130 χρόνια χωρίς τον Φρίντριχ Ένγκελς αλλά και μαζί του

Εισαγωγικό Σημείωμα: Στις 5 Αυγούστου 2025 συμπληρώθηκαν 130 χρόνια από τον θάνατο του Φρίντριχ Ένγκελς. Κι όμως, η φωνή του παραμένει παρούσα, όχι ως ηχώ ενός μακρινού 19ου αιώνα, αλλά ως επίκαιρη, ζωντανή, επαναστατική πυξίδα μέσα στη θύελλα του 20ού και του 21ου αιώνα. Στον αιώνα των παγκόσμιων πολέμων, της καπιταλιστικής κρίσης, της αποικιοκρατικής λεηλασίας και της ανόδου των νέων μορφών βαρβαρότητας, η σκέψη και η πράξη του Ένγκελς παραμένουν όχι απλώς ιστορική παρακαταθήκη, αλλά εργαλείο αγώνα για τους καταπιεσμένους.

Η επέτειος αυτή δεν μας καλεί σε μνημόσυνο, αλλά σε κινητοποίηση. Ο Ένγκελς δεν υπήρξε ποτέ απλώς «ο φίλος του Μαρξ»· υπήρξε ο συνδημιουργός τής πιο ριζοσπαστικής ιδέας που γνώρισε η ανθρωπότητα: ότι ο κόσμος μπορεί και πρέπει να αλλάξει από τα χέρια εκείνων που παράγουν. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική πρόοδος συμβαδίζει με την κοινωνική οπισθοδρόμηση, όπου η επιστημονική γνώση εργαλειοποιείται για κέρδος και καταστροφή, η ενότητα της επιστήμης και της επανάστασης που υπηρέτησε ο Ένγκελς είναι πιο αναγκαία από ποτέ.

Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να «ξανασυστήσει» τον Ένγκελς όχι ως υποσημείωση της ιστορίας, αλλά ως θεμελιωτή και στρατηγό της. Να δείξει το εύρος του έργου του -από την πολιτική οικονομία και τη φιλοσοφία, μέχρι τη διαλεκτική της φύσης και την ανάλυση της ταξικής κοινωνίας- και να αναδείξει γιατί, 130 χρόνια μετά, η κληρονομιά του δεν ανήκει στα αρχεία, αλλά στις ζωντανές μάχες της εποχής μας.

Φρίντριχ Ένγκελς

Όταν το όνομα του Φρίντριχ Ένγκελς προφέρεται στον δημόσιο λόγο, συνήθως το συνοδεύει ένας ψίθυρος – «ο βοηθός του Μαρξ», «ο πιστός φίλος», «ο επιμελητής των έργων του Καρλ». Πρόκειται για μια από τις συνειδητές ή ασυνείδητες ιστορικές παραχαράξεις του ρόλου που διαδραμάτισε αυτός ο γίγαντας της σκέψης, της επιστήμης και της επαναστατικής πράξης. Κι όμως, τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Ο Ένγκελς δεν ήταν σκιά, αλλά ακτινοβόλος δημιουργός· δεν υπήρξε απλώς συνοδοιπόρος, αλλά θεμελιωτής και συνιδρυτής τού επιστημονικού σοσιαλισμού· όχι απλώς μεταφραστής του Μαρξ, αλλά ισότιμος αρχιτέκτονας της διαλεκτικής και ιστορικής υλιστικής μεθόδου· όχι μόνο θεωρητικός, αλλά και οργανωτής της επανάστασης – στρατηγός της Ιστορίας, οραματιστής ενός κόσμου χωρίς εκμετάλλευση.

Η κατεστημένη αστική ιστοριογραφία, και οι αναθεωρητές τής ψευτοαριστεράς μαζί της, προσπάθησαν επίμονα να περιορίσουν τον Ένγκελς στον ρόλο του γραμματειακού βοηθού, του πιστού χορηγού ή, στην καλύτερη περίπτωση, του εκλαϊκευτή των δύσκολων εννοιών του Μαρξ. Η αλήθεια όμως είναι διαλεκτικά πιο ορμητική: ο Μαρξισμός δεν θα υπήρχε χωρίς τον Ένγκελς – όχι μόνο επειδή τον «έθρεψε» οικονομικά, αλλά επειδή τον συγκρότησε θεωρητικά.

Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την έννοια της πολιτικής οικονομίας ως επιστήμη της ταξικής εξουσίας, που αντιλήφθηκε την εργασία ως δημιουργική μεταβολή της φύσης, που έθεσε τα θεμέλια για τη σύνθεση φυσικής και κοινωνικής επιστήμης στη βάση της διαλεκτικής. Ήταν εκείνος που πρώτος διέβλεψε την ενότητα των νόμων της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης, πολύ πριν αυτή η ενότητα επιβεβαιωθεί από την ίδια την επιστημονική εξέλιξη.

