του Θόδωρου Κουτσουμπού
Την Παρασκευή 17 Απρίλη απολογήθηκαν οι τέσσερις κατηγορούμενοι της υπόθεσης των Αμπελοκήπων. Την προηγούμενη ημέρα είχε απολογηθεί η Μαριάννα Μανουρά – σύντροφος του νεκρού αναρχικού αγωνιστή Κυριάκου Ξυμητήρη από την έκρηξη στην οδό Αρκαδίας στις 31/10/2024. Την Τρίτη 21/4/2026 η δίκη θα συνεχιστεί με αγόρευση της εισαγγελέα, θα ακολουθήσουν οι αγορεύσεις συνηγόρων – και η έκδοση της απόφασης.
Η έως τώρα διαδικασία επιτρέπει μερικές παρατηρήσεις.
α) Η σιωπή των μεγάλων μέσων μαζικής “ενημέρωσης”, τηλεοράσεων, μεγάλων σάιτ και εφημερίδων για τη δικαστική διαδικασία είναι αντιστρόφως ανάλογη των πολύκροτων “ζωντανών συνδέσεων” και του θορύβου που βιώσαμε τις ημέρες μετά την έκρηξη σε διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας στους Αμπελόκηπους στις 31 Οκτωβρίου 2024. Τότε, όλα τα ενσωματωμένα ΜΜΕ μετέδιδαν τις ανακοινώσεις και “διαρροές” της Αντιτρομοκρατικής, τώρα που οι φερόμενοι ως τρομοκράτες ήταν σε δημόσια θέα, σιωπή! Είναι κι αυτό μέρος της συνολικής συνεκτίμησης της ίδιας της υπόθεσης και όχι ένα εξωτερικό στοιχείο…
β) Η διαδικασία έκανε φανερό ότι τίποτα δεν δικαιολογεί την εκδίκαση της υπόθεσης σε ειδικό δικαστήριο. Όπως πολύ καλά απέδειξαν και η κατηγορούμενη Μαριάννα Μανουρά, όσο και οι μάρτυρες, π.χ. Πόλα Ρούπα, και οι συνήγοροι υπεράσπισης, όλες οι ερωτήσεις, όλη η δράση των κατηγορουμένων είναι πολιτική, όμως, δεν δικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο ενόρκων που δικάζει πολιτικά “εγκλήματα” (εντός ή εκτός εισαγωγικών…). Η δίκη γίνεται με βάση τον “αντιτρομοκρατικό” ν. 187Α, ώστε να μη δικάζουν ένορκοι. Θέλουν να ελέγχεται η διαδικασία και η απόφαση από επαγγελματίες δικαστές – το εισαγγελικό σώμα και τελικά από την κυβέρνηση.
γ) Δεν στοιχειοθετείται ουδόλως το βασικό κατηγορητήριο για σύσταση και δράση τρομοκρατικής οργάνωσης – τουλάχιστον οι δύο κατηγορούμενοι, Νίκος Ρωμανός και Αργύρης δεν γνωρίζονταν καν με τους άλλους/ες τρεις συγκατηγορουμένους τους.
Είναι φανερό ότι οι δύο τελευταίοι σύρθηκαν στα δικαστήρια και ρίχθηκαν επί τουλάχιστον 17 μήνες στις φυλακές για να “δέσει” το σενάριο της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας.
δ) Εντύπωση προκαλούν οι απολογίες και οι παρεμβάσεις της κύριας κατηγορούμενης Μαριάννας Μανουρά, αλλά και η απολογία της φίλης της Δήμητρας Ζαραφέτα – ήταν επαναστατικές φωνές χωρίς τίποτα το κραυγαλέο. Σταθερές, ανυποχώρητες, με πολιτικές θέσεις αλλά και επιχειρήματα που κατεδαφίζουν το κατηγορητήριο.
Δανειζόμαστε από τα ρεπορτάζ της Σύνθιας Μπούσιου στο The Press Project – ένα από τα λίγα μέσα που έδινε καθημερινά ειδήσεις από τη δίκη:
Μαριάννα Μανουρά
Η Μαριάννα εξ αρχής ανέλαβε την υπεράσπιση της μνήμης του συντρόφου της Κυριάκου Ξυμητήρη που έπεσε νεκρός από έκρηξη υλικού στο διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας.
Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, δήλωσε ότι υπήρχε πρόθεση επεξεργασίας εκρηκτικής ύλης, την οποία είχε αναλάβει ο σύντροφός της, Κυριάκος. Η ίδια, όπως είπε, δεν βρισκόταν στον χώρο τη στιγμή της έκρηξης και μέχρι σήμερα δεν έχει αποσαφηνιστεί πώς προκλήθηκε η έκρηξη.
Προφανώς, ο πυροτεχνουργός έπρεπε να κληθεί, η ίδια το είχε ζητήσει, όμως η ανάκριση δεν τον κάλεσε. Η ανακρίτρια είπε ότι «έχουμε ήδη όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη δίωξη – γιατί αυτό τους νοιάζει μόνο, η δίωξη» (και όχι η αλήθεια για το τι συνέβη).
Απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό περί ύπαρξης τρομοκρατικής οργάνωσης, τονίζοντας ότι «ό,τι συνέβη, συνέβη μόνο εν γνώσει εμού και του Κυριάκου». Κανείς από τους συγκατηγορούμενούς της δεν γνώριζε και η μόνη που είχε κάποια «εμπλοκή» ήταν η φίλη της Δήμητρα Ζαραφέτα που απλώς τους εξασφάλισε το διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας για ένα δεκαήμερο…
Τόνισε ότι δεν προκύπτουν τα απαιτούμενα στοιχεία για την ύπαρξη τρομοκρατικής οργάνωσης, όπως δομή, διάρκεια και σχέδιο, που να στοιχειοθετούν μια τέτοια κατηγορία, κάνοντας λόγο για κατασκευή του κατηγορητηρίου από τις διωκτικές αρχές.
Έπειτα άσκησε κατεδαφιστική επιχειρηματολογία για τη χρήση του (τρομο)νόμου 187Α.
«Τι είναι τελικά τρομοκρατία;», έθεσε, το ερώτημα. Ποιος θεωρείται τελικά τρομοκράτης και ποιος είναι αυτός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων, σημειώνοντας ότι το κράτος επιβάλλει τη δική του αφήγηση και κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα.
Αναφερόμενη στην περίοδο των μνημονίων, τη χαρακτήρισε ως σημείο καμπής, επισημαίνοντας ότι η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και η αποδυνάμωση των δομών προστασίας οδήγησαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε συνθήκες ανασφάλειας. «Η μόνη τρομοκρατία είναι αυτή του Κράτους και του Κεφαλαίου» ανέφερε, και συνέχισε λέγοντας πως «οι συνθήκες στον Covid, οι συνθήκες στην εργασία, οι συνθήκες στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι αυτά που κάνουν τον κόσμο να φοβάται και να νιώθει ανασφάλεια. Ποιος τρομοκρατεί τον κόσμο; Αγωνιστές όπως εγώ κι ο Κυριάκος που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους ή το πολιτικό σύστημα; Στις πλημμύρες και στις φωτιές ποιοι έθεσαν τόσο κόσμο σε κίνδυνο και τον οδήγησαν στο θάνατο; Η ανυπαρξία του κράτους, όχι εγώ και ο Κυριάκος. Τρομοκράτες για ‘μένα είναι ξεκάθαρο πως είναι το κράτος και οι δικαστές και όχι το αγωνιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας».
Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου κυβερνητικά εγκλήματα έχουν, κατά την άποψή της, συγκαλυφθεί δικαστικά και παραμείνει ατιμώρητα, καθώς και αντίστοιχες περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος.
Έπειτα, φανερά συναισθηματικά φορτισμένη και με δάκρυα στα μάτια, μίλησε για τον σύντροφό της, Κυριάκο Ξυμητήρη. «Θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να προστατεύσω τη μνήμη του».
