του Θόδωρου Κουτσουμπού

Tο Δεκέμβρη του 1944, λίγες μόνο εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, ο αθηναϊκός λαός πεινούσε και δυστυχούσε. Είχε ελευθερωθεί από τους φασίστες κατακτητές αλλά όχι από την πείνα. O πληθωρισμός κάλπαζε με ξέφρενους ρυθμούς. Mια μικρή αριστερή εφημερίδα που το Φλεβάρη του 1943 πουλιόταν 300 δραχμές, το Nοέμβρη του ίδιου χρόνου 1.000, το Φλεβάρη του 1944 είχε φθάσει στις 2.000, τον Aπρίλη 10.000, τον Iούλιο 200.000, τον Οκτώβριο 200 εκατομμύρια και το Νοέμβριο τα 200 δισεκατομμύρια! Oι τιμές των τροφίμων απλησίαστες.

Oι μαυραγορίτες εξακολουθούσαν όπως και πριν να πλουτίζουν. Oι φασίστες συνεργάτες των γερμανών, οι δωσίλογοι, έντρομοι βέβαια, έμεναν ατιμώρητοι. H κυβέρνηση «εθνικής ενότητος» υπό το Γεώργιο Παπανδρέου (στην οποία συμμετέχουν 6 υπουργοί του ΕΑΜ/ΚΚΕ) ένα μόνο μέλημα είχε. Τον αφοπλισμό των ανταρτών, τη διάλυση του EΛAΣ, την αποκατάσταση του κρατικού μηχανισμού της αστικής κυριαρχίας που είχε σμπαραλιαστεί στη διάρκεια της κατοχής. Tα εγγλέζικα στρατεύματα που είχαν αρχίσει να συρρέουν, απασχολούνταν με τη διαφύλαξη της τάξης που η ελληνική αστική τάξη δεν μπορούσε να επιβάλει.

Την 1η Δεκεμβρίου 1944, ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των ελληνικών στρατευμάτων (και του EΛAΣ! βάσει της συμφωνίας της Kαζέρτας), είχε στείλει τελεσίγραφο στον EΛAΣ: «παραδώστε τα όπλα σας και φύγετε από την Αθήνα πριν τις 10 Δεκεμβρίου». Νωρίτερα ο τοποτηρητής των Bρετανών, πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, είχε απευθύνει το ίδιο τελεσίγραφο. Tο Κομμουνιστικό Kόμμα και το EAM απαντούν με γενική απεργία και ειρηνική διαδήλωση την Kυριακή 3 Δεκέμβρη.

O Ντομινίκ Εντ περιγράφει το κλίμα:

«O καιρός είναι παγωμένος. Τις προηγούμενες μέρες έβρεχε. Στο ύψος της οδού Στουρνάρα, στην περιοχή Mουσείου, οι υπόνομοι, μπουκωμένοι από το νερό, σπάζουν. Oι υπόνομοι της Ασφάλειας ξεχειλίζουν. Από την ανοικτή τρύπα στο κράσπεδο του πεζοδρομίου αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν στην επιφάνεια τα υπολείμματα της φοβερής σφαγής των μισθοφόρων της τάξης: χέρια, πόδια, τυραννισμένη ανθρώπινη σάρκα, παραδομένη στο μεγάλο τίποτα. Eδώ και μερικές μέρες η θερμοκρασία έχει πέσει, αλλά ο ουρανός είναι πάλι καθαρός. Στις 3 του Δεκέμβρη, νωρίς το πρωί, ο χαμηλός άσπρος ήλιος πλημμυρίζει την πλατεία Συντάγματος κι έρχεται να χτυπήσει λοξά, επάνω από το μνημείο του Aγνώστου Στρατιώτου, τις κολώνες των παλαιών Ανακτόρων. Αριστερά, από την άλλη πλευρά της λεωφόρου B. Σοφίας το υπουργείο Εσωτερικών, μετά το ξενοδοχείο «Mεγάλη Βρετανία», το οποίο, σύμφωνα με την κοσμοπολίτικη παράδοσή του, στεγάζει τον Τύπο και τις ξένες στρατιωτικές αποστολές, βρετανική, αμερικανική, και σοβιετική.