Μαζί με τον Μαρξ, σμίλεψαν έναν θεωρητικό κόσμο που δεν είχε σκοπό να ερμηνεύσει απλώς τον υπάρχοντα, αλλά να τον ανατρέψει εκ θεμελίων. Ένα οπλοστάσιο ιδεών που δεν αρκείται στην κατανόηση της ιστορίας, αλλά την καθιστά πεδίο μάχης, με την εργατική τάξη στην πρωτοπορία. Ο Ένγκελς, σε αυτή τη μάχη, ήταν στρατιώτης και στρατηγός, επιστήμονας και ποιητής του επαναστατικού μέλλοντος.

Η συμβολή του δεν τελειώνει στην επιμέλεια του Κεφαλαίου. Εκτείνεται από τη φιλοσοφία ως την ανθρωπολογία, από τη φυσική ιστορία ως τη στρατηγική τέχνη, από την πάλη κατά του ρεφορμισμού ως την οικοδόμηση του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Ήταν ο διαλεκτικός στοχαστής που συνέλαβε την ιστορία ως υλική κίνηση· ο μαχητής που είδε μέσα από την ομίχλη του βιομηχανικού Μάντσεστερ το φως του κομμουνιστικού ορίζοντα.

Ο Ένγκελς υπήρξε το αντίθετο του ρόλου που του απέδωσαν: ήταν εκείνος που υπέγραψε την επιστημονική καταδίκη του καπιταλισμού, και ταυτόχρονα, ο ποιητής του σοσιαλισμού που έρχεται. Αν ο Μαρξ έγραψε το Κεφάλαιο, ο Ένγκελς χάραξε το δρόμο για να γίνει αυτό όπλο της τάξης μας – της τάξης που δεν έχει τίποτα να χάσει παρά τις αλυσίδες της.

Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των νέων αποικιοκρατιών, της οικολογικής καταστροφής και των ταξικών πολέμων, η κληρονομιά του Φρίντριχ Ένγκελς δεν είναι απλώς επίκαιρη – είναι επαναστατικά αναγκαία. Είναι η φωνή του μέλλοντος μέσα στην καταιγίδα του παρόντος· η μνήμη της Ιστορίας που επιμένει πως ο κόσμος δεν αλλάζει με ευχές, αλλά με αγώνα. Και σ’ αυτόν τον αγώνα, ο Ένγκελς δεν είναι συνοδός του Μαρξ, αλλά συνοδοιπόρος κάθε αγωνιζόμενου εργάτη που παλεύει για την ανατροπή του κόσμου της εκμετάλλευσης.

Ο Ένγκελς δεν «ήταν Μαρξιστής». Ήταν ο ίδιος ο Μαρξισμός σε κίνηση

Με την ταπεινότητα που τον διέκρινε, ο ίδιος ο Ένγκελς θα αποδεχόταν, ίσως, τον χαρακτηρισμό του «πρώτου Μαρξιστή» — με εκείνο το αδιόρατο, ήρεμο χαμόγελο του ανθρώπου που ξέρει τη σημασία του, αλλά δεν νιώθει την ανάγκη να την επιβάλει. Όμως η ιστορική αλήθεια δεν αντέχει τις σεμνότητες: ο Ένγκελς δεν ήταν απλώς ο πρώτος που ακολούθησε τον Μαρξ – ήταν ο συνοδοιπόρος που τον βρήκε, τον αμφισβήτησε, τον ενέπνευσε, τον συμπλήρωσε και τον ανέδειξε μέσα από μια ζωντανή, επαναστατική σχέση αλληλεπίδρασης.

Η Μαρξιστική θεωρία -η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης- δεν ήταν ο μονόλογος ενός «μεγαλοφυούς απομονωμένου νου», όπως θέλουν να την παρουσιάζουν τόσο οι προσωπολάτρες όσο και οι εχθροί της. Ήταν προϊόν διαλεκτικής σύγκρουσης και συνάντησης δύο κόσμων: της φιλοσοφικής κριτικής παράδοσης του Μαρξ, βουτηγμένης στον Χέγκελ, τον Φόιερμπαχ και τη γερμανική διανόηση· και της βιωματικής γνώσης του Ένγκελς για την εργατική τάξη, την καθημερινή υλική αθλιότητα και τη λειτουργία του καπιταλισμού από μέσα, στο Μάντσεστερ της πρώιμης βιομηχανικής επανάστασης.