Ανέφερε ότι ο Κυριάκος συμμετείχε ενεργά για χρόνια σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, επιλέγοντας συνειδητά να ζήσει μια ζωή με αποτύπωμα, σε αντίθεση με μια πιο «αθόρυβη» πορεία. Όπως είπε, ήταν παρών σε πολιτικές διαδικασίες και κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου η κοινωνική ζωή βρισκόταν σε ένταση ή σύγκρουση, εκφράζοντας έμπρακτα την ταξική αλληλεγγύη.
Τόνισε ότι είχε επιλέξει να αντιμετωπίζει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς μέσα από τον αγώνα και όχι την απομόνωση, βρισκόμενος σταθερά «εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά της σύγκρουσης». Περιέγραψε τη στάση του ως μια συνειδητή επιλογή ρίσκου, λέγοντας πως «πήρε βαθιά ανάσα για το δικό του μακροβούτι», επιδιώκοντας να ταράξει, όπως υποστήριξε, τα νερά μιας επιβαλλόμενης «ένοπλης ειρήνης».
Τέλος, αφού αφηγήθηκε με τρυφερότητα τα εφηβικά και νεανικά χρόνια του, τις συνήθειές του, τα όσα αγαπούσε, τις σπουδές του και τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, τον χαρακτήρισε ενωτικό και οξυδερκή, επισημαίνοντας ότι έγινε γρήγορα απαραίτητος στον χώρο όπου δραστηριοποιούνταν, καθώς ήταν πάντα παρών για όποιον και όποια τον χρειαζόταν και είχε βρει τον σκοπό του, τον ρόλο του και τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να συνεισφέρει.
«Για να μη συνηθίσεις τον θάνατο, μάχεσαι»
Έπειτα, μίλησε για τη δική της πορεία:
«Ανήκω στη γενιά του Αλέξη, των μνημονίων, των Τεμπών, της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη, της Ζακ, του Λάμπρου Φούντα, των 850 ευρώ, της Πύλου, του Λιγνάδη, της Γρίβα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα κερδίζονται στον δρόμο, από το να κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου για να αλλάξει η συνθήκη. Διένυσα χιλιόμετρα με τον Κυριάκο, να μοιραζόμαστε σκέψεις και όνειρα.
Έζησα και αγωνίστηκα σε δύο πόλεις, την Αθήνα και το Βερολίνο. Παλέψαμε για το ανέφικτο: τη δικαιοσύνη. Αντιστεκόμαστε με συμμετοχή, με βία απέναντι στην κρατική βία. Δώσαμε αγώνες στους οποίους ήμασταν μαζί και οι δύο. Για να μη συνηθίσεις τον θάνατο, μάχεσαι»
Παράλληλα, σημείωσε ότι η μνήμη δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά κοινωνικά δομημένη διαδικασία και ανέφερε ότι ο Κυριάκος έχει καταγραφεί ως ένας ολοκληρωμένος κοινωνικός αγωνιστής, καθώς ακόμη και άνθρωποι που επλήγησαν δεν εκφράστηκαν αρνητικά ούτε για την ίδια ούτε για τον Κυριάκο. Τόνισε, όμως, ότι όταν μια πράξη χαρακτηρίζεται ως έγκλημα, η κοινωνική συνείδηση δυσκολεύεται να την αποποινικοποιήσει και πως η κοινωνία έχει μάθει να αντιμετωπίζει τη δική της βία ως παράνομη, ενώ την κρατική βία ως νόμιμη.

Δήμητρα Ζαραφέτα
«Η Αντιτρομοκρατική παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, μετατρέποντας την αρχή “όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου” σε “όλοι οι αγωνιστές είναι ένοχοι”.
«Η δίωξή μου, είπε, έχει να κάνει καθαρά με την πολιτική μου ταυτότητα και επειδή υπερασπίστηκα προσωπικές και συντροφικές σχέσεις. Το αφήγημα δεν στηρίχτηκε πάνω σε στοιχεία, αλλά σε ακροβασίες που με χαρακτήριζαν ως εν δυνάμει τρομοκράτισσα». Στη συνέχεια σχολίασε ως παράδοξο το γεγονός ότι το κατηγορητήριο στηρίχτηκε στις σπουδές της ως ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο, ώστε να αιτιολογήσει το γνωστικό υπόβαθρο για την κατασκευή βόμβας.