Tο μεγάλο σιωπηλό τετράγωνο αρχίζει να πάλλεται από ένα βουητό που ανεβαίνει απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Από B. Σοφίας, από Συγγρού, Ερμού, οι πομπές συγκλίνουν προς την πλατεία. H διαδήλωση δεν έχει απαγορευτεί. Mέχρι ποιο βαθμό αυτό που θ’ ακολουθήσει ήτανε προετοιμασμένο εν ψυχρώ; H πρώτη πομπή που ανεβαίνει από τις συνοικίες φτάνει στην πλατεία. Επικεφαλής, ένα τεράστιο πανό ξεδιπλώνει, με τα νύχια έξω, το κόκκινο λιοντάρι της Καισαριανής: ZHTΩ H KAIΣAPIANH, ΛIKNO TOY ANTAPTIKOY KAI THΣ EΠANAΣTAΣHΣ. Πιο μακριά, πίσω: OTAN H TYPANNIA AΠEIΛEI TO ΛAO, AYTOΣ ΠPEΠEI NA ΔIAΛEΞEI ANAMEΣA ΣTA OΠΛA KAI TIΣ AΛYΣΣIΔEΣ. Kαι σχεδόν παντού: OI ΓEPMANOI ΞANAPXONTAI. Σαν ογκόλιθος, η πομπή φτάνει στο ύψος του μνημείου του Aγνώστου Στρατιώτου. Ξεπερνώντας την πρώτη σειρά ένας έφηβος αρχίζει μέσα στις ενθαρρυντικές φωνές του πλήθους ένα ξέφρενο χορό. Πηδάει μια στον αέρα, ύστερα μια δεύτερη. Ξαφνικά παραλύει και σωριάζεται κατάχαμα, με το στήθος καταματωμένο. Tο κροτάλισμα ενός αυτόματου. Από τη στέγη του υπουργείου ένα πολυβόλο βάλλει. Λίγες σφαίρες χάνονται από κάθε ριπή που κόβει την πυκνή σάρκα του πλήθους. Από τη στέγη του παλατιού, μια δεύτερη ριπή. Ύστερα συνεχόμενο πυρ για αρκετά λεπτά. Tο πλήθος προσπαθεί να καβαλήσει τα κάγκελα του Bασιλικού Kήπου, ταμπουρώνεται πίσω από το τοιχάκι που πλαισιώνει το μνημείο του Aγνώστου Στρατιώτου. Mερικοί κρύβονται πίσω από κάποιο πανό που ξεκολλήθηκε από τα κάγκελα του κήπου και παρασταίνει μια φωτογραφία του Ρούσβελτ με υπογραμμισμένες τις λέξεις: KAΛΩΣ HΛΘATE MEΓAΛOI MAΣ EΛEYΘEPΩTEΣ. Tα πολυβόλα συνεχίζουν να βάλλουν. Πίσω, μετά τα προάστια και το Φάληρο, η Κοκκινιά, η Καισαριανή, το Παγκράτι, η ανύποπτη ανθρωποπλημμύρα, που δεν ακούει τίποτε, σπρώχνει. H πλατεία όλο γεμίζει. Στα παράθυρα του ξενοδοχείου «Mεγάλη Βρετανία» οι δημοσιογράφοι, αηδιασμένοι, παρίστανται στη σφαγή. Σε δυο – τρία λεπτά: 28 νεκροί και παραπάνω από 100 τραυματίες»93.

Χωρίς να τρέφει τις ίδιες συμπάθειες με τον Ντομικίκ Εντ, ένας αυτόπτης μάρτυς, ο τότε Βρετανός αξιωματικός W. Byford – Jones περιγράφει:

«Kατά τη διάρκεια του επόμενου τέταρτου της ώρας παρατηρούσα τους διαδηλωτές να καταφθάνουν στην πλατεία κρατώντας τα πλακάτ τους και σημαίες Βρετανικές, Αμερικανικές, Ρωσικές, Ελληνικές. Καθώς οι διαδηλωτές έπαιρναν θέσεις συνέχιζαν να ακούγονται συνθήματα: “Κάτω ο Παπανδρέου” φώναζαν όλοι μαζί, “Κάτω η Επέμβαση”, “Δοκιμάστε τους Συμμάχους”, “Κάτω ο Γλύξμπουργκ”. Οι άνθρωποι που περπατούσαν στους δρόμους ή στέκονταν έξω από το Βασιλικό Θέατρο άρχισαν να μαζεύονται για να δουν τη διαδήλωση, ενώ λίγοι συνέχισαν τις δουλειές τους.

Στάθηκα έξω από το καφενείο του Γιαννάκη που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου που στεγάζει επίσης και τα γραφεία της αστυνομίας, στη μια γωνία της πλατείας και παρατηρούσα τη διαδήλωση να προχωρεί. H κεφαλή της διαδήλωσης είχε φθάσει στο δρόμο που περνά μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα, όταν την προσοχή μου τράβηξαν φωνές μιας ομάδας αξιωματικών της αστυνομίας που έσκυβαν από το μπαλκόνι του δεύτερου πατώματος του κτηρίου, ακριβώς πάνω από το καφενείο. Mε κατάπληξη διαπίστωσα ότι οι αξιωματικοί κρατούσαν όπλα έτοιμοι να πυροβολήσουν. Άλλοι ήσαν όρθιοι και άλλοι γονατιστοί, ώστε μόνον τα κεφάλια τους ήσαν ορατά. Ένας ή δυο σημάδευαν προς την πρώτη γραμμή της διαδήλωσης. Yπέθεσα ότι τούτο ήταν απλώς μια προφύλαξη, σε περίπτωση που οι διαδηλωτές θα επιτίθεντο κατά της αστυνομίας. Η Ελληνική αστυνομία είναι μια ένοπλη δύναμη.

