ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΤΥΠΟ

ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΤΥΠΟ

Πώς αποτυπώνεται η Kατοχή 1941-44, οι κατοχικές κυβερνήσεις και οι φασίστες κατακτητές στον «νόμιμο» κατοχικό τύπο της εποχής; Aυτό είναι το θέμα της ερευνήτριας του Παντείου πανεπιστημίου Mαρ. Aντωνοπούλου.

Συνολικά, η M. A. επεξεργάστηκε 180 τεύχη των εφημερίδων, μεταξύ των οποίων εκείνες με την μεγαλύτερη κυκλοφορία: Καθημερινή, Ελεύθερον Βήμα, Βραδινή, Ακρόπολις, Πρωινός Τύπος, Εστία, Αθηναϊκά Νέα που εκδίδονταν στην Ελλάδα, και κάποιες που εκδίδονταν στο εξωτερικό: Ταχυδρόμος, Ελεύθερος Τύπος, Ελληνικόν Αίμα, Ελευθερία.

Η κεντρική υπόθεση εργασίας, είναι πως ο νόμιμος τύπος της κατοχής μέσα από την προπαγάνδα υπέρ της ναζιστικής Γερμανίας και των δοτών ελληνικών κυβερνήσεων είχε ως στόχο τον εκφοβισμό του ελληνικού λαού και την δημιουργία της στρεβλής αντίληψης για την συνέχιση εν μέσω πολέμου της Normalität της καθημερινότητας. Ο κεντρικός άξονας της προπαγάνδας δεν ήταν άλλος από την εύρεση ερεισμάτων ανάμεσα στους κατακτημένους με στόχο όχι μόνο την μη συμμετοχής τους σε πράξης αντίστασης αλλά και την έστω παθητική συμμετοχής τους υπέρ της νέας θεσμικής εξουσίας. Θέτοντας στο επίκεντρο των περισσοτέρων κειμένων τόσο την αναγνώριση των κάθε λογής δυσχερειών του ελληνικού λαού, λόγω του πολέμου  αλλά και την ίδια την ανεξάρτητη ύπαρξη της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων, προσπαθούν να αποποιηθούν τον ρόλο τους, ενώ ταυτόχρονα τον αναγνωρίζουν. Η ίδια η απασχόληση και η ανησυχία για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής των κατακτημένων, από την πείνα και την φτώχεια έως και τον θάνατο στη μάχη αλλά και την αναγνώριση της ανεξάρτητης υπόστασης του ελληνικού έθνους από τους ίδιους τους κατακτητές και τα φερέφωνα τους στον τύπο της εποχής, είναι οι ίδιοι οι οποίοι παραχωρούν την ταυτότητά τους σ’ ένα απρόσωπο υποκείμενο. Ο κατακτητής και υπαίτιος του πολέμου δεν αλλάζει απλά ρόλο αλλά υπενδύεται ταυτόχρονα τα ρούχα του. Το υποκείμενο του κακού δεν είναι πλέον αυτός, αλλά ένα απρόσωπο Άλλο και συνάμα οι Σύμμαχοι και οι αντιστασιακές οργανώσεις με διαφορετικό τρόπο και υπόσταση. Η ύπαρξη αυτού του δίπολου παραμένει ζωντανή ακόμα στην διακυβέρνηση Ράλλη, κατά την οποία εάν και το βάρος μετατοπίζεται στην πάταξη του εσωτερικού κομμουνιστικού εχθρού, τα κύρια σχήματα με τα οποία λειτούργησε η εγχώρια και γερμανική προπαγάνδα παραμένουν ιδιαίτερα εμφανή.

