Δικαιοσύνη ή ατιμωρησία ξανά;

του Κώστα Παπαδάκη

[Δύο βιβλία για την δίκη της ναζιστικής Xρυσής Aυγής κυκλοφόρησαν τις τελευταίες μέρες. Πρόκειται για τα βιβλία των Θανάση Kαμπαγιάννη και Kώστα Παπαδάκη, δικηγόρων πολιτικής αγωγής, που περιέχουν τις αγορεύσεις τους στη δίκη. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Kώστα Παπαδάκη TO «AΛΛO AKPO» ΣTO EΔΩΛIO: ΔIKAIOΣYNH ή ATIMΩPHΣIA ΞANA; που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Tόπος.]

Το ξέσπασµα των αντιφασιστικών διαδηλώσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα σε όλη τη χώρα υποχρέωσε την κυβέρνηση Σαµαρά – Βενιζέλου και τους µηχανισµούς της δικαστικής εξουσίας, που µέχρι τότε –επί ενάµιση χρόνο– µαζί µε όλο το πολιτικό σύστηµα παρατηρούσαν χωρίς καµία παρέµβαση την καθηµερινή, κλιµακούµενη εγκληµατική βία της ναζιστικής Χρυσής Αυγής και των ταγµάτων εφόδου της, να προχωρήσουν στην ποινική της καταστολή, έστω και κουτσουρεµένα.
Ο τότε υπουργός ∆ηµόσιας Τάξης Νίκος ∆ένδιας, µε επιστολή του στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζήτησε να ερευνηθεί ποινικά η δραστηριότητα της Χρυσής Αυγής στο σύνολό της ως εγκληµατικής οργάνωσης. Ανατέθηκε κατεπείγουσα σχετική προκαταρκτική εξέταση στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαµπο Βουρλιώτη στις 19 Σεπτεµβρίου 2013, ο οποίος στις 28 Σεπτεµβρίου 2013 ολοκλήρωσε και διαβίβασε την αναφορά του και την ηµέρα εκείνη έγιναν οι πρώτες συλλήψεις ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής, έρευνες κατασχέσεις κ.λπ.
Η διεξαγωγή κύριας ανάκρισης ανατέθηκε αρχικά σε δύο «ανακριτές διαφθοράς» του Πρωτοδικείου Αθηνών και λίγο αργότερα, ύστερα από σύγκληση της Ολοµέλειας Εφετών, σε δύο εφέτες ανακρίτριες, τις Ιωάννα Κλάπα και Μαρία ∆ηµητροπούλου, υπό την εποπτεία του αντιεισαγγελέα εφετών Ισίδωρου Ντογιάκου. Η ανάκριση ολοκληρώθηκε στις 31 Ιουλίου 2014, οπότε και η δικογραφία διαβιβάστηκε στον εποπτεύοντα εισαγγελέα, ο οποίος στις 15 Οκτωβρίου 2014 υπέβαλε τη σχετική παραπεµπτική πρότασή του στο Συµβούλιο Εφετών Αθηνών.
Η πρότασή του περιλάµβανε διώξεις µόνο για το Π.Κ. 187 (εγκληµατική οργάνωση), όχι όµως και για το Π.Κ. 187Α (τροµοκρατική οργάνωση), ενώ παρά τα πάµπολλα περιστατικά ηθικών αυτουργιών, τα οποία δέχεται το παραπεµπτικό βούλευµα (βλ. αναλυτικά στην αγόρευση), τα ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής παραπέµφθηκαν µόνο για το αδίκηµα της διεύθυνσης εγκληµατικής οργάνωσης και όχι και για ηθικές αυτουργίες στις επιµέρους πράξεις. Τελικά στις 4 Φεβρουαρίου 2015 εκδόθηκε το υπ’ αριθµ. 215/2015 παραπεµπτικό βούλευµα του Συµβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάσισε την παραποµπή κατά πλειοψηφία (2-1) σύµφωνα µε την πρόταση Ντογιάκου, µε µειοψηφία ενός εφέτη, ο οποίος έκρινε ότι δεν έπρεπε να υπάρξει παραποµπή για το αδίκηµα της εγκληµατικής οργάνωσης, επειδή δεν είχε αποδοθεί οικονοµικό κίνητρο στη Χρυσή Αυγή. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά από το 2001, οπότε και ισχύει το Π.Κ. 187, που Έλληνας δικαστής το έκρινε αντισυνταγµατικό για οποιονδήποτε λόγο.
