του Σάββα Μιχαήλ
[ 109 Xρόνια από την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία ]
[ Το παρακάτω κείμενο του σ. Σάββα Μιχαήλ, γ. γραμματέα του ΕΕΚ, αποτελεί την ομιλία του στο Διεθνές Συνέδριο για τα 100 Χρόνια από την ίδρυση της ΕΣΣΔ που οργάνωσε η Ρωσική Κρατική Βιβλιοθήκη στο Λένινγκραντ το 2022. Το κείμενο περιλαμβάνεται στον τόμο που εκδόθηκε από την Ρωσική Κρατική Βιβλιοθήκη και κυκλοφορεί στα ρωσικά μαζί με τα κείμενα όλων των ομιλιών στο εν λόγω συνέδριο. Ο τίτλος του συνεδρίου ήταν: “100 лет образования СССР” (100 χρόνια από την ίδρυση της ΕΣΣΔ). ]
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 αποτέλεσε, αναμφίβολα, μια καταστροφή όχι μόνο για όλους τους λαούς του πρώην σοβιετικού χώρου, αλλά και για την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Κάθε άλλο παρά ένα τετελεσμένο γεγονός, πυροδότησε μια παρατεταμένη περίοδο αναταράξεων σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία έφτασε σε ένα δραματικό ιστορικό σημείο καμπής με τη στρατιωτική σύγκρουση στην Ουκρανία —μια σύγκρουση όπου το ΝΑΤΟ δρα μέσω αντιπροσώπων. Κινητήρια δύναμη αυτής της σύγκρουσης είναι η παρακμή των ΗΠΑ και του παγκόσμιου καπιταλισμού, ο οποίος βρίσκεται σε κρίση και επιχειρεί να την υπερβεί καταλαμβάνοντας, κατακερματίζοντας και αποικιοποιώντας τον πρώην σοβιετικό χώρο —με επίκεντρο τη Ρωσία— και, στη συνέχεια, την Κίνα. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι: θα οδηγηθούμε στην ολοκλήρωση της καταστροφής του 1991 ή στην αντιστροφή της;
1. Η παγκόσμια ιστορία είναι ανεξίτηλα σφραγισμένη από τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε η Σοβιετική Ένωση στην αλληλεπίδραση και τη διαμόρφωση των παγκόσμιων εξελίξεων: από την επαναστατική της αφετηρία —μετά την κοσμοϊστορική Σοσιαλιστική Επανάσταση του Οκτωβρίου του 1917— έως την καταστροφική της κατάρρευση το 1991, αλλά και πέρα από αυτήν.
Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να βιώνει το σοκ και τις επιπτώσεις από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η σκιά του 1991 —αυτού που ο Γάλλος φιλόσοφος Alain Badiou αποκάλεσε «un désastre obscure», μια «σκοτεινή καταστροφή»— εξακολουθεί να πέφτει πάνω στις παγκόσμιες εξελίξεις και προοπτικές. Όπως ορθά παρατήρησε ο ίδιος φιλόσοφος, το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει, μέχρι σήμερα, σε έναν γενικευμένο «αποπροσανατολισμό του κόσμου». Καθώς ο καπιταλιστικός κόσμος σπαράσσεται από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που εξαπλώνονται —τόσο κατά τα τέλη του 20ού αιώνα όσο και καθώς προχωράμε στον 21ο αιώνα—, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο συγκεχυμένη.
Για όσους δεν επιθυμούν να παραμένουν πνευματικά τυφλοί, καθίσταται σήμερα σαφές —περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ— ότι η κατάρρευση αυτή δεν αποτέλεσε ένα στιγμιαίο, μεμονωμένο γεγονός, ούτε ένα τετελεσμένο και ολοκληρωμένο συμβάν, όπως πρόωρα πανηγύρισαν οι επιφανειακοί παρατηρητές και οι απολογητές του καπιταλισμού, βαφτίζοντάς το «τέλος της ιστορίας». Το 1991 πυροδότησε μια ταραχώδη και παρατεταμένη διαδικασία —η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί— με παγκόσμια δυναμική. Η διαδικασία αυτή κλιμακώνεται σήμερα μέσω του δι’ αντιπροσώπων πολέμου στην Ουκρανία, ο οποίος υποκινήθηκε από το ΝΑΤΟ εναντίον της μετασοβιετικής Ρωσίας, φέρνοντας τον κόσμο και την ανθρωπότητα συνολικά στο χείλος της αβύσσου ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά παράδοξο τρόπο, σε αυτή τη στρατιωτική σύρραξη, το φάντασμα της Σοβιετικής Ένωσης —των επαναστατικών της επιτευγμάτων, του επικού και τραγικού παρελθόντος της, έως την καταστροφή της κατάρρευσής της— κατέχει κεντρική θέση.