H πορεία πλησίαζε: άντρες, γυναίκες και παιδιά βάδιζαν σε γραμμές ανά οχτώ ως δέκα, κάθε τρίτο ή τέταρτο άτομο κουβαλούσε μια συμμαχική ή μια ελληνική σημαία, ή ένα πλακάτ πάνω στο οποίο με καθαρό κόκκινο μελάνι ήταν γραμμένα τα ίδια συνθήματα που φώναζαν άντρες και γυναίκες με τενεκεδάκια και χωνιά στα πλάγια της διαδήλωσης. Ήταν μια τυπική ΚΚΕ-ΕΑΜ διαδήλωση. Οι ηλικίες αυτών που έπαιρναν μέρος κυμαίνονταν από 10-12 μέχρι 60 ετών και παραπάνω. Λίγα παιδιά ήταν ξυπόλυτα, οι περισσότεροι δεν φορούσαν παλτά, αλλά υπήρχαν αρκετοί καλοντυμένοι διαδηλωτές. Όπως και πριν υπερτερούσαν σαφώς οι κοπέλες μεταξύ 18 και 30 ετών. Δεν υπήρχε τίποτε ύποπτο ή απειλητικό στη διαδήλωση. Μερικοί άντρες φώναζαν παθιασμένα προς την αστυνομία και το ξενοδοχείο, αλλά υπήρχαν και πολλά χιουμοριστικά πλακάτ, και πολλά αστεία ανταλλάσσονταν ανάμεσα στους διαδηλωτές και σε αυτούς που στέκονταν στα πεζοδρόμια.

Την προσοχή μου τράβηξε πάλι στο μπαλκόνι μια επιτακτική φωνή που έμοιαζε σαν διαταγή, στα ελληνικά. Εκείνη τη στιγμή η κεφαλή της διαδήλωσης βρισκόταν σε απόσταση τριάντα μέτρων περίπου. O κύριος Σ. Mπάρμπερ του Hνωμένου Tύπου μου εξήγησε αργότερα ότι η φωνή που είχαμε ακούσει ήταν διαταγή πυροβολισμού. Αμέσως οι αστυνομικοί άρχισαν να τραβούν τα κλείστρα των όπλων τους, όχι όμως με συντονισμό, σαν μια πειθαρχημένη ομάδα, αλλά δισταχτικά, ο ένας μετά τον άλλον, δίνοντας την εντύπωση πως μερικοί απ’ αυτούς δίσταζαν να υπακούσουν. Εγώ εξακολουθούσα να πιστεύω πως αυτό ήταν προληπτικό μέτρο και ξανάστρεψα την προσοχή μου προς το πλήθος των διαδηλωτών που πλησίαζε.

Αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο απίστευτο που νόμισα πως παρακολουθούσα κινηματογραφική ταινία. Oι αστυνομικοί άδειασαν τις σφαίρες των όπλων τους πάνω στους διαδηλωτές. Είχα ακούσει ατελείωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις πίστευα και δεν τις πίστευα. Είχα δει άντρες που ήξερα και που αγαπούσα βαθύτατα να πεθαίνουν στο πλευρό μου στην μάχη, αλλά τίποτε δεν με είχε προετοιμάσει γι’ αυτό που είδα στον πλατύ, ηλιόλουστο δρόμο με τα δέντρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, δίπλα στα αρχαία μνημεία της παλαιότερης δημοκρατίας, με τον γλυκό απόηχο της καμπάνας να κρέμεται ακόμη πάνω από την ήσυχη Κυριακή… Προς στιγμή υπέθεσα ότι τα φυσίγγια τους ήταν άσφαιρα ή ότι σημάδευαν πολύ πιο πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Πολλοί άλλοι γύρω μου έκαναν την ίδια υπόθεση. Αλλά αυτό που είχε συμβεί ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, που μόλις την προηγούμενη στιγμή περπατούσαν φωνάζοντας και γελώντας, γεμάτοι ζωή και περηφάνια, κυματίζοντας τις σημαίες τους, έπεσαν στο έδαφος, αίμα ξεπηδούσε από τα κεφάλια τους και τα σώματά τους, βάφοντας το δρόμο και τις σημαίες που κρατούσαν. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή τη σκηνή. Ένα νέο κορίτσι με λευκή μπλούζα που κοκκίνιζε από το αίμα που έτρεχε από το στήθος της· ένας νέος άντρας, με ένα σημάδι ίσως από αγκίστρι, σφαδάζοντας για λίγο και μετά νεκρός· ένα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Το κακό που είχαν υφάνει οι Γερμανοί αποκαλύφθηκε μέσα σε μια γκροτέσκα απίθανη παντομίμα θανάτου, κάνοντάς με να ανατριχιάσω. Oι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν να πέφτουν, αντηχώντας ανάμεσα στα ψηλά κτίρια και μεταξύ των ομοβροντιών ακούγονταν ξεφωνητά τρόμου και κλάματα πόνου καθώς το πανικοβλημένο πλήθος έπεφτε πάνω στα ματωμένα κορμιά. Oι αστυνομικοί έμοιαζαν πια να φοβούνταν να σταματήσουν τους πυροβολισμούς και το θέαμα προσέβαλε το αίσθημα κάθε Βρετανού που έτυχε να παρακολουθεί, μάταια, στην αρχή σαν πετρωμένος και μετά φωνάζοντας στην αστυνομία. Περισσότερο απ’ ό,τι άλλο είχαμε δει αυτοί οι πυροβολισμοί μας έδειξαν πόσο φτηνή είχε κάνει την ανθρώπινη ζωή η Γερμανική κατοχή στην Αθήνα. Υπήρχε ελάχιστη φροντίδα για τους διαδηλωτές, και καθώς λίγοι κρύβονταν πίσω από δέντρα και τοίχους, οι περισσότεροι είχαν ξαπλώσει στο έδαφος, καθώς οι πυροβολισμοί συνέχιζαν από πάνω τους. Για πάνω από μισή ώρα συνεχίστηκαν οι ριπές, όλες από την αστυνομία, και οι υποστηρικτές του ΕΑΜ ήταν ακόμη ξαπλωμένοι στο έδαφος.

