδο θα κάνει και την πρώτη εμφάνισή της στη δισκογραφία με 2 τραγούδια επιθεωρησιακού ύφους, χρησιμοποιώντας το πατρικό της επίθετο Γάεγος.

Λίγο πριν την Κατοχή θα κατέβει στην Αθήνα με την προτροπή της άλλης μεγάλης σεφαραδίτισσας του ρεμπέτικου, της Ρόζας Εσκενάζυ.1

Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα η αδερφή της Ραχήλ συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Άουσβιτς ενώ η υπόλοιπη οικογένεια της θα καταφέρει να καταφύγει κοντά στη Στέλλα στην Αθήνα.

Τα  μαύρα χρόνια της Κατοχής εμφανίζεται, κυριολεκτικά κάτω από την μύτη των Γερμανών και των τσολιάδων, στο λαϊκό μαγαζί της οικογένειας των Αυστριακών μουσικών Μπέρναν στην Ομόνοια, οι οποίοι και την προστατεύουν2. Χρησιμοποιεί παραλλαγμένο για προφανείς λόγους το πατρικό της (Γαέγου αντί Γάεγος) και κρύβεται με την οικογένειά της με την βοήθεια των οργανώσεων του ΕΑΜ στο Χαϊδάρι, στο Βοτανικό και στο Μεταξουργείο.3

Μετά την απελευθέρωση το 1945 παντρεύεται με τον επιζώντα του Άουσβιτς, Ιακώβ (Τζάκο) Ιεχασκέλ, εξ ου και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Χασκήλ, με το οποίο θα μεσουρανήσει στα πάλκα και τη δισκογραφία. Στο τέλος του 1946 θα μπει στα στούντιο της Κολούμπια για να ηχογραφήσει τα πρώτα τραγούδια της και πολύ σύντομα θα αποτελέσει έναν από τους στυλοβάτες του ρεμπέτικου τραγουδιού, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο.

Μετά τον παραγκωνισμό των δημιουργών κι ερμηνευτών της μικρασιατικής σχολής του ρεμπέτικου, ήδη από την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας στο στίχο και την μουσική, το 1937, και τον θάνατο πολλών κάτω από τραγικές συνθήκες κατά την περίοδο της Κατοχής (Β. Παπάζογλου, Π. Τούντας, Κ. Σκαρβέλης, Α. Νταλγκάς, Γ. Κάβουρας, Σ. Γαβαλάς κ.α.) περνούν σιγά σιγά στο περιθώριο, παρ’ ότι ακόμα νέοι, και οι πρωτεργάτες του Πειραιώτικου ρεμπέτικου Μ. Βαμβακάρης, Στρ. Παγιουμτζής, Γ. Μπάτης, Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), Στ. Κηρομύτης.

Μια σειρά νέων συνθετών (Α. Καλδάρας, Μπ. Μπακάλης, Γ. Μητσάκης, Γ. Λούκας, Μαν. Χιώτης, Στ. Τζουανάκος, Σπ. Καλφόπουλος, Γ. Τατασόπουλος κ.α.) εμφανίζονται στο προσκήνιο και μαζί με τους παλαιότερους Βασ. Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου και Απόστολο Χατζηχρήστο θα κυριαρχήσουν στο λαϊκό μουσικό στερέωμα.

Οι κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν το ρεμπέτικο αλλάζουν και τεράστιες μάζες της υπαίθρου βίαια εκριζωμένες από το εμφυλιοπολεμικό κράτος του ζόφου, εγκαθίστανται στις φτωχογειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων.

Το ρεμπέτικο, κάτω από σκληρές συνθήκες λογοκρισίας και διώξεων θα αποτυπώσει ανάγλυφα το κλίμα της τραγικής αυτής εποχής με μια σειρά τραγουδιών, τα λεγόμενα τραγούδια «διπλής ανάγνωσης».

Με θεματολογία φαινομενικά την ξενιτιά, την εγκατάλειψη, τον αφόρητο ερωτικό πόνο, το ανικανοποίητο, υπονοούν (σύμφωνα με δηλώσεις των δημιουργών τους) το μαρτύριο ενός ολόκληρου κόσμου που ξεψυχά στις φυλακές, στα ξερονήσια, στις κορφές των βουνών, ή στοιβάζεται στις άθλιες κατασκηνώσεις «ανταρτόπληκτων» στις παρυφές των πόλεων.