Το ίδιο το 1991 καθίσταται το μήλον της έριδος και για τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Ο δυτικός ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, επιδιώκει να ολοκληρώσει τη διαδικασία που ξεκίνησε το 1991, επιβάλλοντας —διά της βίας— τον αποικισμό και τον κατακερματισμό του πρώην σοβιετικού χώρου, καθώς και του ίδιου του ρωσικού πυρήνα του.
Η Ρωσία αντιστέκεται σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως την κορύφωση της καταστροφής του 1991. Η συντριπτική πλειονότητα των λαών της Ρωσίας βλέπει, δικαίως, στην ιμπεριαλιστική πολεμική εκστρατεία μια υπαρξιακή απειλή, μια βίαιη επιστροφή στον εφιάλτη και την ταπείνωση της χαοτικής δεκαετίας του 1990, σε μια ακόμη πιο φρικαλέα μορφή. Οι μνήμες από τη ναζιστική εισβολή του Χίτλερ το 1941 και τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» αναβιώνουν με την επανεμφάνιση των ένοπλων ναζιστικών εγκληματικών συμμοριών του Μπαντέρα και τον αγώνα εναντίον τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πεδία των μαχών του Ντονμπάς, τα ρωσικά στρατεύματα γκρεμίζουν τα αγάλματα του Στεπάν Μπαντέρα —τα οποία είχαν τοποθετηθεί από το καθεστώς του Κιέβου στη θέση των αγαλμάτων του Λένιν από τη σοβιετική περίοδο—, αποκαθιστούν τα μνημεία του Μπολσεβίκου ηγέτη και υψώνουν την Κόκκινη Σημαία της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν απλώς εκδήλωση μνήμης και νοσταλγίας για ένα παρελθόν που δεν επιστρέφει. Παρά τις επίσημες κρατικές διαψεύσεις και τον εθνικιστικό-συντηρητικό λόγο, πρόκειται για εκφράσεις μιας βαθύτερης ιστορικής απαίτησης, η οποία είναι εδραιωμένη εδώ και έναν αιώνα —από την ίδρυση της ΕΣΣΔ— στη κοινωνική συνείδηση και ριζωμένη στις ιστορικά διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις.
Καθώς η ιμπεριαλιστική πολεμική εκστρατεία αποικισμού επιχειρεί να ολοκληρώσει την καταστροφή του 1991, μέσα από την υπαρξιακή απειλή μιας ολοκληρωτικής κατάρρευσης αναδύεται μια επιτακτική ανάγκη: όχι απλώς να υπάρξει αντίσταση και αναβολή της απειλούμενης καταστροφής, ή διατήρηση ενός ανέφικτου status quo, αλλά να ξεπεραστεί και να αντιστραφεί η καταστροφή του 1991.
Να ολοκληρωθεί ή να αντιστραφεί η καταστροφή του 1991; Αυτό είναι το ερώτημα.

Ποιο από τα δύο είναι δυνατόν ή/και αναγκαίο; Ποιος, άραγε, από τους αντιπάλους θα ηττηθεί και ποιος θα αναδειχθεί νικητής; Ποιος ποιον; Кто кого? Το μέλλον —όχι μόνο της μετασοβιετικής Ρωσίας ή της ιμπεριαλιστικής Δύσης, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας— εξαρτάται από την απάντηση· όχι απλώς σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά στην ίδια την ιστορική πράξη.