Κατοχικές κυβερνήσεις. Ο εσωτερικός διάλογος

Οι τρεις διορισμένες κυβερνήσεις της κατοχής [Tσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Pάλλης]  χρησιμοποιούν τον έντυπο Τύπο για την προπαγάνδα της ίδιας της ύπαρξής τους και του έργου που καλούνται να επιτελέσουν. Στοχεύουν στην παθητική έστω συμπαράσταση του ελληνικού λαού, αλλά όπως ήδη έχει διαφανεί χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές προβολής ενώ εστιάζουν και σε διαφορετικά κάθε φορά θέματα. Άλλωστε η διεξαγωγή του πολέμου τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας, δεν είναι μια σταθερή διαδικασία αλλά αλλάζει συνεχώς. Οι προσδοκίες σε σχέση με την έκβαση του πολέμου αλλά και ο τρόπος πρόσληψης της συνέχειας και της αντίληψης για την διάρκεια και την σταθερότητα ή μη του πολέμου τόσο στο μέτωπο όσο και στο εσωτερικό της Ελλάδας καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και την εστίαση στις εκάστοτε ανάγκες της προπαγάνδας των κυβερνήσεων. Έτσι ενώ και οι τρεις ασχολούνται με τα προβλήματα της καθημερινής ζωής αλλά και την ιδεολογική χειραγώγηση του λαού αναφορικά με το παρελθόν αλλά και το παρόν, εντούτοις οι διαφορές στην έκταση αλλά και στην βαρύτητα που δίνεται σε κάθε κατηγορία, όπως αυτές ενέσκηψαν από την έρευνα, είναι καθοριστικής σημασίας.

Η κυβέρνηση Τσολάκογλου εστιάζει την προπαγάνδα της σε τρεις κύριους άξονες. Ο πρώτος άξονας είναι η ρήξη της με τις μεταξικές κυβερνήσεις και έτσι και ο πλήρης διαχωρισμός της από την «κυβέρνηση της Κρήτης» αρχικά, και έπειτα, του Καΐρου, η αναμόρφωση του πολιτειακού συστήματος της χώρας όπως αυτό υπήρξε από την δικτατορία της 4ης Αυγούστου και έπειτα. Ο δεύτερος αφορά την συνύπαρξη αυτής και έτσι και του ελληνικού λαού με τον γερμανικό στρατό και διοίκηση. Σε αυτό το επίπεδο, η κυβέρνηση καταβάλλει την έντονη προσπάθεια να δημιουργήσει την εικόνα της φιλικής συνύπαρξης όχι με τον νικητή αλλά με αυτό που αρχικά ονομάσαμε «απρόσωπο άλλο». Ο κατακτητής δεν εμφανίζεται ως νικητής έναντι του ελληνικού στρατού, αλλά ως φίλος, συμπαραστάτης και προστάτης του. Έχει διττό ρόλο, από την μια ως θεσμός, στον οποίο πρέπει να υποταχθεί ο ελληνικός λαός, αλλά και ταυτόχρονα ως δύναμη βοήθειας. Αναγνωρίζεται έτσι ο άσχημος χαρακτήρας της κατοχής και υποτέλειας της χώρας, αλλά ταυτόχρονα καταβάλλονται προσπάθειας να εμφανιστεί και ο ακέραιος χαρακτήρας της εθνικής υπόστασης της χώρας. Ο τρίτος άξονας αφορά τα ίδια τα προβλήματα της καθημερινότητας, για τα οποία η κυβέρνηση μεριμνά στον βαθμό που η ίδια θεωρεί ότι είναι υπαίτια της πρόκλησής τους. Κομβικό σημείο στην κατανόηση του τρόπου παρουσίασης τόσο της ίδιας όσο και την αποσιώπησης γεγονότων, είναι η αντίληψη που διαφαίνεται μέσα από τις πρακτικές της σε σχέση με την έννοια του χρόνου του πολέμου. Βρισκόμαστε στην αρχή της κατοχής, η γερμανική πολιτική και στρατιωτική μηχανή φαίνεται αήττητη και η κατοχή της χώρας βαθαίνει στον ορίζοντα. Τόσο ο ίδιος ο κατακτητής όσο και η ελληνική κυβέρνησή του θέλει να δώσει το αίσθημα της διάρκειας και της σταθερότητας στο συγκεκριμένο καθεστώς, η μη ύπαρξη οργανωμένης ακόμα λαϊκής αντίδρασης αφήνει το περιθώριο για την σταδιακή εγκαθίδρυση του τρόμου και του εκφοβισμού.