Ο ένας, γιος δικηγόρου, εξερευνητής των αφηρημένων μορφών του Δικαίου και της Ιδέας. Ο άλλος, γιος βιομήχανου, μαθητής των μηχανών, των μύλων και του καπνού. Ο Μαρξ παρατηρούσε τις δομές του κράτους και τις αντιφάσεις της φιλοσοφίας· ο Ένγκελς παρατηρούσε τις νύχτες των εργοστασίων, τις άθλιες εργατογειτονιές, τα παιδιά που πέθαιναν πριν φτάσουν στην ηλικία της εκμετάλλευσης. Ήταν αυτοί οι δύο κόσμοι που ενώθηκαν, όχι στη βάση ενός συναισθηματικού δεσμού, αλλά πάνω στο κοινό τους αυστηρά επιστημονικό και επαναστατικό καθήκον: να αποκαλύψουν τους νόμους της ανθρώπινης ιστορίας, για να την αλλάξουν.

Η συνάντησή τους στο Παρίσι το 1844 δεν ήταν απλώς το ξεκίνημα μιας μεγάλης φιλίας· ήταν το σημείο έκρηξης μιας θεωρητικής δύναμης που θα μετουσίωνε τον γερμανικό ιδεαλισμό σε επαναστατικό υλισμό και τη διάχυτη οργή της εργατικής τάξης σε συνειδητή στρατηγική για την απελευθέρωσή της. Ο Μαρξ αναγνώρισε στον Ένγκελς όχι μόνο έναν ομόψυχο, αλλά έναν άνθρωπο που, ερχόμενος από άλλη διαδρομή, είχε φτάσει στα ίδια ριζοσπαστικά συμπεράσματα – και μάλιστα νωρίτερα.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν υπήρχε «μαρξισμός» χωρίς τον Ένγκελς. Ούτε η κριτική της πολιτικής οικονομίας, ούτε η συγκρότηση του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, ούτε η οργανωτική πολιτική πράξη που οδήγησε στη δημιουργία των Διεθνών δεν μπορούν να νοηθούν δίχως τη συνεισφορά του. Ο Ένγκελς δεν “υιοθέτησε” τον Μαρξισμό – τον δημιούργησε μαζί με τον Μαρξ.

Κι έτσι, μέσα από τη σύζευξη της σκέψης και της πράξης, της θεωρίας και του βιώματος, της φιλοσοφίας και της πολιτικής, του Μάντσεστερ και της Κολονίας, γεννήθηκε η πιο επικίνδυνη ιδέα της ανθρώπινης ιστορίας: ότι ο κόσμος δεν είναι στατικός, δεν κυβερνάται από θεούς ή τύχη· αλλά από ανθρώπους, σχέσεις, υλικές αντιφάσεις· κι ότι αυτές μπορούν να ανατραπούν, αν το θελήσουν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι.

Από αυτή τη διαλεκτική συνάντηση των δύο ανθρώπων, γεννήθηκε η επιστήμη της κοινωνικής χειραφέτησης -η θεωρία της παγκόσμιας εργατικής τάξης- ο Μαρξισμός. Και η αλήθεια αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται χωρίς αστερίσκους: ο Ένγκελς υπήρξε όχι απλώς ο πρώτος Μαρξιστής, αλλά συνδημιουργός του ίδιου του μαρξισμού.

Από την πολιτική οικονομία στη φιλοσοφία: τα πρώτα θεμέλια της υλιστικής σκέψης

Η καθοριστική τομή ήρθε το 1844, όταν ο νεαρός Φρίντριχ Ένγκελς δημοσίευσε το εμβληματικό του δοκίμιο «Σχεδίασμα Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» (Umrisse zu einer Kritik der Nationalökonomie), ανοίγοντας τον δρόμο για την πρώτη πραγματική υλιστική θεώρηση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο κείμενο αυτό, ο Ένγκελς διέλυσε τον ιδεολογικό μύθο της «ουδέτερης» οικονομίας και αποκάλυψε ότι η φτώχεια, η εξαθλίωση, η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση των εργαζομένων δεν είναι ατυχείς συνέπειες ή εξαιρέσεις, αλλά δομικά και αναγκαία αποτελέσματα της ίδιας της καπιταλιστικής σχέσης: της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της εμπορευματικής μορφής της εργασίας.

Σε εκείνες τις σελίδες, αποκαλύπτεται για πρώτη φορά μια υλιστική, ταξική ανάλυση της οικονομίας, που σπάει τον αστικό ορίζοντα και οδηγεί σε μια νέα, επαναστατική σύλληψη του κοινωνικού. Ο Ένγκελς έδειξε πως η αστική κοινωνία στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αντίφαση: από τη μια πλευρά η συσσώρευση πλούτου σε ελάχιστα χέρια – και από την άλλη η γενικευμένη εξαθλίωση της εργατικής τάξης, που στερείται τα μέσα ζωής και υποχρεώνεται να πουλά την εργατική της δύναμη για να επιβιώσει.