2. Ας εξετάσουμε δύο αντίθετες κατευθύνσεις στη σημερινή ιστορική συγκυρία. Ας ξεκινήσουμε, καταρχάς, από αυτόν που εξακολουθεί να κατέχει την παγκόσμια ηγεμονία —τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό— και ας αναρωτηθούμε: γιατί χρειάζεται να ολοκληρώσει την καταστροφή του 1991, δηλαδή την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης;
Αυτή η μακροχρόνια ανάγκη του ιμπεριαλισμού εκδηλώθηκε χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μετά την αναγγελία του τέλους της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 2 Ιανουαρίου 1992, εφαρμόστηκε η λεγόμενη «θεραπεία σοκ» —μια επιβολή του ΔΝΤ— με στόχο την άγρια και ταχύτατη καταστροφή της σοβιετικής οικονομίας, θέτοντας έτσι τις βάσεις για μια καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Έναν μήνα μετά, τον Φεβρουάριο του 1992, το Πεντάγωνο των ΗΠΑ εξέδωσε μια νέα Στρατηγική Αμυντική Καθοδήγηση (Strategic Defense Guidance), υπό την εποπτεία του Paul Wulfowitz (ο οποίος αργότερα υπήρξε ένας από τους βασικούς νεοσυντηρητικούς αρχιτέκτονες των πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ), εστιάζοντας σε έναν κεντρικό στρατηγικό στόχο: «Να αποτραπεί η μετασοβιετική Ρωσία από το να αναδυθεί εκ νέου ως συστημικός, απειλητικός αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Και οι δύο ενέργειες —η οικονομική «θεραπεία σοκ» των ΗΠΑ και του ΔΝΤ, καθώς και η νέα στρατιωτική στρατηγική του αμερικανικού Πενταγώνου— ήταν εκ φύσεως αλληλένδετες. Έπρεπε να καταστραφούν οι υλικές κοινωνικοοικονομικές βάσεις της Σοβιετικής Ένωσης και να επιβληθεί ένας στρατιωτικός «στενός κορσές» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στον τεράστιο πρώην σοβιετικό χώρο —συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας—, προκειμένου να αποτραπεί μια αναστροφή της καταστροφής του 1991 και, κατά συνέπεια, η επανεμφάνιση ενός «συστημικού ανταγωνιστή που θα αποτελούσε απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Η συνεχής επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, έως τα σύνορα της Ρωσίας, από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα· η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, οι επεμβάσεις και οι πόλεμοι στα «μαλακά υπογάστρια» και τον περίγυρό της —από τα Βαλκάνια (πρώην Γιουγκοσλαβία) έως την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή (Αφγανιστάν, Ιράκ), από την Ανατολική Μεσόγειο (Λιβύη, Συρία) έως τις χώρες γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο—· οι «έγχρωμες» αντεπαναστάσεις και τα πραξικοπήματα (Γεωργία, Ουκρανία)· και, πλέον, ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων του ΝΑΤΟ, που διεξάγεται μέχρι την τελευταία ρανίδα ουκρανικού και ρωσικού αίματος: όλα αυτά αποτελούν διαδοχικά βήματα που υπηρετούν τον ίδιο στρατηγικό στόχο: να ολοκληρώσουν και να καταστήσουν μη αναστρέψιμη την καταστροφή του 1991, εφαρμόζοντας το διαβόητο «Δόγμα Μπρεζίνσκι» για τη μετατροπή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης —με τον ρωσικό πυρήνα της— σε έναν κατακερματισμένο χώρο ημι-αποικιών της ιμπεριαλιστικής Δύσης, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη μετασοβιετική Ρωσία δεν θα μπορούσε να αποτελεί μια ανέφικτη επιστροφή στον ρωσικό καπιταλισμό της προ του 1917 περιόδου —είτε με Τσάρο είτε χωρίς αυτόν. Η ενσωμάτωση στον παγκόσμιο καπιταλισμό συνεπάγεται τον κατακερματισμό και τον αποικισμό της χώρας, όπως είχε προειδοποιήσει ο Λεβ Ντ. Τρότσκι ήδη από το 19291Trotsky L. Writings of Leon Trotsky (1929). New York, 1975. p. 55. Ό,τι ίσχυε τότε, καθίσταται δραματικά πιο αληθές στις σημερινές ταραγμένες παγκόσμιες συνθήκες του 21ού αιώνα.