«Βαραίνει μια απώλεια», συνέχισε, «αυτή του αναρχικού Κυριάκου Ξυμητήρη. Οι σκέψεις του και τα όνειρά του δεν είναι υλικό δικαστικής κρίσης. Η σπίλωση της μνήμης του συντρόφου είναι απαράδεκτη». Στη συνέχεια, δήλωσε πως αρνείται να απομονωθεί πολιτικά και να εξοντωθεί. «Το αν η Αντιτρομοκρατική καταφέρει να επιβάλει το αφήγημά της είναι στα δικά σας χέρια» είπε απευθυνόμενη στο δικαστήριο. «Η Αντιτρομοκρατική, μέσα σε μία νύχτα, κατασκεύασε και συνέταξε ένα βαρύ κατηγορητήριο που επισύρει έως και 25 χρόνια εγκλεισμού, με μοναδικό “στοιχείο” τα κλειδιά μαζί με τον σύντροφό μου Δημήτρη», συμπλήρωσε.
Να σημειωθεί ότι όταν έμαθε για την έκρηξη στην Αρκαδίας επέστρεψε αυτοβούλως στην Ελλάδα και δεν επιχείρησε να διαφύγει γιατί δεν είναι ένοχη. Υποστήριξε επίσης ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία της καταστρατηγούνται, αναφερόμενη και σε διαρροές προσωπικών δεδομένων, όπως φωτογραφίες της και στοιχεία της οικογένειάς της.
Συγκινημένη, αναφέρθηκε στον Κυριάκο Ξυμητήρη: «Έτσι, την υπόθεσή μας βαραίνει ένα φορτίο σημαντικότερο από οποιοδήποτε σενάριο, η απώλεια του συντρόφου Κυριάκου. Η συντρόφισσα Μαριάννα Μανουρά υπερασπίστηκε με αξιοπρέπεια τη μνήμη του με την παρουσία της, δεν αρνήθηκε τις πολίτικες της επιλογές και απέναντι σε αυτή τη πίεση στάθηκε όρθια, θα στέκομαι στο πλευρό της. Κανένας κατασταλτικός μηχανισμός δε θα απομονώσει τη μια από την άλλη. Ο σύντροφος Κυριάκος βρίσκεται τώρα δίπλα σε όλες και όλους όσες και όσους έπεσαν μαχόμενες και μαχόμενοι. Κανένα καθεστώς δεν εγκαταλείπει τα προνόμιά του οικειοθελώς, η αντίσταση είναι ο μόνος τρόπος. Ο αγώνας πρέπει να είναι πολύμορφος, κάθε μέσο πάλης αποτελεί αυταπόδεικτη βαθιά ανθρώπινη πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ένοπλη πάλη. Την κατεύθυνση αυτή επέλεξε να ακολουθήσει και ο Κυριάκος με βαθιά πίστη στο δίκαιο. Διαλέγοντας τη ζωή, έπεσε μαχόμενος· και αν σήμερα βρίσκομαι εδώ, μπροστά στους συντρόφους, και τοποθετούμαι, είναι γιατί τον γνώρισα και τον έζησα στο Βερολίνο. Μας συνέδεε μια φιλική και συντροφική σχέση, και μαζί συμμετείχαμε σε κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες. Πρόκειται για τη μετατροπή του πένθους σε πολιτική πράξη, της απώλειας σε δεσμό. Η πορεία, οι επιλογές και οι σχέσεις εγγράφονται ως πράξεις ελευθερίας που δεν διαγράφονται από τον θάνατο. Αποτελεί έμπνευση για τη συνέχιση του αγώνα. Ο δρόμος που απλώνεται δεν είναι πάντα ασφαλής, αλλά είναι δικός μας».