Αυτή η κριτική δεν ήταν απλώς «ριζοσπαστική». Ήταν επιστημονικά επαναστατική, διότι πήγαινε κατευθείαν στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων, χωρίς ηθικολογικές υπεκφυγές ή ανθρωπιστικούς συμβιβασμούς. Και αυτή ακριβώς η συγκροτημένη επίθεση στις βάσεις της πολιτικής οικονομίας ήταν που καθηλώνει τον Μαρξ, ο οποίος βλέπει με θαυμασμό έναν νέο άνθρωπο να φτάνει, μέσα από άλλη διαδρομή, στα ίδια συμπεράσματα με εκείνον, ο οποίος μέχρι τότε κινούνταν στον χώρο της φιλοσοφίας και της πολιτικής.

Η συνάντησή τους στο Παρίσι, λίγους μήνες αργότερα, δεν είναι απλώς προσωπική – είναι ιστορική. Εκεί, σε μόλις δέκα ημέρες εντατικής συζήτησης και κοινής αναζήτησης, διαμορφώνεται το θεωρητικό οπλοστάσιο της εργατικής τάξης. Από εκείνη τη στιγμή, η διαλεκτική παύει να είναι μόνο φιλοσοφικό εργαλείο και γίνεται όπλο κοινωνικού μετασχηματισμού. Η φιλία Μαρξ και Ένγκελς θεμελιώνεται όχι μόνο σε συναισθηματική εγγύτητα, αλλά σε βαθιά συμφωνία θεωρητικής αντίληψης και επαναστατικής στρατηγικής.

Το 1844, με το έργο Η Αγία Οικογένεια και ακόμη περισσότερο το 1845–46 με το μνημειώδες χειρόγραφο της Γερμανικής Ιδεολογίας, οι δύο στοχαστές διακηρύσσουν τη ρήξη με όλη τη μέχρι τότε φιλοσοφία, είτε θρησκευτική είτε υλιστική με τη στενή έννοια, και διατυπώνουν με καθαρότητα τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Για πρώτη φορά διατυπώνεται με επιστημονική ακρίβεια η θεμελιώδης αρχή του μαρξισμού: «Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει την ύπαρξη, αλλά η κοινωνική ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδηση».

Αυτή η πρόταση δεν είναι απλώς φιλοσοφική θέση. Είναι επαναστατική δήλωση πολέμου σε κάθε ιδεαλιστική και μεταφυσική αντίληψη της ιστορίας και της κοινωνίας. Δεν είναι οι ιδέες που κινούν την ιστορία, ούτε οι ήρωες, οι «μεγάλοι άνδρες» ή οι «θεόπνευστες αποκαλύψεις». Είναι οι υλικές κοινωνικές σχέσεις, η παραγωγή, η κατανομή του πλούτου, η σύγκρουση μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, που γεννούν και διαμορφώνουν την ανθρώπινη σκέψη, την ηθική, τη φιλοσοφία, την τέχνη, τη θρησκεία.

Αυτή είναι και η μεγάλη τομή των δύο στοχαστών: η φιλοσοφία παύει να λειτουργεί ως αυτοαναφορικός στοχασμός κι αποκτά χειροπιαστή αποστολή: να μετασχηματίσει τον κόσμο. Από τούδε και στο εξής, δεν αρκεί να ερμηνεύουμε τον κόσμο με θεωρίες – οφείλουμε να τον αλλάξουμε μέσω της πράξης, της οργάνωσης, της πάλης.

Η διαλεκτική δεν είναι πλέον αφηρημένο εργαλείο στοχασμού, αλλά επιστημονική αντανάκλαση των ίδιων των κινήσεων της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης. Η υλιστική βάση της ιστορίας καθιστά την πάλη των τάξεων το κεντρικό «μοτέρ» της κοινωνικής εξέλιξης. Από εκεί και πέρα, η ιστορία παύει να είναι μια χρονολογική παράθεση βασιλέων και πολέμων, και γίνεται το πεδίο της σύγκρουσης μεταξύ τάξεων, συμφερόντων, παραγωγικών σχέσεων.

Έτσι, από το Σχεδίασμα Κριτικής ως τη Γερμανική Ιδεολογία, το θεωρητικό έργο του Ένγκελς συνδιαμορφώνει τον Μαρξισμό όχι ως φιλοσοφικό σύστημα, αλλά ως «επιστήμη» της επανάστασης. Και αυτή η επιστήμη γεννήθηκε ακριβώς με τη σύνδεση της κριτικής της φιλοσοφίας με την ανάλυση και κριτική της πολιτικής οικονομίας, στη διασταύρωση των δρόμων του Μαρξ και του Ένγκελς. Μια διασταύρωση που δεν υπήρξε ποτέ απλώς ιστορική – αλλά αναγκαία.