3. Ποια ιστορική αναγκαιότητα, αν υπάρχει, ωθεί τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό σε μια παγκόσμια στρατιωτική σύρραξη; Γιατί αυτή η κλιμακούμενη ιμπεριαλιστική πολεμική ορμή, η οποία θέτει πλέον σε κίνδυνο όχι μόνο τη μετασοβιετική Ρωσία (μαζί με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας — τον έτερο «κύριο συστημικό στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ», σύμφωνα με το πρόσφατα δημοσιευμένο επίσημο αμερικανικό έγγραφο «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας 2022»), αλλά και την ανθρωπότητα στο σύνολό της;
Η Ύβρις της πολυδιαφημισμένης «μονοπολικής στιγμής» —μιας αιώνιας παγκόσμιας κυριαρχίας μιας «Αμερικανικής Αυτοκρατορίας» στα τέλη του 20ού αιώνα— αποδείχθηκε βραχύβια. Η Νέμεσις ήρθε στις αρχές του 21ου αιώνα. Ενώ η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 θεωρήθηκε ως το απόγειο του θριάμβου της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η ίδια αυτή παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου κατέρρευσε με το Κραχ του 2008 —την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση—, την οποία ακολούθησαν μια Μακρά Ύφεση και διαδοχικά, καταστροφικά πλήγματα που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Οι πολεμικές εκστρατείες του παγκόσμιου ηγεμόνα —των ΗΠΑ—, μαζί με τους «πρόθυμους συμμάχους» του στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οδήγησαν, δύο δεκαετίες αργότερα, στην ταπεινωτική ήττα των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν —τη χειρότερη αμερικανική ήττα μετά το Βιετνάμ το 1975— καθώς και στη χαοτική τους κατάρρευση στο Ιράκ. Ο αλαζονικός, αυτοανακηρυγμένος «αυτοκράτορας του κόσμου» από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν μπορεί πλέον να κρύψει τη γύμνια του — με άλλα λόγια, την ιστορική παρακμή της Αμερικής.
Αν και παραμένει η ηγεμονική δύναμη στον καπιταλιστικό κόσμο, η κρίση και η παρακμή του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού —σε όλες τις εκφάνσεις του: κοινωνική, οικονομική, πολιτική, γεωπολιτική— δεν αποτελούν πλέον μυστικό. Η ιμπεριαλιστική του επιθετικότητα και η πολεμοχαρής του στάση στη διεθνή σκηνή εκφράζουν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεπεραστεί η παρακμή, να «γίνει η Αμερική μεγάλη ξανά» (Τραμπ) ή να «αποκατασταθεί ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής στον κόσμο» (Μπάιντεν). Προκειμένου να αποκαταστήσει την εσωτερική της ισορροπία, η Αμερική οφείλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια ισορροπία, η οποία έχει καταρρεύσει μέσα στην κρίση2Trotsky L. Europe and America (1926). URL: https://www.marxists.org/archive/. Για τον λόγο αυτόν, εξαπολύεται μια σφοδρή εκστρατεία, πρωτίστως εναντίον της Ρωσίας και της Κίνας —των βασικών στρατηγικών ανταγωνιστών της, που αντιμετωπίζονται ακόμη και ως υπαρξιακή απειλή.
Θα ήταν εσφαλμένο να εκλάβουμε την παρακμή της Αμερικής στο παγκόσμιο περιβάλλον ως ένα φαινόμενο περιορισμένο σε εθνικό επίπεδο, αναμένοντας ότι κάποια άλλη ανερχόμενη χώρα ή διάφορα εθνικά κέντρα θα πάρουν τη θέση της μέσα στο μεταβαλλόμενο –αλλά πάντοτε καπιταλιστικό– παγκόσμιο ιστορικό περιβάλλον. Η Αμερική αντιπροσωπεύει το υψηλότερο σημείο που έχει φτάσει η ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού, ως κοινωνικού συστήματος και τρόπου παραγωγής, σε παγκόσμια κλίμακα. Η παρακμή της εκδηλώνει, με τους πιο εκρηκτικούς τρόπους, την ιστορική παρακμή όχι ενός εθνικού, αλλά του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η κλιμακούμενη κρίση της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου από το 2008 και μετά, με επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν σηματοδοτεί μια «απο-παγκοσμιοποίηση»3Unpublished: Savvas M.-M. De globalization or Capitalist Globalization in Crisis? (IV Russian Social Forum. May 1–4, 2022). και μια επιστροφή στον εθνικό κατακερματισμό. Πρόκειται για μια παγκόσμια κρίση, ακριβώς επειδή η παγκόσμια ενοποίηση που προωθείται από το κεφάλαιο συγκρούεται με τα εξωτερικά και εσωτερικά όρια του ίδιου του κεφαλαίου, ως μιας ιδιαίτερης μορφής του κοινωνικού μεταβολισμού στις σχέσεις μεταξύ φύσης και κοινωνίας.4Mészáros I. Beyond Capital. URL: https://monthlyreview.org/product/beyond_capital/ (дата обращения: 16.09.2025). Το σοκ της παγκόσμιας πανδημίας και η αυξανόμενη απειλή μιας κλιματικής καταστροφής αποτελούν καταστροφικές εκδηλώσεις αυτής της σύγκρουσης.5Savvas M.-M. Pandemic and Crisis. URL: https://www.neaprooptiki.gr/?s=Savvas (дата обращения: 16.09.2025). Ωστόσο, ταυτόχρονα, η κρίση της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου καταδεικνύει ότι υφίσταται τόσο η αντικειμενική αναγκαιότητα όσο και η δυνατότητα, εκ μέρους των σύγχρονων κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, να υπερβούν το κεφάλαιο.