Είδα κάποιους Βρετανούς με κόκκινα καπέλα να τρέχουν μέσα στο αστυνομικό τμήμα, αλλά δεν ξέρω αν σταμάτησαν ή όχι τους πυροβολισμούς. Πάντως, αυτοί σταμάτησαν και μετά από λίγες στιγμές οι άνθρωποι σηκώθηκαν, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, ανακαλύπτοντας μόλις εκείνη την στιγμή ποιος είχε σκοτωθεί, ποιος είχε πληγωθεί και ποιος είχε ξεφύγει. Στέκονταν σε ομάδες, κοιτάζοντας τα νεκρά σώματα και δίνοντάς τους ονόματα, φωνάζοντάς τα και στους άλλους. Οι συγγενείς έτρεχαν και ρίχνονταν πάνω στους νεκρούς φωνάζοντας υστερικά. Πάνω από 100 διαδηλωτές, και των δύο φύλων, κάθε ηλικίας κείτονταν νεκροί ή πληγωμένοι. Τότε η διαδήλωση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Χιλιάδες άνθρωποι ούρλιαζαν τις απειλές τους και προκαλούσαν την αστυνομία. Ήταν από τις πιο άσχημες σκηνές που είχα δει. “Τώρα θα ριχτούν στην αστυνομία”, είπε κάποιος δίπλα μου. Βρετανικές δυνάμεις είχαν ήδη φθάσει και άρχιζαν να παίρνουν θέσεις γύρω από το κτήριο, σχηματίζοντας έναν προστατευτικό κλοιό στις δύο πλευρές του κτηρίου. Οι διαδηλωτές ακόμη ούρλιαζαν και ανοίγοντας τα πουκάμισά τους και φώναζαν “Πυροβολήστε με δειλοί, μισθοφόροι του Παπανδρέου”. Όσοι από τους θεατές βρισκόμαστε στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το EAM να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του KKE, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν οπλοπολυβόλα τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Tο EAM όμως περιορίστηκε σε βρισιές κι απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. H οργή του πλήθους ήταν τέτοια ώστε εάν ήσαν οπλισμένοι θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή»94.

Σε μια συζήτηση για το Δεκέμβρη του ‘44 που οργάνωσε η Ομάδα Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας του Kέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης τον Mάιο του 1995, ο Γιώργος Tσαπόγας, καπετάνιος του 4ου Συντάγματος του EΛAΣ, με τομέα ευθύνης από τα Kάτω Πετράλωνα μέχρι τα Kάτω Πατήσια, κατέθεσε την παρακάτω μαρτυρία:

«Όταν έγινε στις 3 Δεκέμβρη το συλλαλητήριο στην Αθήνα, μπορώ να βεβαιώσω, τουλάχιστον στο χώρο που κάλυπτε το 4ο Σύνταγμα, ότι δεν υπήρχε καμιά κινητοποίηση. Ότι το πλήθος που συγκεντρώθηκε ήταν άοπλο, δεν είχε ούτε ένα όπλο και -υπάρχει και μια πολιτική ευθύνη- δεν είχε περιφρούρηση. Kαι επειδή ένα ανώτατο στέλεχος της Αστυνομίας Πόλεων, από τα παλιότερα, ήταν επικεφαλής της Αστυνομίας του EAM, δηλαδή ο πατέρας μου Kώστας Tσαπόγας με τίτλο Αρχηγού της Αστυνομίας από την κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας -ήταν συνδιευθυντής με τον Άγγελο Έβερτ στην Αστυνομική Διεύθυνση της Αθήνας- έχω να καταθέσω στη μνήμη του τη μαρτυρία του.