Ο πρώτος «κοινωνιολόγος» της επιστήμης

Σε αντίθεση με τους ιδεαλιστές της εποχής του – που έβλεπαν τη φύση ως παγωμένη, αμετάβλητη σκηνή πάνω στην οποία ξετυλίγεται ένα προαιώνιο δράμα ανθρώπινης σκέψης, ηθικής και θεϊκής πρόνοιας – ο Φρίντριχ Ένγκελς αντιλήφθηκε τη φύση ως μια ατέρμονη διαδικασία κίνησης, μεταβολής και μετασχηματισμού. Όπως η κοινωνία μεταβάλλεται με βάση τις υλικές της αντιφάσεις, έτσι και η φύση δεν είναι ένα ουδέτερο, στατικό σκηνικό αλλά ένα πεδίο ζωντανής, αντιφατικής και διαλεκτικής εξέλιξης.

Στο ανυπέρβλητο έργο του «Η Διαλεκτική της Φύσης», ο Ένγκελς δεν επιχείρησε να “εφαρμόσει” αυθαίρετα τη διαλεκτική στη φυσική επιστήμη -όπως τον κατηγορούν με άγνοια οι μεταγενέστεροι ιδεαλιστές και αναθεωρητές- αλλά να ανακαλύψει τους διαλεκτικούς νόμους μέσα στη φύση την ίδια. Δεν πρόκειται για εισαγωγή φιλοσοφικών αξιωμάτων σε έναν εξωτερικό κόσμο, αλλά για μια επιστημονική αποκάλυψη της εσωτερικής λογικής της ίδιας της φυσικής διαδικασίας.

Η φύση δεν είναι μηχανιστικό ρολόι, όπως νόμιζαν οι φυσικοί του Διαφωτισμού· είναι κίνηση γεμάτη αντιφάσεις, μεταβάσεις, ποιοτικές αλλαγές, καταρρεύσεις και ανασυνθέσεις. Η ύλη δεν είναι αδρανής, αλλά παραγωγική και ιστορική. Και οι νόμοι της φύσης, όπως και της κοινωνίας, δεν είναι στατικοί, αλλά εκφράζουν σχέσεις κίνησης, αλληλεπίδρασης και ανατροπής.

Ο Ένγκελς προχώρησε ακόμη παραπέρα. Στο μοναδικό του κείμενο «Ο Ρόλος της Εργασίας στη Μετατροπή του Πιθήκου σε Άνθρωπο», έκανε μια πρωτοφανή για την εποχή του σύνθεση: συνέδεσε τη δαρβινική εξελικτική θεωρία με τον ιστορικό υλισμό, δίνοντας στη θεωρία της εξέλιξης όχι μόνο βιολογική αλλά και κοινωνική και πολιτική διάσταση.

Ο άνθρωπος, τόνιζε ο Ένγκελς, δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού, καμίας μεταφυσικής ουσίας, ούτε και προϊόν κάποιου αφηρημένου “Λόγου”. Είναι το ιστορικό αποτέλεσμα της δραστήριας σχέσης του με το περιβάλλον του. Είναι η εργασία –η συλλογική, επαναλαμβανόμενη και δημιουργική πράξη του μεταβολισμού της φύσης– που δημιούργησε το ανθρώπινο χέρι, την ανθρώπινη γλώσσα, την ανθρώπινη σκέψη και τελικά την ανθρώπινη συνείδηση. Ο homo sapiens δεν προέκυψε από ένα «άλμα» ή «θαύμα», αλλά από τη διαλεκτική αλληλεπίδραση φύσης και κοινωνικής πρακτικής.

Και εδώ, ο Ένγκελς άνοιξε δρόμους που η σύγχρονη επιστήμη μόλις τώρα αρχίζει να επιβεβαιώνει. Η σημερινή γενετική, η εξελικτική βιολογία, η νευροεπιστήμη και η κοινωνική ανθρωπολογία δείχνουν πως η ανθρώπινη βιολογία είναι διαποτισμένη από τις ιστορικές, πολιτισμικές και παραγωγικές σχέσεις. Η ίδια η γενετική διαφοροποίηση στους ρυθμούς ύπνου –με την ύπαρξη π.χ. «πρωινών τύπων» και «νυχτερινών τύπων»– δεν είναι τυχαίο χαρακτηριστικό, αλλά ενδέχεται να αποτελεί απομεινάρι της κοινοτικής, συλλογικής επιβίωσης των πρώτων κοινωνιών, όπου ήταν ζωτικής σημασίας να υπάρχει εγρήγορση σε κάθε στιγμή του εικοσιτετραώρου για να προστατεύεται η κοινότητα από εξωτερικούς κινδύνους.

Με αυτή τη διαλεκτική αντίληψη, ο Ένγκελς καταρρίπτει το δίπολο φύση–άνθρωπος, που για αιώνες βασάνιζε τη φιλοσοφία και τοποθετούσε την ανθρώπινη νόηση απέναντι στη φύση ως εξωτερικό κριτή ή κυρίαρχο. Αντίθετα, δείχνει πως ο άνθρωπος είναι φύση που απέκτησε συνείδηση, και πως η φύση μεταμορφώνεται από την εργασία — ενώ ταυτόχρονα μεταμορφώνει τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτή είναι η θεμελιώδης υλική βάση της διαλεκτικής ανθρωπολογίας: ότι η εξέλιξη είναι κοινωνική όσο και βιολογική, ιστορική όσο και φυσική.