Ο Χέγκελ είχε τη διαλεκτική διορατικότητα να παρατηρήσει ότι μια περίοδος παρακμής και πτώσης στην ιστορία «εκδηλώνει την εμφάνιση μιας ανώτερης αρχής, υπό την απλή μορφή της άρνησης της ίδιας της αρχής της». Η ιστορική παρακμή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού αποτελεί την αρνητική μορφή εμφάνισης της ανάδυσης μιας ανώτερης αρχής κοινωνικού μεταβολισμού — του παγκόσμιου Σοσιαλισμού.
4. Η εποχή μας, η εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής του καπιταλισμού —μια «εποχή πολέμων και επαναστάσεων», κατά τον ορισμό του Λένιν— είναι ακριβώς η εποχή μιας μετάβασης. Και δεν πρόκειται απλώς για μετάβαση προς μια «ανώτερη αρχή», μια άλλη μορφή κοινωνικού μεταβολισμού, έναν νέο τρόπο παραγωγής, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά για την πιο κρίσιμη, πιο δύσκολη και πιο δραματική μετάβαση: από την τελευταία ανταγωνιστική μορφή ταξικής κοινωνίας, τον καπιταλισμό, σε μια αταξική, παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία, η οποία θεμελιώνεται στην κοινωνική δυνατότητα απελευθέρωσης της ζωντανής ανθρώπινης ενέργειας ως αυτοσκοπού. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους μετάβασης, πρόκειται —για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Μαρξ— για τη μετάβαση από την προϊστορία στην πρώτη πραγματική ανθρώπινη Ιστορία6Marx K. A Contribution to the Critique of Political Economy. Moscow, 1977, p. 22, το αληθινό βασίλειο της ελευθερίας.7Marx K. Capital. Moscow, 1977. Vol. 3, p. 820
Οι πρώτες στιγμές της μεταβατικής μας εποχής, τα πρώτα σημάδια της ανάδυσης και της πραγμάτωσης της δυνατότητας και της αναγκαιότητας της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, εμφανίστηκαν από τις αρχές του 20ού αιώνα —μέσα σε μια ανισομερή και συνδυασμένη ανάπτυξη— με την επαναστατική αφύπνιση των αποικιοκρατούμενων λαών και, προπάντων, με την κοινωνική επανάσταση στη Ρωσία: την απαρχή της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, την εμφάνιση των Σοβιέτ το 1905, την κατάληψη της εξουσίας από τα Σοβιέτ υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων το 1917, καθώς και την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης από τη σοβιετική εξουσία το 1922.
Όχι τυχαία, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, στη Συμφωνία του αρ. 12 —αφιερωμένη στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917— έδωσε στο τελευταίο της μέρος τον τίτλο «Η Αυγή της Ανθρωπότητας».
Τα Σοβιέτ και η σοβιετική εξουσία δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις ρίζες τους στον μεταβατικό χαρακτήρα της εποχής.
Η άνοδος των Σοβιέτ —αρχικά κατά την Επανάσταση του 1905, τη «γενική δοκιμή του 1917»— αποτέλεσε μια πρωτότυπη, αυθόρμητη δημιουργία των επαναστατών εργατών, και όχι σε καμία περίπτωση ένα τεχνητό κατασκεύασμα· επρόκειτο για μια κοσμοϊστορική έκφραση των βαθύτερων αιτημάτων που απέρρεαν από τις νέες ιστορικές κοινωνικές συνθήκες. Γεννήθηκαν ως «νέες μορφές δημόσιας ζωής, πέρα από τα όρια οποιουδήποτε νομικού ορισμού», όπως δήλωσε ο Τρότσκι —πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία— κατά τη διάρκεια της δίκης του ενώπιον των τσαρικών δικαστών.8Trotsky L. 1905. URL: https://www.marxists.org/archive/trotsky/1907/1905/index.htm (дата обращения: 16.09.2025).