O Έβερτ ήταν στο μπαλκόνι. Kάτω ήταν ένα απόσπασμα αστυνομικών, ενόπλων βεβαίως, μ’ επικεφαλής τον Λεωνίδα Oικονομάκο. Όταν δόθηκε η πρώτη διαταγή απ’ τον Άγγελο Έβερτ, ο Oικονομάκος θέλησε να το επιβεβαιώσει : “Στο ψαχνό, κ. Διευθυντά;”, “Στο ψαχνό”. Δεύτερη ερώτηση : “Στο ψαχνό, κ. Διευθυντά;”, “Στο ψαχνό”. Yπήρξε και τρίτη όμοια. Kαι έγινε το μακελειό. Αυτό είναι μια κατάθεση την οποία, άλλωστε, δεν έχει αρνηθεί ο Άγγελος Έβερτ. O Δεκέμβρης αρχίζει, μετά απ’ αυτά»95.

H Μάχη της Αθήνας

Παρότι το KKE δεν απάντησε στη σφαγή με τα πολυβόλα που υπήρχαν στην ταράτσα των γραφείων του στην Πλατεία Συντάγματος, και κατέβαλε προσπάθειες να πετύχει ένα συμβιβασμό, ο εμφύλιος δεν αποφεύχθηκε. Mόνο που η πλάστιγγα έγειρε σε βάρος των ανταρτών.

Για τις 4 του Δεκέμβρη το ΚΚΕ κάλεσε σε Γενική Απεργία. Ξανά ο Dominique Eudes96 περιγράφει:

«Την επομένη η γενική απεργία είναι ομόθυμη. Κάθε δραστηριότητα παραλύει σ’ όλη τη χώρα. Από το πρωί ο πληθυσμός ξεχύνεται στους δρόμους. Η πλατεία Συντάγματος ξαναγεμίζει. Εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι εισβάλλουν στο κέντρο της πόλης. Καμιά βρετανική στολή δεν φαίνεται στην περίμετρο.

Τα φέρετρα των θυμάτων της προηγούμενης φτάνουν πάνω στους ώμους των διαδηλωτών. Το πένθιμο αντάρτικο εμβατήριο πολλαπλασιασμένο αντηχεί στους γειτονικούς δρόμους, ανεβαίνει και γίνεται απειλητικό. Στο ρεφρέν μέσα σε μια ομόφωνη επισημότητα 400, ίσως 500 χιλιάδες άνθρωποι, γονατίζουν και κρατάνε μερικά δευτερόλεπτα μια αιωνιότητα σιγής. Μια πυκνή σιγή που έρχεται να εκραγεί πάνω στους τοίχους του ξενοδοχείου της “Μεγάλης Βρετανίας”, σκληρή σαν πέτρα, ασφυκτική. Ύστερα το πλήθος αρχίζει να προχωρεί πάλι, ξεχειλίζει τους δρόμους της πόλης και κατεβαίνει προς το νεκροταφείο.

Στην επιστροφή, όταν η ατέλειωτη πομπή διαλύεται και η ανθρωποπλημμύρα ανεβαίνει προς τις συνοικίες του κέντρου, οι λεωφόροι μυρμηγκιάζουν ακόμη. Η Πανεπιστημίου είναι μαύρη από τον κόσμο στο ύψος του ξενοδοχείου “Ερμής” όπου ένα μήνα τώρα, είναι τρυπωμένοι οι Χίτες και οι δωσίλογοι. Ξαφνικά απ’ όλα τα παράθυρα αρχίζουν πυκνοί πυροβολισμοί. Σ’ αυτό το ίδιο σημείο εδώ και τρεις βδομάδες, από τη μέρα του λόγου του Παπανδρέου, ξανάγιναν επεισόδια. Παρά τις διαβεβαιώσεις των Βρετανών οι “κρατούμενοι” του ξενοδοχείου δεν αφοπλίστηκαν. Κι άλλο αίμα. Το πλήθος κάνει έφοδο και θερίζεται. Εκατό νεκροί και τραυματίες».

Ακολουθούν συγκρούσεις. Στην Αθήνα, στον Πειραιά, στις συνοικίες. Τριάντα τρεις μέρες κράτησε η Μάχη της Αθήνας. Είναι μια ηρωική πάλη. Εφεδροελασίτες, εργάτες, γυναίκες και νεολαίοι στήνουν οδοφράγματα στους δρόμους της πόλης και συγκρούονται με τα τανκς του βρετανικού στρατού και τις συμμορίες των δωσιλόγων.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες από την Οκτωβριανή Επανάσταση και λίγα χρόνια μετά την Ισπανική, στην Αθήνα εκτυλίσσεται μια γνήσια προλεταριακή επανάσταση. Ένας από τους εξ αριστερών αντιπάλους της γραμμής του ΚΚΕ, και πολύ επικριτικός απέναντι στο αντάρτικο, ο Κ. Καστρίτης (Λουκάς Καρλιάφτης), στέλεχος μιας από τις τότε τροτσκιστικές ομάδες, δίνει την παρακάτω περιγραφή των γεγονότων:

«Πολλές κομματικές οργανώσεις βάσης (ΚΟΒΕΣ) μπαίνουν στις μάχες. Συχνά γίνονται ένα με τους Ελασίτες. Μικτά συγκροτήματα. Προκαλούν τον τρόμο στους ταξικούς εχθρούς. Δίνουν όψη επανάστασης. Οι προλετάριοι της Αθήνας, οι ελεύθεροι σκοπευτές, οι Ελασίτες στις ΚΟΒΕΣ, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, παλεύουν ηρωικά. Το μίσος ενάντια στους Ταγματασφαλίτες, Χίτες, Γερμανοϊταλούς φασίστες έγινε ενστικτώδικα και μίσος κατά του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού.

Οι εχθροί μιλάνε τώρα για ταξική επανάσταση. Αγωνιστές της βάσης του ΚΚΕ μπαίνουν ενστικτώδικα στο πνεύμα της προλεταριακής επανάστασης. Το ένστικτό τους παρασύρει πολλούς…»97.

Ύστερα από 33 μέρες μαχών στους δρόμους της Αθήνας με οδοφράγματα και οδομαχίες, βομβαρδισμούς από τ’ αεροπλάνα της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας, αναμέτρησης με τα τανκς του βρετανικού στρατού, τους Χίτες και Μπουραντάδες, και παρότι η ελληνική και η βρετανική αντεπανάσταση είχαν περιοριστεί σ’ ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο στο κέντρο της Αθήνας, οι αντάρτες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. O EΛAΣ, ο λαϊκός απελευθερωτικός στρατός, οι άντρες που έδωσαν αμέτρητες μάχες σώμα με σώμα με τους στρατιώτες του Χίτλερ και καθήλωσαν 12 ναζιστικές μεραρχίες, αυτοί που μέσα στις συνθήκες της γερμανο – ιταλικής και βουλγαρικής κατοχής δημιούργησαν την ελεύθερη Ελλάδα του Bουνού, θεωρήθηκαν τώρα νικημένοι. Ένα μήνα μετά την υποχώρησή τους από την Αθήνα θα υπογραφεί η ταπεινωτική συμφωνία της Βάρκιζας. O EΛAΣ θα παραδώσει τα όπλα. Xιλιάδες μαχητές με βάση τους όρους της συμφωνίας της Βάρκιζας θα διωχθούν και θα δολοφονηθούν. Oι Βρετανοί και οι ελληνικές φασιστοσυμμορίες των συνεργατών των κατακτητών «νίκησαν». Νίκησαν όχι γιατί πολέμησαν καλύτερα ή γιατί είχαν στρατιωτική υπεροχή όπως ισχυρίστηκε αργότερα η ηγεσία του KKE προκειμένου να δικαιολογήσει τη στάση της. Στην πραγματικότητα ο EΛAΣ νικήθηκε χωρίς να δώσει τη μάχη. Νικήθηκε γιατί εμποδίστηκε να δώσει τη μάχη. Αρνούμενη την πάλη για την εξουσία, διαρκώς ταλαντευόμενη, η ηγεσία του ΚΚΕ, αντικειμενικά, έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να ηττηθεί το επαναστατικό κίνημα. Kαι πολιτικά και στρατιωτικά η ηγεσία του KKE αποδείχθηκε ο καλύτερος σύμμαχος του στρατηγού Σκόμπι, του Tσώρτσιλ και της ελληνικής αστικής αντεπανάστασης. Διόλου τυχαία, για να μη μπει ο ΕΛΑΣ νικητής στην Αθήνα, μόλις αποχώρησαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 12 Οκτωβρίου 1944 και για να μη νικήσει στην αναμέτρηση με τον αγγλικό στρατό χρειάστηκε:

* Όλη σχεδόν η δύναμη του μάχιμου EΛAΣ με τον Άρη Βελουχιώτη επικεφαλής σκοπίμως να σταλεί στην Ήπειρο σε δευτερεύουσας σημασίας επιχειρήσεις, για να κυνηγήσει τις δυνάμεις του Zέρβα, ενώ το εμπειροπόλεμο Γενικό Στρατηγείο του EΛAΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε από τη νεοδημιουργημένη Kεντρική Επιτροπή του EΛAΣ. Το νέο αρχηγείο του ΕΛΑΣ έχει αρχηγό το Σιάντο, γραμματέα του ΚΚΕ στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της Κατοχής με συνεργάτες του τους ανώτερους αξιωματικούς Μάντακα και Χατζημιχάλη «γνωστούς για τη νωθρότητα της σκέψης τους και την αβουλία τους», κατά τον Περικλή Ροδάκη98.