Η βραχύβια κυβέρνηση Λογοθετόπουλου θα είναι απλά ο ενδιάμεσος κρίκος, χωρίς να παρουσιάσει ιδιαίτερα θεαματικές μεταβολές στην τακτική που κρατά η κυβέρνηση Τσολάκογλου στους τρεις κύριους άξονες που αναπτύξαμε. Εντούτοις βρισκόμαστε στα μέσα την κατοχικής περιόδου, το αντάρτικο παίρνει σάρκα και οστά και η κυβέρνηση αρχίζει να στρέφει την προσοχή της και σε αυτό με πολύ πιο ενεργητικό τρόπο. Αρχίζει έτσι η αντι-εαμική και αντικομμουνιστική προπαγάνδα να αναπτύσσεται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς από ό,τι νωρίτερα. Σε αυτήν την ιστορική στιγμή η διάρκεια της γερμανικής κατοχής αρχίζει να ταράζεται και ο λόγος για το μέλλον δεν αφορά τον κατακτητή αλλά τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Η μετατόπιση από το παρελθόν και το παρόν, που είναι κυρίαρχη στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, στο μέλλον είναι ακριβώς το στοιχείο εκείνο που την καθιστά μεταβατική.

Επί κυβέρνησης Ράλλη αν και αυτή θα βασιστεί στους κύριους άξονες που έθεσε η προπαγάνδα της πρώτης διορισμένης πρωθυπουργίας, εντούτοις και καθώς πλησιάζουμε στην ήττα της ναζιστικής μηχανής, ο λόγος θα σταματήσει να αφορά τόσο το παρελθόν όσο το ίδιο το διαφαινόμενο μέλλον. Και αυτή η κυβέρνηση θα αναφερθεί στην ρήξη της με το μεταξικό καθεστώς αλλά κυρίως με την προδοτική στάση της «κυβέρνησης του Καΐρου» και στις σχέσεις αυτής με τους Άγγλους. Ο τρόμος όμως μπροστά στην κομμουνιστική απειλή, όπως αυτός κατανοείται μέσα από την επικράτηση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα κάνουν την κυβέρνηση Ράλλη να επικεντρωθεί όχι τόσο στην ίδια την πραγματικότητα της γερμανικής κατοχής αλλά στα καθ’ ημάς. Ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας των διαγγελμάτων και η συνεχής ενασχόληση με τον ίδιο τον ελληνικό λαό όχι σε σχέση με τον κατακτητή αλλά σε σχέση με την ελληνική καθημερινότητα έξω από αυτόν, είναι η κεντρική διαφορά με την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο Ράλλης δεν χρειάζεται πια να εστιάσει στις σχέσεις με τον κατακτητή, αυτές είναι εδραιωμένες και οδεύουν προς την τελική ρήξη αλλά στις σχέσεις του ελληνικού λαού με την δική του εγχώρια εξουσία. Οι απεργίες, το αντάρτικο και τα σύμφωνα που υπογράφει η εξόριστη κυβέρνηση με τους Άγγλους αναφορικά με το μέλλον της απελευθερωμένης Ελλάδας, στρέφουν το βλέμμα στο μέλλον και όχι στο παρόν και στο παρελθόν. Η σφοδρή αντικομμουνιστική προπαγάνδα, ο εκφοβισμός και η επικράτηση του κράτους του τρόμου αφορούν πλέον όχι την υποταγή στον κατακτητή αλλά στους έλληνες υποστηρικτές του. Ο Ράλλης δεν προσπαθεί να κρύψει όπως ο Τσολάκογλου ότι είναι διορισμένος, δεν τον ενδιαφέρει τόσο το θέμα της υποτέλειας της χώρας, όσο ο εσωτερικός κίνδυνος που προβάλλει όμως από την Ανατολή. Το ζητούμενο πια δεν είναι η σύνδεση με το παρελθόν και η διάρκεια, αλλά το μέλλον και η διαφαινόμενη συνολική αλλαγή και έτσι ανατροπή.