Η δίκη της Χρυσής Αυγής προσδιορίστηκε στο Α΄ Τριµελές Εφετείο Κακουργηµάτων Αθηνών για τις 20 Απριλίου 2015, οπότε και ξεκίνησε, ενώ ως τόπος διεξαγωγής της µεθοδεύτηκε από την τότε διοίκηση του Εφετείου Αθηνών και την ανοχή του υπουργείου ∆ικαιοσύνης να είναι η δικαστική αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού αντί της αίθουσας εκδηλώσεων του Εφετείου, η οποία βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και έχει πολύ µεγαλύτερη χωρητικότητα. Ύστερα από µεγάλο αγώνα η δίκη µεταφέρθηκε σταδιακά και µόλις τους τελευταίους µήνες ολικά στο Εφετείο.
∆υστυχώς όµως διεξήχθη υπό συνθήκες αφόρητης και πολλαπλής υποβάθµισης, µε ευθύνη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ που συντηρούσε το σχετικό νοµικό καθεστώς, όπως είναι η έλλειψη ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης, η έλλειψη τήρησης ηχογραφηµένων πρακτικών και διανοµής αποµαγνητοφωνηµένου κειµένου την επόµενη ηµέρα, οι σοβαροί περιορισµοί στην κάλυψή της από φωτογράφους και µε σχεδόν πλήρη αποχή των περισσότερων Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης, ιδίως κατά τις ηµέρες διεξαγωγής της στον Κορυδαλλό, µε εξαίρεση τις καθηµερινές εφηµερίδες της αριστεράς (Εφηµερίδα των Συντακτών, Η Αυγή, Ριζοσπάστης).
Αν δεν υπήρχαν η καθηµερινή καταγραφή από το Golden Dawn Watch και το εβδοµαδιαίο «βιντεοχρονολόγιο» του Omnia TV, στους συνεργάτες των οποίων οφείλονται πολλές ευχαριστίες, αλλά και η ακούραστη και συνεπέστατη παρουσία συντακτών από τις εβδοµαδιαίες εφηµερίδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, όπως η Εργατική Αλληλεγγύη, πάντα µε υλικό µιας ολόκληρης σελίδας, η Κόντρα µε εξαιρετικές αναλύσεις, έως ένα σηµείο και η Νέα Προοπτική, το Πριν κ.ά. εφηµερίδες, καθώς και ελάχιστοι ραδιοφωνικοί σταθµοί (Στο Κόκκινο, ΕΡΑ, Αθήνα 9.84) και ιστοσελίδες, η δίκη θα βρισκόταν κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Σηµαντικό ρόλο διαδραµάτισαν επίσης και οι σχετικές ενηµερωτικές εκδηλώσεις που οργανώθηκαν σε διάφορες πόλεις από κοινωνικούς και αντιφασιστικούς φορείς.
Οι κατηγορούµενοι στη δίκη είναι εξήντα οκτώ, οι τριάντα εννιά εκ των οποίων αντιµετωπίζουν αποκλειστικά το αδίκηµα της ένταξης ή διεύθυνσης (είκοσι συν δεκαεννιά) σε εγκληµατική οργάνωση, ενώ οι υπόλοιποι βαρύνονται επιπλέον και µε άλλα κακουργήµατα (συνέργεια στην ανθρωποκτονία του Παύλου Φύσσα στις 18 Σεπτεµβρίου 2013, απόπειρα ανθρω­ποκτονίας κατά των Αιγύπτιων ψαράδων στις 12 Ιουνίου 2012 και απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά των συνδικαλιστών/µελών του ΠΑΜΕ στις 12 Σεπτεµβρίου 2013). Όλα τα στελέχη της ηγεσίας παραπέµπονται µόνο ως διευθυντές εγκληµατικής οργάνωσης, χωρίς να τους αποδίδεται καµία ηθική αυτουργία για τις πράξεις της!
Οι προαναφερθείσες τρεις αποτελούν τις κύριες υποθέσεις της δίκης, ενώ εκτός από τους κατηγορουµένους αυτών στο εδώλιο κάθονται µόνο µε την κατηγορία της ένταξης σε εγκληµατική οργάνωση δράστες άλλων εγκληµατικών ενεργειών (π.χ. ανθρωποκτονία του Σαχτζάτ Λουκµάν, απόπειρα ανθρωποκτονίας στο στέκι Αντίπνοια κ.ά.), που έχουν δικαστεί ή εκκρεµοδικούν αυτοτελώς, χωρίς όµως στις δίκες εκείνες να έχει αποδοθεί το αδίκηµα της ένταξης σε εγκληµατική οργάνωση, για το οποίο δικάζονται αποκλειστικά στην παρούσα δίκη.
Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών εξετάστηκαν εκατόν πενήντα τρεις µάρτυρες κατηγορίας και πολιτικής αγωγής, εξήντα ένας µάρτυρες υπεράσπισης, ενώ αναγνώστηκαν εκατοντάδες έγγραφα και προβλήθηκαν, ακροάστηκαν ή επισκοπήθηκαν χιλιάδες ψηφιακά πειστήρια (ηχητικά, συνοµιλίες, βίντεο, φωτογραφίες, SMS κ.λπ.), προερχόµενα κατά κύριο λόγο από κατασχέσεις υλικών φορέων (Η/Υ, κινητά τηλέφωνα κατηγορουµένων και άλλων µελών της Χρυσής Αυγής).
Αναγνώστηκαν επίσης, µε αίτηµα των κατηγορουµένων, επί πολλούς µήνες ατέρµονες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις βουλευτών της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι µε αυτόν τον τρόπο ήθελαν να δείξουν το τεράστιο κοινοβουλευτικό τους έργο, προκειµένου να τεκµηριώσουν ότι διώκονται εξαιτίας του φιλολαϊκού του χαρακτήρα. Και βέβαια απολογήθηκαν σχεδόν όλοι οι κατηγορούµενοι. Για τους περισσότερους η ηµέρα της απολογίας τους ήταν και η µόνη κατά την οποία εµφανίστηκαν στη δίκη, τουλάχιστον εκούσια. Η αποδεικτική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 7 Νοεµβρίου 2019 µε την απολογία Μιχαλολιάκου, ενώ στις 18 ∆εκεµβρίου 2019 διατυπώθηκε η πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, η οποία εισηγήθηκε, όπως είναι γνωστό, την αθώωση όλων όσων κατηγορούνται, είτε για ένταξη είτε για διεύθυνση σε εγκληµατική οργάνωση, µε το σκεπτικό ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι εγκληµατική οργάνωση.
Η εικόνα του ακροατηρίου περιλάµβανε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης άδεια τα εδώλια των κατηγορουµένων, που εκπροσωπούνται καθηµερινά από έναν πυρήνα επιµελών συνηγόρων υπεράσπισης. Σχεδόν πάντα άδεια και γεµάτα µόνο λίγες φορές, όταν υπήρχε σχέδιο τραµπουκισµών, και τα έδρανα των οπαδών των κατηγορουµένων.
Το αντιφασιστικό ακροατήριο είχε πιο σταθερή παρουσία, αν και όχι αυτή που θα έπρεπε. Αντιφασίστες, µετανάστες θύµατα της Χρυσής Αυγής και εκπρόσωποι συλλόγων, στελέχη του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, µέλη οργανώσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, της ΚΕΕΡΦΑ, αντιπροσωπείες της Α∆Ε∆Υ, σωµατείων αλλά και διεθνών ενώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώµατα, βουλευτές κ.ά. Ανάµεσα στις συχνές παρουσίες –σίγουρα παραλείπω πολλούς και ζητώ εκ των προτέρων συγγνώµη– ο Ναΐµ Ελγαντούρ και η Άννα Στάµου της Μουσουλµανικής Ένωσης Ελλάδος, ο πρόεδρος της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδος Τζαβέντ Ασλάµ και ο πατέρας του Σαχζάτ Λουκµάν, ο παλαίµαχος αγωνιστής και αυτόπτης µάρτυρας στη δολοφονία Λαµπράκη Λεωνίδας Κοντουδάκης.
Κορυφαία και σχεδόν καθηµερινή παρουσία, και όχι µόνο σε όσες συνεδριάσεις αφορούσαν τη δολοφονία του γιου της, η συγκλονιστική µορφή της Μάγδας Φύσσα, συµπαραστά­τριας, οδηγήτριας και πηγής έµπνευσης για όλους µας. Τίµησε τη µνήµη του Παύλου της και τον παρέδωσε στην Ιστορία ως «λευτεριάς λίπασµα».
Ακολούθησαν, µετά τη διακοπή των Χριστουγέννων, από τις 8 Ιανουαρίου 2020 οι αγορεύσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής. Αγόρευσαν κατά σειρά οι συνήγοροι Χρύσα Παπαδοπούλου (οικογένεια Φύσσα), Κώστας Σκαρµέας, Θανάσης Καµπαγιάννης και Κώστας Παπαδάκης (Αιγύπτιοι ψαράδες), Χάρης Στρατής, Παναγιώτης Σαπουντζάκης, Μάνος Μαλαγάρης, Θόδωρος Θεοδωρόπουλος, Αντώνης Αντανασιώτης και Άγγελος Βρεττός (συνδικαλιστές/µέλη ΠΑΜΕ).