Αντιμέτωπος με τον μεταφυσικό μηχανιστικό υλισμό του 18ου αιώνα, που έβλεπε τη φύση ως αιώνια επανάληψη κύκλων, ο Ένγκελς διακήρυξε ότι η φύση έχει ιστορία: έχει χρονικότητα, γέννηση, εξέλιξη, καταστροφή, δημιουργία. Και συνεπώς, οι κοινωνίες που αποτελούν μέρος της φύσης δεν είναι στατικές, αλλά υπόκεινται στους ίδιους νόμους της αλλαγής — νόμους που μπορούν να γίνουν συνειδητοί και να εφαρμοστούν επαναστατικά.

Στη σημερινή εποχή της περιβαλλοντικής κρίσης, της τεχνητής νοημοσύνης και της γενετικής παρέμβασης, η σκέψη του Ένγκελς φωτίζει την ανάγκη για έναν υλιστικό, ολιστικό και επαναστατικό τρόπο κατανόησης της σχέσης μας με τη φύση. Όχι ως αφεντάδες, αλλά ως κομμάτι ενός παγκόσμιου οικοσυστήματος, το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε, να σεβαστούμε και να μετασχηματίσουμε συλλογικά.

Η διαλεκτική της φύσης, όπως την έθεσε ο Ένγκελς, δεν είναι θεωρητικό σχήμα. Είναι το νήμα που ενώνει το ανθρώπινο με το φυσικό, το παρελθόν με το μέλλον, την αναγκαιότητα με την ελευθερία. Και γι’ αυτό, παραμένει ανεκτίμητο εργαλείο για κάθε επαναστάτη που θέλει να μετατρέψει τον σημερινό κόσμο της καταστροφής σε αυριανό κόσμο ζωής.

Από την προϊστορία της κοινωνίας μέχρι την ιστορία της ταξικής καταπίεσης

Ο Ένγκελς δεν αρκέστηκε να φωτίσει τη φύση με το φως της διαλεκτικής. Με την ίδια αδιάλλακτη / διαλεκτική μέθοδο, εισχώρησε και στην καρδιά της ανθρώπινης κοινωνίας, εκεί όπου η ιστορία και η βιολογία συναντιούνται στη σφαίρα της οργάνωσης, της εξουσίας και της κυριαρχίας.

Στο μνημειώδες του έργο «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» (1884), ο Ένγκελς σήκωσε την αυλαία πάνω από τους πιο «ιερούς» θεσμούς της αστικής κοινωνίας και αποκάλυψε την πραγματική τους μήτρα: την ιστορική μετάβαση από την κοινοτική, μητρική συγγένεια της πρωτόγονης κοινωνίας, στην πατριαρχία, την ταξική εκμετάλλευση και το κράτος ως μηχανισμό καταπίεσης.

Η οικογένεια, έδειξε, δεν είναι μια «αιώνια» ή «φυσική» μορφή, αλλά κοινωνικό προϊόν που αλλάζει ανάλογα με τις υλικές σχέσεις παραγωγής. Η ατομική ιδιοκτησία – προϊόν της διάλυσης της κοινοτικής οικονομίας – αποτέλεσε το θεμέλιο για την ανισότητα, τη δουλεία, την εκμετάλλευση. Και το κράτος, μακριά από το να είναι «ουδέτερος διαιτητής», εμφανίστηκε ως η συγκροτημένη βία της κυρίαρχης τάξης, το εργαλείο για να διατηρείται η ταξική κυριαρχία.

Με το έργο αυτό, ο Ένγκελς θεμελίωσε τη Μαρξιστική ανάλυση του φύλου και της καταπίεσης των γυναικών. Έδειξε ότι η «ιστορική ήττα του γυναικείου φύλου» –η μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία– δεν ήταν αποτέλεσμα βιολογικής «μοίρας» ή «ανδρικής φύσης», αλλά προϊόν συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών ανατροπών. Στην προοπτική αυτή, η γυναικεία απελευθέρωση συνδέεται άρρηκτα με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις.

Αλλά η διεισδυτική ματιά του Ένγκελς δεν σταμάτησε στην κοινωνική ανθρωπολογία. Στην ιστορική ανάλυση, έθεσε έναν νέο κανόνα: η ιστορία δεν γράφεται με ηθικολογίες ή «μεγάλους άνδρες», αλλά με τον εντοπισμό και την αποκάλυψη των ταξικών συμφερόντων που την κινούν. Στο «Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία» (1850), ερμήνευσε τη μεγάλη εξέγερση του 16ου αιώνα όχι ως «τυφλή» εξέγερση καταπιεσμένων, αλλά ως σύγκρουση ταξικών συμφερόντων σε μια περίοδο μεταβατικής φεουδαρχικής κρίσης. Ο Τόμας Μύντσερ, οι χωρικοί και οι πόλεις δεν ήταν «μορφές» ενός δράματος, αλλά φορείς ιστορικών σχέσεων και αντιφάσεων που προετοίμασαν το έδαφος για νέες κοινωνικές μορφές.