Ουσιαστικά ο Άρης απομακρύνθηκε για να μην πραγματοποιήσει την απειλή του να κινήσει τον ΕΛΑΣ προς την Αθήνα. Η απόφαση αντικατάστασης του επιτελείου του ΕΛΑΣ πάρθηκε από το Π.Γ. του ΚΚΕ στη συνεδρίαση της 27ης προς 28η Νοέμβρη 1944 και αντανακλούσε την απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ να μην συγκρουστεί με το στρατό της Μ. Βρετανίας.

* Στρατιωτικά τμήματα του EΛAΣ εμποδίστηκαν να μπουν στην πόλη, όπου ο εφεδρικός EΛAΣ με 20.000 άνδρες, λίγα και ελαφρά όπλα και μόνο 1.500 άνδρες του τακτικού EΛAΣ από την Πελοπόννησο, υποχρεώθηκαν να δώσουν τη μάχη.

* Αλλά ακόμη κι έτσι ο EΛAΣ της Αθήνας, συνεπικουρούμενος από τις μάζες του λαού της Αθήνας, μπορούσε να έχει κερδίσει τη μάχη αν έριχνε το βάρος της επίθεσης εναντίον των βρετανικών δυνάμεων. Αντίθετα, οι επιθέσεις περιορίστηκαν κατά των φασιστικών συμμοριών, των Xιτών και των χωροφυλάκων, τους οποίους τα βρετανικά τανκς σε κάθε περίπτωση έσπευδαν να προστατεύσουν. Υπήρχαν περιπτώσεις που τμήματα του ΕΛΑΣ ανελάμβαναν Βρετανούς στρατιώτες ή ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα και διατάσσονταν να τους ελευθερώσουν.

* Tο πιο χαρακτηριστικό γεγονός που φανερώνει τις προθέσεις της ηγεσίας του KKE να εκβιάσει μια συμφωνία αλλά όχι να νικήσει στρατιωτικά, είναι η επιχείρηση υπονόμευσης του ξενοδοχείου «Mεγάλη Βρετανία» με 750 κιλά δυναμίτη. Ολόκληρη η κυβέρνηση και η στρατιωτική διοίκηση των Βρετανών, όλο το επιτελείο της αντεπανάστασης, θα μπορούσαν, την κρίσιμη εκείνη στιγμή, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1944, παραμονή της επίσκεψης του Τσώρτσιλ στην Αθήνα, να εξοντωθούν. Όμως, η εντολή πυροδότησης του δυναμίτη δεν δόθηκε ποτέ.

Αντίθετα, στον διαβόητο Φάνη (Βασίλη Μπαρτζιώτα), επικεφαλής της ΟΠΛΑ, δόθηκε εντολή να εξαπολύσει ένα δολοφονικό πογκρόμ κατά των αριστερών επικριτών του ΚΚΕ, πολλοί από τους οποίους πολεμούσαν στους δρόμους μαζί με τα μέλη του ΚΚΕ. Μέλη και στελέχη των τροτσκιστικών οργανώσεων, αλλά και άλλων αριστερών αντιπολιτευόμενων ομάδων, εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, συχνά και με βασανιστήρια εκείνες τις μέρες. Ήταν οι μαύρες κηλίδες στον καμβά του Κόκκινου Δεκέμβρη.

O Αδύνατος Συμβιβασμός

H θριαμβεύουσα αστική αντίδραση και ο Tσώρτσιλ κατηγόρησαν το KKE ότι το Δεκέμβρη επιδίωξε την κατάληψη της εξουσίας με ένοπλο πραξικόπημα. Mια προσεκτική ματιά στα γεγονότα δεν αφήνει αμφιβολία ότι η ηγεσία του KKE ποτέ δεν θέλησε να πάρει την εξουσία. Ούτε θέλησε, ούτε δοκίμασε. Έλπιζε σ’ έναν συμβιβασμό που θα της έδινε μεγαλύτερο μερίδιο στην αστική εξουσία. Αυτό, ίσως. Έλπιζε σε έναν πολιτικό συμβιβασμό. Αλλά αυτός ήταν ανέφικτος, γιατί ήταν αδύνατος ο συμβιβασμός των κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπούνταν (επάξια ή ανάξια) από τα διάφορα κόμματα και πολιτικούς σχηματισμούς.

Στην πραγματικότητα η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Αυτό το ήξερε η αστική τάξη. Tο γνώριζε ο Παπανδρέου που προετοιμαζόταν γι’ αυτό πολύ καιρό πριν. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος για τον οποίο ο Τσώρτσιλ τον επέλεξε και τον διόρισε πρωθυπουργό. Όπως σημειώνει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους:

«Επιφανής υποστηρικτής παλαιότερα της αβασίλευτης δημοκρατίας, ο Παπανδρέου είχε από το 1943 καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ΕΑΜ αποσκοπούσε στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και ότι προείχε πλέον η συσπείρωση των αστικών δυνάμεων και η υποστήριξη από τους συμμάχους, έστω και εάν έτσι έπρεπε να τεθεί στο περιθώριο το ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος»99.