Η δίκη µέχρι την ολοκλήρωση των αγορεύσεων των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, στις 13 Φεβρουαρίου 2020, είχε πραγµατοποιήσει τετρακόσιες δεκαέξι συνεδριάσεις. Μετά την ολοκλήρωσή τους ξεκίνησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης. ∆εν είναι γνωστό πόσοι από όσους έχουν δηλωθεί στη δίκη θα ασκήσουν το δικαίωµα αυτό. Σίγουρα πάντως αρκετές δεκάδες. Η ολοκλήρωση των αγορεύσεών τους στη δίκη, η οποία πλέον διεξάγεται αποκλειστικά στο Εφετείο, αναµένεται στους επόµενους δύο µήνες και η έκδοση της απόφασης, εκτός απροόπτου, τους καλοκαιρινούς µήνες του 2020. Έως τότε η δίκη θα έχει υπερβεί τα πέντε χρόνια από την έναρξή της και ο αριθµός των συνεδριάσεων θα πλησιάζει τις πεντακόσιες. Άγνωστο πόσοι µήνες (δεν τολµώ να πω χρόνια) θα περάσουν µέχρι να καθαρογραφούν και να είναι διαθέσιµα τα πρακτικά της δίκης µαζί µε το σκεπτικό της απόφασης. Και ας µη µιλήσω για την κατ’ έφεση δίκη.
∆εν είναι ωστόσο µόνο ο όγκος (αναπόφευκτος λόγω της προφανούς ανάγκης συνεκδίκασης µε ενιαία κριτήρια όλων των υποθέσεων για τη συναγωγή των στοιχείων της εγκληµατικής οργάνωσης) και η διάρκειά της που την καθιστούν µοναδική. Είναι αναµφισβήτητες η ελληνική και διεθνής ιστορική της βαρύτητα και η απαίτηση του αντιφασιστικού κινήµατος και των θυµάτων της Χρυσής Αυγής για καταδίκη της ναζιστικής εγκληµατικής βίας, ενώ εκδηλώνεται καθηµερινά από πολλούς και µε κάθε τρόπο η έντονη αγανάκτηση για την εισαγγελική πρόταση, η οποία κινδυνεύει για άλλη µία φορά στην Ιστορία να αφήσει τη φασιστική εγκληµατική βία στο απυρόβλητο· που πιθανότατα θα είναι και τελεσίδικο, καθώς η πολιτική αγωγή δεν έχει δικαίωµα να προσβάλει µε ένδικα µέσα αθωωτική απόφαση.
Η ελλιπής δηµοσιότητα όλα αυτά τα χρόνια της διεξαγωγής της δίκης κατέστησε αναγκαία, κατά τη γνώµη µας, τη δηµοσιοποίηση των αγορεύσεων των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, προκειµένου η επιχειρηµατολογία, η τεκµηρίωση και τα στοιχεία τους να γίνουν ευρύτερα γνωστά. Εξάλλου δεν είµαστε δικηγόροι µόνο για τα έδρανα των δικαστηρίων, είµαστε µέρος του αντιφασιστικού κινήµατος, που µας ανέθεσε τιµητικά την έκφραση της φωνής του. Από αυτό πηγάζουν οι αρµοδιότητές µας και σε αυτό επιστρέφει και αναφέρεται η αποστολή µας µέσα και έξω από τη δίκη. Χρέος µας είναι να σταθούµε άξιοι για να τιµήσουµε αυτήν την αποστολή, µε βαθιά επίγνωση του µεγέθους της ευθύνης που την περιβάλλει. Το χρωστάµε στα θύµατα του φασισµού και του ναζισµού στη χώρα µας, και όχι µόνο, το χρωστάµε στη γενιά της Αντίστασης, το χρωστάµε στη γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα και του Πολυτεχνείου, το χρωστάµε σε όλους όσοι αγωνίζονται αυτές τις µέρες για την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και µετανάστες, ενάντια στα υπολείµµατα του ρατσιστικού δηλητηρίου της Χρυσής Αυγής, όπου και αν αυτό βρίσκει φιλοξενία. Και φυσικά το χρωστάµε στις επόµενες γενιές, για να ζήσουν και εκείνες µε τις ελευθερίες που κατέκτησαν και µας πρόσφεραν οι προηγούµενες.
Και δεν θα κάνουµε τη χάρη σε κανέναν να πνίξουµε την αλήθεια στη σιωπή και στην αστική υποκρισία.

Μάρτιος 2020