Ο Δημήτρης
Στην απολογία του ο Δημήτρης ανέφερε: «Λυπάμαι πολύ που βρίσκομαι σε μια υπόθεση που κόστισε τη ζωή ενός φίλου μας και ταλαιπώρησε κόσμο. Δεν έχω καμία σχέση με αυτά, δεν είχα πρόθεση να κάνω αυτά για τα οποία κατηγορούμαι. Αρνούμαι στο σύνολο όλες τις κατηγορίες».
Η μόνη εμπλοκή του είναι ότι του έδωσαν τα κλειδιά για να τα επιστρέψει στην ιδιοκτήτρια… Υπέρ του κατηγορούμενου είχε καταθέσει ο υπεύθυνος καθηγητής του στο Πολυτεχνείο.
Νίκος Ρωμανός: στη φυλακή βιώνεις τον “παγωμένο χρόνο
Ο Νίκος Ρωμανός στα χέρια του οποίου ξεψύχησε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, ο 15χρονος μαθητής που δολοφόνησε ο ειδικός φρουρός στα Εξάρχεια στις 6 Δεκέμβρη 2008, πυροδοτώντας την Εξέγερση που κράτησε 33 ημέρες, και ο οποίος έχει κάνει 7 χρόνια φυλακή και απεργία πείνας γιατί δεν του επέτρεπαν να παρακολουθεί τη σχολή του, όπως δικαιούται από τον νόμο, είπε στην απολογία του:
«Βρίσκομαι εδώ μετά από 18 μήνες άδικης κράτησης. Ζητώ αποκατάσταση της αλήθειας, ο λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι το παρελθόν μου. Επαναλαμβάνω ότι δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση, δεν έχω πράξει τίποτα από αυτά που μου αποδίδονται, οι κατηγορίες είναι αποτέλεσμα ρεβανσισμού. Από την αποφυλάκισή μου το 2019 είχα ενεργή κοινωνική και πολιτική ζωή. Οι δυσκολίες ενός ανθρώπου που βγαίνει από τη φυλακή μετά από χρόνια είναι πολλές, είχα ηθικές υποχρεώσεις προς το οικογενειακό μου περιβάλλον που με στήριξε από την πρώτη στιγμή· όσο βρισκόμουν στη φυλακή, προσπάθησα να τις φέρω εις πέρας με πολλούς τρόπους.
Ένας άνθρωπος που βγαίνει μετά από χρόνια από τη φυλακή βιώνει έναν “παγωμένο χρόνο”: η φυλακή είναι σαν ψυγείο, και όταν βγαίνεις έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν κόσμο που έχει αλλάξει ραγδαία. Εσύ πρέπει να τον προλάβεις. Προσπάθησα να προσαρμοστώ. Ήταν μια δύσκολη και επώδυνη διαδικασία. Βρήκα δουλειά, οικοδόμησα κοινωνικές σχέσεις που μου έδιναν χαρά και ευχαρίστηση, είχα οικογένεια, σύντροφο, φίλους, σχέδια και πλάνα για τη ζωή μου.
Είχα και δημόσια πολιτική ζωή: πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, ευαισθητοποίηση για τα δικαιώματα κρατουμένων, διαδηλώσεις. Η πιο σημαντική στιγμή αυτής της κοινωνικής μου δράσης ήταν η αποκατάσταση του μνημείου του φίλου μου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Έγινε προσπάθεια να αποκατασταθεί ένα μνημείο που είχε αφεθεί στη σήψη, ώστε να διατηρηθεί ζωντανό το σύμβολο της μνήμης ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους άδικα.
Αυτό διακόπηκε βίαια. Ήταν σαν ένα ντεζαβού: η σύλληψή μου από το πατρικό μου σαν ένα τραύμα που ξανανοίγει και επαναλαμβάνεται. Ένα άσχημο βίωμα. Μετά από κάποια στιγμή κατάλαβα ότι θα αντιμετωπιστώ σαν “λάφυρο”, θα περιφερθώ στα κανάλια ως προϊόν πολιτικού μάρκετινγκ. Είχα επίγνωση ότι θα συμβούν όλα αυτά όταν κατάλαβα τι μου καταλογίζεται.