Κατοχικές κυβερνήσεις και καθημερινότητα

Α) Επισιτισμός
Ο επισιτισμός του ελληνικού λαού ήταν από τα κύρια προβλήματα της κατοχικής περιόδου, η κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν εκείνη που ήρθε κυρίως αντιμέτωπή του. Όπως είδαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο από τις πρώτες κιόλας μέρες της ανάληψης των καθηκόντων του ο νέος πρωθυπουργός καλλιέργησε το κλίμα για την δυσκολία που θα προέκυπτε σχετικά με το θέμα της διατροφής τον χειμώνα του 1941-42. Επέρριψε όλες τις ευθύνες στις μεταξικές κυβερνήσεις και έδωσε έμφαση στο αόριστο μέλλον, όπου θα έδρεπαν καρπούς οι νέες στρατηγικές της γεωργίας που ο ίδιος είχε σχεδιάσει. Κατά την διάρκεια του τρομερού λιμού, η εμφανής αποσιώπησή του από τον νόμιμο έντυπο τύπο καταδεικνύει τον τρόπο που η κυβέρνηση θέλησε να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο θέμα. Η καταγραφή από τον Τύπο της έκτασης του προβλήματος που στοίχισε πάνω από 500.000 ανθρώπινες ζωές είναι ιδιαίτερα ελλειμματική, σποραδικά εμφανίζονται κάποια άρθρα για τον ρόλο που πρέπει να παίξει η φιλανθρωπία καθώς και στην μεγαλοθυμία των Γερμανών και των Ιταλών στην προσφορά τροφίμων. Η κυβέρνηση μη μπορώντας προφανώς να έρθει αντιμέτωπη με το ίδιο το πρόβλημα προτιμά να το αποσιωπά, όπως επίσης και να διοχετεύει το μερίδιο ευθύνης της και στον ίδιο το δοκιμαζόμενο λαό. Αυτόν το ρόλο παίζει εξάλλου τόσο η προσπάθεια μέσω λογοτεχνικών αφηγήσεων ή και άρθρων σχετικά με την βοήθεια που πρέπει να παράσχουν οι πλούσιοι στους πιο ευάλωτους πολίτες. Τα άρθρα αυτά δεν μας απασχόλησαν καθώς δεν έχουν αναφορές στην ίδια την κυβέρνηση και δεν αφορούν τον τρόπο που αυτή ή οι ενέργειές της αποτυπώνονται στον Τύπο, έτσι δεν θα επεκταθούμε περισσότερο.

Σε αντίθετη κατεύθυνση κινούνται οι δυο επόμενες κυβερνήσεις, όταν πλέον το ζήτημα του επισιτισμού έχει εν πολλοίς λυθεί. Ιδιαίτερα επί πρωθυπουργίας Ράλλη αναγγέλλεται ήδη από το καλοκαίρι του 1943 η ύπαρξη μεγάλων αποθεματικών σε είδη διατροφής, χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση τόσο του ιδίου όσο και των κατοχικών δυνάμεων και της Ιταλίας. Η προπαγάνδα υπέρ των κατακτητών είναι προφανής, όπως και οι λόγοι για τους οποίους αυτή συντελείται.

Β) Μαύρη Αγορά

Κατά την πρωθυπουργία Τσολάκογλου και καθώς όπως ήδη αναλύσαμε ο ίδιος θέλει όχι μόνο να φανεί αρεστός αλλά και να αποδείξει ότι παράγει έργο αναφορικά με τα προβλήματα της καθημερινότητας υπάρχουν σχεδόν καθημερινά άρθρα που αφορούν την πάταξη της μαύρης αγοράς και την σύλληψη όσων διαπράττουν το αδίκημα της αισχροκέρδειας. Τα μονόστηλα εμφανίζονται συνήθως στην δεύτερη σελίδα των εφημερίδων και αναφέρουν τα ονόματα και τα «εγκλήματα» των συλληφθέντων. Βέβαια, συνήθως αυτά αφορούν μικροκλοπές και μικροπαραβάσεις του νόμου, εάν κανείς τα εξετάσει ενδελεχώς. Η δύναμη που παρέχει όμως ο Τύπος στην εξουσία μπορεί να δημιουργήσει την στρεβλή εικόνα στον αναγνώστη ότι η κυβέρνηση πραγματικά ενδιαφέρεται όχι μόνο για την επίλυση του προβλήματος αλλά και για την παραδειγματική τιμωρία των δραστών. Τι άλλο νόημα, εξάλλου, μπορεί να έχει η δημοσίευση των ονομάτων και των λεπτομερειών κάθε σύλληψης;