Τα Σοβιέτ δεν αποτελούν απλώς μια άλλη μορφή οργάνων πάλης και, κατά συνέπεια, οργάνων εξουσίας. Η σοβιετική εξουσία δεν είναι απλώς μια άλλη μορφή κρατικών θεσμών, όπως συνέβαινε σε προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς με το αντίστοιχο κράτος τους. Η αυθεντική επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου —όπως είχε γράψει ο Μαρξ στον Joseph Weidemeyer9Marx K. Letter to Joseph Weydemeyer. March 5, 1852. URL: https://www.marxists.org/archive/marx/works/1852/letters/52_03_05-ab.htm (дата обращения: 16.09.2025).— συνιστά «τη μετάβαση στην κατάργηση όλων των τάξεων». Αργότερα, στα κείμενά του για την Παρισινή Κομμούνα του 1871, ο Μαρξ διακρίνει στην Κομμούνα μια επανάσταση εναντίον του κράτους, καθώς και μια αναγκαία μορφή στη μετάβαση προς τον κομμουνισμό, σε μια αταξική κοινωνία πέραν του κράτους.10Marx K., Engels F., On the Paris Commune. Moscow, 1976 Το εργατικό κράτος των Σοβιέτ —όπως τόνισε ο Λένιν, γράφοντας υπό συνθήκες παρανομίας σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή της Επανάστασης του 1917— αποτελεί ένα «ημικράτος τύπου Παρισινής Κομμούνας», μια μεταβατική μορφή στη διαδικασία της «απονέκρωσης του κράτους». Αυτές είναι οι πολιτικές βάσεις και οι προοπτικές για την ίδρυση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, στις 30 Δεκεμβρίου 1922.
Η μετάβαση δεν αποτελεί ούτε στιγμιαία ή αυτόματη αλλαγή ούτε γραμμική εξέλιξη, αλλά μια μη γραμμική, αντιφατική —δηλαδή διαλεκτική— διαδικασία, της οποίας το αποτέλεσμα δεν είναι προκαθορισμένο, αλλά εξαρτάται από την πάλη μεταξύ ζωντανών δυνάμεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, μέσα σε διαρκώς μεταβαλλόμενες αντικειμενικές συνθήκες.
Κατά τη μεταβατική περίοδο, τα Σοβιέτ (μαζί με άλλα όργανα εργατικής δημοκρατίας, όπως τα συνδικάτα, οι συνεταιρισμοί κ.λπ.) είναι απαραίτητα για τη διαμεσολάβηση στις αντιφάσεις μεταξύ της προόδου της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των πιέσεων που ασκούν οι εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις και οι δυνάμεις της αγοράς —τόσο στο εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο—, σε μια συγκυρία όπου η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να διέπεται από τον νόμο της αξίας, ενώ οι πιο ανεπτυγμένες σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο των μητροπολιτικών καπιταλιστικών κέντρων του Παγκόσμιου Βορρά.