Βρίσκομαι εδώ εξαιτίας αυτής της επιλογής, που δεν ήταν δική μου. Αντίθετα, στο παρελθόν τις επιλογές μου τις υπερασπίστηκα όχι μόνο σε έναν φίλο μου αλλά και δημόσια, σε αίθουσες δικαστηρίων, εκθέτοντας το ιστορικό και κοινωνικό μου πλαίσιο. Αυτές είναι κομμάτι της ύπαρξής μου. Έχω βρεθεί σε δικαστήρια για πράγματα που δεν έχω κάνει – και δεν ήταν λίγα. Δεν πήγαινα για καλύτερη ποινική μεταχείριση, γιατί αυτή ήταν ήδη βαριά, αλλά για αποκατάσταση της αλήθειας, για να αναλαμβάνει ο καθένας την ευθύνη των πράξεών του και όχι να μου αποδίδονται πράξεις που δεν έχω κάνει.
Βρίσκομαι σε μια καφκική κατάσταση, ένα τραγικό περιστατικό όπου ο Κυριάκος έχασε τη ζωή του και η Μαριάννα τραυματίστηκε σοβαρά. Η υπόθεση έχει εργαλειοποιηθεί πολιτικά από την πρώτη στιγμή. Η δική μου περίπτωση είναι το “κερασάκι της τούρτας” αυτής της εργαλειοποίησης. Αναρωτιέμαι πόση συζήτηση μπορεί να γίνει για μια σακούλα. Επαναλαμβάνω ότι για όσα έχω κάνει αναλαμβάνω ευθύνη και αντιμετωπίζω τον νόμο.
Βρίσκομαι εδώ για να “αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας”, για μια σακούλα με πολλά διαφορετικά αποτυπώματα. Δεν μπορώ να ξέρω πότε ήρθα σε επαφή με μια σακούλα, θα ήταν υποκριτικό να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Οι πιθανότητες παραμένουν πιθανότητες· πρόκειται μόνο για υποθέσεις και σενάρια. Αδυνατώ να θυμηθώ πότε ήρθα σε επαφή με μια σακούλα. (Στη σακούλα, ένα μεταφερόμενο υλικό, κατά την κατηγορία βρέθηκε ένα -για την ακρίβεια μισό- αποτύπωμα από εσωτερικό του δάκτυλο. Αρχικά ήταν ένα, μετά δύο, μετά πολλά αποτυπώματα, όμως επέλεξαν το δικό του αποτύπωμα.).
Θα ήταν πιο ειλικρινές να μου έλεγε κανείς ότι θα φυλακιστώ επειδή το κράτος δεν με συμπαθεί, δε με γουστάρει. Θα ήταν πιο τίμιο. Το ότι βρίσκομαι στη φυλακή με το επιχείρημα μιας σακούλας δεν το θεωρώ σωστό».
Σχετικά με τις σχέσεις με συγκατηγορούμενους, σημείωσε ότι γνώρισε τον Δημήτρη στη φυλακή, γνώριζε ήδη τον Αργύρη, ενώ δεν ήξερε καν ονομαστικά τη Μαριάννα, τον Κυριάκο και τη Δήμητρα. Εξέφρασε, τέλος, τα θερμά του συλλυπητήρια προς την οικογένεια, τη σύντροφο και τους συντρόφους του Κυριάκου, μία λέξη υπάρχει για την απώλεια: σεβασμός.
Ο Αργύρης
Ο Αργύρης, δήλωσε ότι κατηγορείται για πράγματα που δεν έχει διαπράξει και ότι δεν έχει καμία επαφή με όπλα ή συναφή αντικείμενα. Δήλωσε ότι βρίσκεται σε μια συνθήκη έντονης συναισθηματικής αδικίας, καθώς καλείται να αποδείξει την μη τέλεση πράξεων που δεν έχει διαπράξει. Φίλος του Νίκου Ρωμανού μετά το 2019, ήταν αλληλέγγυος στις ανακριτικές διαδικασίες. Όταν αποφασίστηκε η σύλληψη και παραπομπή του Νίκου συνελήφθη και ο ίδιος.
Προφανώς, οι δύο τελευταίοι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για να “δέσει” η κατηγορία της τρομοκρατικής οργάνωσης…