Η κυβέρνηση Ράλλη ενώ διατηρεί τον συγκεκριμένο τρόπο εμφάνισης στις εφημερίδες των παρανομούντων επί αισχροκέρδειας, εντούτοις  η έκταση είναι σαφώς μικρότερη. Εντύπωση προκαλεί βέβαια το γεγονός ότι λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση το θέμα επανέρχεται με τρανταχτά πρωτοσέλιδα, υπό την μορφή όχι μόνο της διαπόμπευσης αλλά και του εκφοβισμού σχετικά με τα μέτρα που προτίθεται να πάρει η κυβέρνηση. Η μαύρη αγορά έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ κατά τους τελευταίους μήνες της κατοχής και η αποσιώπηση του φαινομένου, όπως έπραξε ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου σχετικά με τον λιμό, φαίνεται ως η πιο επιτυχής μορφή προπαγάνδας.

Γ) Εργασία

Το θέμα της εργασίας ανακύπτει αναφορικά με την ζήτηση εκ μέρους της Γερμανίας εργατικών χεριών από τις υπό κατοχή χώρες. Ενώ κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης Τσολάκογλου η προώθηση του συγκεκριμένου θέματος είναι αρκετά περιορισμένη, κατά την διάρκεια της θητείας της τρίτης διορισμένης κυβέρνησης το θέμα παίρνει πιο μεγάλες διαστάσεις, με σχεδόν καθημερινές αναφορές στις εφημερίδες. Ενώ δεν παύουν και τα άρθρα που διαφημίζουν αφενός τις συνθήκες διαβίωσης στη ναζιστική Γερμανία και αφετέρου η καταδίκη κάθε προπαγάνδας που γίνεται στο εσωτερικό της Ελλάδας εκ μέρους ύποπτων μηχανισμών σχετικά τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στο Ράιχ. Και σε αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση βρίσκει ερείσματα για την αντικομουνιστική της προπαγάνδα.

Δ) Πληθωρισμός

Εάν επί κυβερνήσεως Τσολάκογλου το κεντρικό πρόβλημα ήταν ο επισιτισμός και ο μεγάλος λιμός, το αντίστοιχό του ήταν η τρομακτική άνοδος του πληθωρισμού επί της τρίτης κατοχικής διακυβέρνησης. Ο Ράλλης ακολουθεί πιστά την μέθοδο της απόκρυψης του προβλήματος. Αντίθετα διαφημίζει την αύξηση στα ημερομίσθια μέσω δικών του πάντα παρεμβάσεων. Ο τρόπος κάλυψης του θέματος δεν αφορά μόνο την αποσιώπηση του αλλά και την αντιστροφή του.

Ε) Ο λόγος ενάντια στην αντίσταση

Ο λόγος ενάντια στην αντίσταση του ελληνικού λαού είναι από τα πιο σημαντικά θέματα που θίγονται ή αποσιωπούνται στις εφημερίδες της κατοχής. Με την σιγουριά που μας προσφέρει η ύστερη ιστορική γνώση αλλά και με το μάτι του υποκειμένου της εποχής, μπορούμε να κατανοήσουμε ξεκάθαρα την ύπαρξη δυο διαφορετικών πραγματικοτήτων μέσα στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1941-44. Η Ελλάδα που υπακούει τον κατακτητή ή τον υπομένει παθητικά και η Ελλάδα που αντιστέκεται στις πόλεις, στην ύπαιθρο και στα βουνά, με στόχο όχι μόνο την απελευθέρωση από το ναζιστικό ζυγό αλλά και την δημιουργία ενός νέου μέλλοντος σε σαφή ρήξη και με το πολιτειακό γίγνεσθαι του Μεσοπολέμου. Για την Ελλάδα της υποταγής και της παθητικότητας η εφημερίδες βρίθουν από ειδήσεις, λογοτεχνικά κείμενα που την εξυμνούν καθώς και από διαγγέλματα των πρωθυπουργών της που προσπαθούν να την προσεταιρισθούν και να την πείσουν για το «καλώς καμωμένο» της πράξης της. Για την άλλη Ελλάδα που αντιστέκεται, τουφεκίζεται, βασανίζεται, φυλακίζεται, ο τύπος της εποχής, όπως άλλωστε θα περιμέναμε, είτε δεν ομιλεί είτε διαστρεβλώνει τις πράξεις της, διασπείρει ψευδείς ειδήσεις και την καταγγέλλει είτε μέσω του φόβου και του τρόμου, όπως η κυβέρνηση Ράλλη είτε μέσω νουθεσιών, όπως η κυβέρνηση Τσολάκογλου.