Και όταν, στις δεκαετίες του 1870 και 1880, ο Μαρξισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με την απειλή του θεωρητικού εκφυλισμού από τον μικροαστό Ευγένιο Ντύρινγκ, ο Ένγκελς πήρε την πένα ως όπλο. Στο «Αντι-Ντύρινγκ» (1878), δεν αρκέστηκε να ανασκευάσει τις ανοησίες και τις αστικές προκαταλήψεις του αντιπάλου του. Σχημάτισε το πιο ολοκληρωμένο μέχρι τότε περίγραμμα της Μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, καλύπτοντας τη φιλοσοφία, την πολιτική οικονομία και τον σοσιαλισμό. Και το έκανε με το βλέμμα όχι στην ακαδημαϊκή αναγνώριση, αλλά στον επαναστατικό σκοπό: τη θεωρητική καθαρότητα ως όρο για την ταξική ανεξαρτησία και την επαναστατική οργάνωση.

Για τον Ένγκελς, η ιδεολογική μάχη ήταν οργανικό κομμάτι της ταξικής πάλης. Δεν ήταν μια πολυτέλεια διανοουμένων, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για να μην παρασυρθεί το εργατικό κίνημα σε αδιέξοδα οπορτουνισμού, ρεφορμισμού και αστικής ενσωμάτωσης. Στην υπεράσπιση αυτή, έβλεπε την ενότητα θεωρίας και πράξης όχι ως σύνθημα, αλλά ως ζωντανή διαδικασία οικοδόμησης της επαναστατικής συνείδησης.

Έτσι, από την ανάλυση των πρωτόγονων κοινοτήτων μέχρι την υπεράσπιση της επαναστατικής στρατηγικής απέναντι στους μικροαστούς απολογητές του καπιταλισμού, ο Ένγκελς έδειξε πως η ιστορική υλιστική μέθοδος δεν είναι απλώς επιστημονικό εργαλείο, αλλά όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης — όπλο που, όπως και κάθε άλλο, πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια, αποφασιστικότητα και καθαρή ταξική πυξίδα.

Ο άνθρωπος, ο σύντροφος, ο επαναστάτης

Πέρα από την ιδιότητά του ως θεωρητικού, ο Ένγκελς υπήρξε ένας ακούραστος πολιτικός αγωνιστής, βουτηγμένος μέχρι το μεδούλι στις μάχες της εποχής του. Δεν ήταν διανοούμενος που αρκέστηκε να γράφει από την ασφάλεια ενός γραφείου· βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, συνδέοντας αδιάρρηκτα την επιστημονική ανάλυση με την οργάνωση της πάλης και στις μάχες της επανάστασης του 1848 πολέμησε με το όπλο στο χέρι.

Από τα χρόνια της Ένωσης των Κομμουνιστών και το κάλεσμα του Μανιφέστου μέχρι τη θεμελίωση της Πρώτης Διεθνούς το 1864, ο Ένγκελς αντιλήφθηκε την ιστορική αναγκαιότητα της διεθνούς οργάνωσης της εργατικής τάξης. Στη Διεθνή, συνεργάστηκε στενά με τον Μαρξ για να δώσει στον κατακερματισμένο τότε εργατικό αγώνα ενιαίο πρόγραμμα, σαφή ταξικό προσανατολισμό και στρατηγικό στόχο: την ανατροπή του καπιταλισμού.

Μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας το 1871 και την αναγκαστική διάλυση της Πρώτης Διεθνούς, ο Ένγκελς δεν αποσύρθηκε. Αντίθετα, έβαλε τις βάσεις για την ανασυγκρότηση της Διεθνούς σε νέα μορφή: ως ένωση κομμουνιστικών κομμάτων σε κάθε χώρα, ικανών να διεξάγουν την ταξική πάλη σε εθνικό επίπεδο με διεθνή συντονισμό. Η προοπτική αυτή πήρε σάρκα και οστά με τη Δεύτερη Διεθνή, όπου η συμβολή του υπήρξε καθοριστική.