Άλλωστε, πολλοί δημιουργοί του ρεμπέτικου (Σπ. Καλφόπουλος, Μπ. Μπακάλης, Χρ. Λουρετζής, ο Ορφέας Κρεούζης, τραυματίας της μάχης του Θησείου, κ.α.) θα γνωρίσουν τις περιποιήσεις του αστικού κράτους στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, και θα παραμείνουν άγνωστοι οι περισσότεροι ηχογραφώντας ελάχιστα κομμάτια στα μικρά διαλείμματα του Γολγοθά τους. Ένα μεγάλο μέρος λοιπόν αυτών των τραγουδιών θα ερμηνεύσει ανεπανάληπτα η μεγάλη Εβραία τραγουδίστρια.

Δύο απ’ αυτά, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα και το «Κάποια μάνα αναστενάζει»4 των Βασίλη Τσιτσάνη – Μπάμπη Μπακάλη, παρ’ ότι θα απαγορευτούν σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία τους, θα διαδοθούν στόμα με στόμα, σε όλα τα λαϊκά στρώματα και θα γίνουν παντοτινά μνημεία της λαϊκής μεγαλοσύνης του ταπεινού αλλά ρωμαλέου ρεμπέτικου.

Η ερμηνεία της Στέλλας είναι ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στην πληθωρική παρουσία της Μαρίκας Νίνου και στη δωρική-λιτή της Σωτηρίας Μπέλλου. Κουβαλά μαζί της τη μεγάλη σεφαραδίτικη μουσική παράδοση της Θεσσαλονίκης, το μικρασιατικό μινόρε και την απλότητα του πειραιώτικου ρεμπέτικου, και τα συνδυάζει αρμονικά χωρίς υπερβολές, με μια ευγένεια και απλότητα που την χαρακτήριζαν άλλωστε και σαν άνθρωπο.

Η Στέλλα Χασκήλ θα εμφανιστεί σχεδόν σε όλα τα μεγάλα λαϊκά κέντρα της Αθήνας (Πίγκαλς, Ροσινιόλ, Τζίμη του Χοντρού, Τριάνα, Μάριου κ.α.) και θα ηχογραφήσει 102 τραγούδια, τα περισσότερα μικρά μουσικά διαμάντια. Θα σβήσει πρόωρα σε ηλικία 36 ετών από καρκίνο το 1954, αφήνοντας ορφανό από μια μεγάλη φωνή το ρεμπέτικο που βαδίζει κι αυτό προς τους τίτλους τέλους του. Η φωνή της θα συντροφεύει πάντα με μια ιδιαίτερη ευαισθησία τους καημούς, τους πόθους, τα όνειρα των απλών λαϊκών ανθρώπων και θα τους προσφέρει ζεστασιά και παραμυθία.

(1)       Ρόζας Εσκενάζυ: Αυτά που θυμάμαι εγώ, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1982, σελ. 80

(2)       Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη: Μάγκες αλήστου εποχής – 24 ρεμπέτικα πορτραίτα, εκδ. ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, 2005, σελ. 123

(3)       Αφήγηση του λοχαγού του ΕΛΑΣ Αθήνας Γιάννη Κρητικού (Άρη) στον γράφοντα τον Απρίλη του 2001.

(4)       Το τραγούδι σύμφωνα με τον Μπάμπη Μπακάλη θα γραφτεί το 1945 απ’ τον ίδιο όταν ήταν αιχμάλωτος των Άγγλων στο Ελ-Ντάμπα, μετά τα Δεκεμβριανά.

Ποιος θυμάται τη Στέλλα Χασκήλ;

Στον Η.Β.Κ. που αναζήτησε τα ίχνη της

Φωνή που βγαίνει από στόμα λυπημένο

και που δε χόρτασε της δόξας το φιλί

πλανιέται τώρα σε παράδεισο χαμένο

κι όλα τα μάταια του κόσμου αναπολεί

Την ξέρω μόνο από μια φωτογραφία

κι ίσως την είδα στ’ όνειρό μου μια φορά

μαύρα μαλλιά σαν του Θεού καλλιγραφία

κίτρινο άστρο στο λαιμό της να φορά

Σεφαραδίτικο μικρό πουλί κι αηδόνι

κανείς δε ρώτησε να μάθει το γιατί

κορίτσι ξένο στο σκοτάδι που απλώνει

ποια δειλινά κι ακρογιαλιές αναζητεί

Ψάχνω τα ίχνη της να βρω στο πήγαινε’ έλα

μοναστηρίου Κομνηνών Καρόλου Ντηλ

μα ποιος θυμάται να μου πει γι’ αυτή τη Στέλλα

με το παράξενο επώνυμο Χασκήλ

10. 02. 03 Ηλίας Α. Κατσούλης

Τραγούδι του Ηλία Κατσούλη, πρώτη δημοσίευση «Δίφωνο» (αρ. 91)

Νέα Προοπτική τεύχος #533# Σάββατο 15 Σεπτέμβρη 2012