Η σαφής προσπάθεια που γίνεται είναι η απόκρυψη αυτής της άλλης Ελλάδας, είναι η αποφυγή της αναφοράς σε αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο. Ο ελληνικός λαός ως δρών υποκείμενο ενάντια στον κατακτητή και τους συνεργάτες του δεν πρέπει όχι μόνο να εμφανιστεί ως τέτοιος αλλά να αποκρυφτεί με κάθε τρόπο η ίδια του η ύπαρξη. Και ενώ η κυβέρνηση Τσολάκογλου προσπάθησε είτε να νουθετήσει του Κρήτες, είτε να παρουσιάσει τις μάχες που συντελέστηκαν στο ελληνικό νησί ωσάν αυτό να μην ήταν μέρος του ελληνικού κράτους, η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου αναγκάστηκε έστω και ακροθιγώς να καταφερθεί ενάντια στην αντίσταση. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει η στάση του τύπου αλλάζει καθοριστικά κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης Ράλλη, όταν πια το αντάρτικο δεν μπορεί να αποκρυφτεί αλλά πρέπει με όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους να κατανικηθεί. Είναι η ίδια η αλλαγμένη πραγματικότητα που οδηγεί την πρωθυπουργία αυτή να αλλάξει στάση, και πιο πολύ ο επιθανάτιος βρόγχος του ναζιστικού κτήνους που βρυχάται στις κάθε είδους πράξης αντίστασης.

Ο Ράλλης θα προβεί σε μια λυσσαλέα αντικομμουνιστική προπαγάνδα όταν βέβαια επιλέγεται να αναφερθεί στην ύπαρξή της. Αφού και μόνο η υπόνοια ότι υπάρχει δυνατότητα αντίστασης και μάλιστα επιτυχούς ώστε να δημιουργήσει τέτοιους αμυντικούς μηχανισμούς στην μέχρι πρότινος πανίσχυρη εξουσία, θα την αναγκάσει να στρέψει όλα της τα μέσα ενάντιά της, μπορεί να ενδυναμώσει τις κινητήριες εκείνες δυνάμεις που στρέφουν τον κόσμο από την παθητικότητα στην ενεργοποίηση. Στόχος δεν είναι μόνο να κατασυκοφαντηθεί το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και έτσι να νικηθεί, αλλά να τρομοκρατηθεί το παθητικό υποκείμενο τόσο σε σχέση με τα αντίποινα της εξουσίας, άμα την ενεργοποίηση του, όσο και σε σχέση με τις βουλές και προθέσεις των αγωνιστών του. Η κύρια προπαγάνδα αφορά την αντιπατριωτική του στάση, αφού, υποτίθεται, δεν στρέφει τα όπλα του ενάντια στους Γερμανούς αλλά ενάντια στους ίδιους τους Έλληνες, υπονοείται έτσι και η θρασυδειλία των μελών του, καθώς επίσης και οι απάνθρωπες μέθοδοι που χρησιμοποιεί ενάντια στα θύματά του. Όσο και εάν αποκρύπτεται το γεγονός της βαρβαρότητας των Γερμανών απέναντι σε όλο τον ελληνικό λαό, η βιωματική εμπειρία του κόσμου είτε μέσω γεγονότων είτε μέσω του φόβου προς τον κατακτητή, την κρατάει ζωντανή, η προσπάθεια εκ μέρους της κυβέρνησης είναι η άμεση σύγκριση των πρακτικών των κομμουνιστών με αυτές των κατακτητών.

Mαριζέτα Aντωνοπούλου

Νέα Προοπτική τεύχος#547# Σάββατο 6 Απριλίου 2013