Στις οργανωτικές και πολιτικές μάχες, ο Ένγκελς πολέμησε αδιάλλακτα τον ρεφορμισμό — εκείνη την παλιά και πάντα καινούργια ασθένεια του εργατικού κινήματος, που υπόσχεται «βελτιώσεις» χωρίς ανατροπή, που ανταλλάσσει την επαναστατική πυξίδα με υπουργικούς θώκους και κοινοβουλευτικά προνόμια. Καταδίκαζε τον καριερισμό, την αντίληψη ότι η πολιτική είναι μέσο προσωπικής ανέλιξης και όχι συλλογικής απελευθέρωσης. Και αντιμετώπιζε με αποφασιστικότητα τους εσωτερικούς εχθρούς του κινήματος — τους μικροαστούς οπορτουνιστές, τους φραξιονιστές και τους πράκτορες της αστικής ιδεολογίας μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης.

Η σχέση του με τον Μαρξ υπήρξε ένας μοναδικός συνδυασμός θεωρητικής σύμπνοιας και ανθρώπινης αφοσίωσης. Οι δύο άντρες δεν μοιράστηκαν μόνο ιδέες, αλλά και δοκιμασίες: την ασφυκτική φτώχεια, την αστυνομική παρακολούθηση, την πολιτική εξορία. Ο Ένγκελς, δουλεύοντας για χρόνια στην οικογενειακή επιχείρηση υφαντουργίας στο Μάντσεστερ, διέθεσε μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για να στηρίξει τον Μαρξ, ώστε εκείνος να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο.

Ήταν έτοιμος να θέσει σε δεύτερη μοίρα τις δικές του φιλοδοξίες για να υπηρετήσει έναν κοινό σκοπό. Έγραψε άρθρα με την υπογραφή του Μαρξ, πλήρωσε χρέη, εξασφάλισε τα απαραίτητα για την επιβίωση της οικογένειας του συντρόφου του. Και όταν, το 1883, ο Μαρξ πέθανε, ο Ένγκελς σήκωσε μόνος του το τεράστιο βάρος της έκδοσης των δεύτερου και τρίτου τόμων του Κεφαλαίου, επεξεργαζόμενος και ταξινομώντας ένα χάος χειρογράφων, σημειώσεων και σχεδίων.

Με αυτό το έργο, δεν υπήρξε απλώς «ο επιμελητής» του Μαρξ. Υπήρξε ο εγγυητής ότι η φωνή του επαναστάτη δεν θα σβήσει, ότι η Μαρξιστική θεωρία θα φτάσει ακέραιη και οπλισμένη στις επόμενες γενιές αγωνιστών. Και αυτό το καθήκον το υπηρέτησε όπως υπηρέτησε όλη του τη ζωή: με ταξική συνέπεια, επιστημονική αυστηρότητα και επαναστατική αφοσίωση.

Η διαλεκτική

Ο Λένιν είχε δίκιο όταν έλεγε πως η μαγνητική δύναμη του Μαρξισμού βρίσκεται στην αδιάρρηκτη ενότητα του επιστημονικού χαρακτήρα του με την επαναστατική του ουσία. Δεν πρόκειται για τυχαία σύμπτωση ούτε για απλή αρετή των ιδρυτών του. Είναι το προϊόν μιας ζωής που δεν χώρισε ποτέ την αλήθεια από τη δράση, ούτε τη θεωρία από την επανάσταση.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς υπήρξε όλα αυτά μαζί: εργάτης της σκέψης, που δούλεψε με υπομονή και ακρίβεια για να αποκαλύψει τους νόμους που διέπουν την κοινωνία και τη φύση· αρχιτέκτονας της επαναστατικής επιστήμης, που ένωσε τις ανακαλύψεις της φιλοσοφίας, της οικονομίας και της φυσικής ιστορίας σε ένα ενιαίο όπλο· μαχητής της τάξης μας, που δεν αρκέστηκε να γράφει αλλά πάλεψε οργανωμένα, διεθνιστικά, για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης· κήρυκας της υλιστικής ελευθερίας, που αντί για μυστικισμούς και θαύματα μας έδειξε τον δρόμο της χειραφέτησης μέσα από τη δική μας πράξη.

Αν ο Μαρξ αποκάλυψε την ανατομία της αστικής κοινωνίας, ο Ένγκελς φώτισε τον σκελετό της φύσης, τα υλικά θεμέλια της ιστορίας, τα μονοπάτια που μπορεί να διαβεί η ανθρωπότητα για να σπάσει τα δεσμά της. Μαζί, απέδειξαν ότι η χειραφέτηση δεν είναι υπόθεση λίγων «εκλεκτών» αλλά έργο εκατομμυρίων, οργανωμένων, συνειδητών ανθρώπων που δρουν συλλογικά.

H διαλεκτική -η επιστήμη της κίνησης, της αντίφασης και της υπέρβασής της- δεν είναι κλειστό βιβλίο. Είναι ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής και της ιστορίας, και θα συνεχίσει να χτυπά ώσπου η εργατική τάξη να κάνει  πράξη αυτό που ο Ένγκελς και ο Μαρξ γνώριζαν: την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.