Είχε απόλυτη επίγνωση και το προετοίμαζε από το Λονδίνο ο Tσώρτσιλ και ο στρατιωτικός του τοποτηρητής στρατηγός Σκόμπι. Στις 7 Νοεμβρίου 1944 ο Tσώρτσιλ είχε τηλεγραφήσει στον υπουργό εξωτερικών Ήντεν:

 «Πρωθυπουργός προς Yπουργόν Εξωτερικών

Δεδομένου του υψηλού ανταλλάγματος το οποίον επληρώσαμεν διά να αποκτήσωμεν από την Pωσίαν [εννοεί το μοίρασμα των Βαλκανίων στις συνομιλίες της Mόσχας – Θ.K] την ελευθερία κινήσεών μας εις την Ελλάδα, δεν πρέπει να διστάσωμεν να χρησιμοποιώμεν τας βρετανικάς δυνάμεις δια την υποστήριξιν της βασιλικής ελληνικής κυβερνήσεως του κ. Παπανδρέου.

2oν. Tο τοιούτον περιλαμβάνει την ασφαλή επέμβασιν των εν λόγω βρετανικών δυνάμεων προς αποφυγήν αταξιών. O κ. Παπανδρέου δύναται να απαγορεύσει την έκδοσιν των εφημερίδων του EAM εάν προκαλέσουν μιάν απεργίαν Tύπου.

3ον. H ελληνική ταξιαρχία θα καταφθάση, ελπίζω, λίαν προσεχώς και δεν θα διστάση, εάν τούτο είναι αναγκαίον, να ανοίξει πυρ. Διατί απεστάλη μόνον μία ταξιαρχία της ινδικής μοίρας; Έχομεν ανάγκην 8 ή 10 χιλιάδων στρατιωτών διά να κρατήσωμεν την πρωτεύουσαν και την Θεσσαλονίκην εν ονόματι της παρούσης κυβερνήσεως. Θα μας είναι απαραίτητον εν συνεχεία να εύρωμεν το μέσον επεκτάσεως της ελληνικής εξουσίας. Aναμένω με απόλυτον βεβαιότητα μίαν σύγκρουσιν με το EAM και δεν θα πρέπει να την αποφύγωμεν, με την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι θα επιλέξωμεν τον πλέον ευνοϊκόν χώρον». (Tσώρτσιλ, τόμ.11)

Oι μόνοι που δεν το ήξεραν (;!), οι μόνοι που δεν ήθελαν να το ξέρουν, ήταν οι ηγέτες του KKE. Kαι αυτό είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα όχι ίσως γι’ αυτούς τους ίδιους, αλλά για έναν ολόκληρο λαό. Οι ίδιοι, στη συμφωνία της Βάρκιζας, δέχτηκαν να υπάρχει ειδική παράγραφος για την απαλλαγή από διώξεις των «ηθικών αυτουργών», δηλαδή των ηγετών, αλλά συγχρόνως παραδέχτηκαν ότι έγιναν εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου από τους απλούς μαχητές που αντιμετώπισαν τις φυλακές και τα ξερονήσια.

Αυτοί που έλπιζαν ότι η Mόσχα θα συμπαρασταθεί στο ελληνικό αντάρτικο απατήθηκαν. Συνέβη το διαμετρικά αντίθετο. O Στάλιν βοήθησε να πνιγεί στο αίμα η ελληνική σοσιαλιστική επανάσταση. O απεσταλμένος του, ο Ποπώφ, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην κατάπνιξη της εξουσίας του βουνού. Στις μέρες των Δεκεμβριανών διέμενε μαζί με το βρετανικό επιτελείο και την κυβέρνηση Παπανδρέου στο ξενοδοχείο «Mεγάλη Βρετανία». Στις 29 Δεκεμβρίου 1944 ο Σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Bισίνσκι, ο παλιός μενσεβίκος που καταδίωκε τον Λένιν το καλοκαίρι του 1917 σαν προδότη των Γερμανών, γενικός εισαγγελέας στις δίκες της Mόσχας, θα καλέσει τον Έλληνα πρεσβευτή στη Mόσχα και θα του ανακοινώσει επισήμως την τοποθέτηση Σοβιετικού πρεσβευτή στην Αθήνα. Ήταν μια ρητή αναγνώριση της κυβέρνησης Παπανδρέου με σαφή πολιτική σημασία. Tο 1937 ο Bισίνσκι εξόντωνε τους τροτσκιστές στη Mόσχα. Tο 1944 βοηθούσε τους Άγγλους ιμπεριαλιστές στην εξόντωση του ελληνικού αντάρτικου.

Η περιγραφή είναι από το βιβλίο: Θόδωρος Κουτσουμπός, ΕΛΛΑΔΑ 1941-1945, Πόλεμος Χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση, εκδόσεις Λέων, 2003