Η θεμελιώδης αντίφαση στις μεταβατικές μετακαπιταλιστικές κοινωνίες εντοπίζεται ανάμεσα στον παγκόσμιο χαρακτήρα των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων και τον εθνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης11Trotsky L., Soviet Economy in Danger [Sovetskoe khozyaistvo v opastnosti!] // Trotsky L. Towards Capitalism or Socialism? London: New Park Publications, 1976. p. 114., η οποία ξεκινά και αναπτύσσεται αρχικά σε μία χώρα ή σε μια ομάδα χωρών. Από αυτή την αντίφαση απορρέουν όλες οι άλλες αντιφάσεις (μεταξύ των τομέων της οικονομίας, μεταξύ παραγωγής και διανομής, παραγωγής και κατανάλωσης, μεταξύ κρατικής γραφειοκρατίας και κοινωνίας κ.λπ.). Αν και, υπό το καθεστώς της σοβιετικής εξουσίας, καταβάλλεται προσπάθεια για τον μετριασμό αυτών των αντιφάσεων μέσω συνεχών μετασχηματισμών που ενισχύουν τις σοσιαλιστικές τάσεις, η θεμελιώδης αντίφαση μπορεί να επιλυθεί μόνο με την επέκταση της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας έως τη νίκη της στα μητροπολιτικά κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Ο Λένιν, απευθυνόμενος στο Δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Κομμουνιστικών Οργανώσεων των Λαών της Ανατολής, σκιαγράφησε ορθά την ιστορική προοπτική της συνδυασμένης και ανισόμερης ανάπτυξης της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Παγκόσμιο Βορρά και Παγκόσμιο Νότο: «Είναι αυτονόητο ότι η τελική νίκη μπορεί να επιτευχθεί μόνο από το προλεταριάτο όλων των προηγμένων χωρών του κόσμου, και εμείς, οι Ρώσοι, ξεκινάμε το έργο το οποίο το βρετανικό, το γαλλικό ή το γερμανικό προλεταριάτο θα εδραιώσει. Βλέπουμε όμως ότι εκείνοι δεν θα μπορέσουν να νικήσουν χωρίς τη βοήθεια των εργαζόμενων μαζών όλων των καταπιεσμένων αποικιακών λαών — και πρωτίστως των λαών της Ανατολής. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η μετάβαση στον κομμουνισμό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο από την πρωτοπορία. Το καθήκον είναι να αφυπνίσουμε τις εργαζόμενες μάζες, ωθώντας τες σε επαναστατική δράση, σε αυτόνομη πρωτοβουλία και σε οργάνωση, ανεξάρτητα από το επίπεδο στο οποίο έχουν φτάσει· να μεταφράσουμε την αυθεντική κομμουνιστική διδασκαλία —η οποία προοριζόταν για τους κομμουνιστές των πιο προηγμένων χωρών— στη γλώσσα κάθε λαού· να φέρουμε εις πέρας τα πρακτικά καθήκοντα που πρέπει να υλοποιηθούν άμεσα, και να ενωθούμε με τους προλετάριους άλλων χωρών σε έναν κοινό αγώνα».12Lenin V. I., Address to the Second All Russia Congress of Communist Organizations of the Peoples of the East // Lenin V. I. Collected Works. Moscow, 1972. Vol. 30, p. 162
Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε το 1919, παραμένει όμως επίκαιρη και ουσιαστική καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα που μεσολάβησε μέχρι σήμερα. Οι ήττες και οι ελιγμοί της παγκόσμιας επανάστασης που ακολούθησαν —συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής του 1991, δηλαδή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης— δεν αναίρεσαν την αλήθεια που εμπεριέχει. Αντιθέτως, οι ελιγμοί, οι ήττες και οι καταστροφές, αλλά και τα επιτεύγματα και οι νίκες του περασμένου αιώνα, καθώς και οι προοπτικές για το μέλλον, μπορούν να αναλυθούν και να κατανοηθούν μέσα από την ιστορική σκοπιά του Λένιν: την προοπτική και την κληρονομιά της Οκτωβριανής Επανάστασης, της «αυγής της ανθρωπότητας».
5. Τα τελευταία εκατό χρόνια, ολόκληρη η ανθρωπότητα —και ιδιαίτερα οι σοβιετικοί λαοί— πλήρωσε ένα τεράστιο τίμημα για τις ήττες και τη μακρόσυρτη καθυστέρηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση, την άνοδο του φασισμού, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του (όχι και τόσο) «Ψυχρού Πολέμου», τα πραξικοπήματα, τις δικτατορίες, τις λεηλασίες και τα αποτρόπαια εγκλήματα εις βάρος των λαών του Παγκόσμιου Νότου.
Ωστόσο, η ιστορική παρακμή του καπιταλισμού δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, στον 21ο αιώνα έχει οξυνθεί και λάβει χαοτικές διαστάσεις, καθώς η διαρκής —αλλά άλυτη και κλιμακούμενη— παγκόσμια κρίση της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου αναδεικνύει το συστημικό της αδιέξοδο, απειλώντας την ανθρωπότητα όχι απλώς με βαρβαρότητα, αλλά με αφανισμό της ζωής μέσω μιας κλιματικής καταστροφής ή/και ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος τροφοδοτείται από αυτήν και τη χαρακτηρίζει.
Ο μεταβατικός χαρακτήρας της εποχής δεν εξαλείφθηκε ούτε αυτός. Τούτο καταδεικνύεται από την τρέχουσα παγκόσμια κρίση και την ίδια τη μη αναστρέψιμη καπιταλιστική παρακμή —φαινόμενα που συνδέονται και αλληλεπιδρούν με λαϊκές εξεγέρσεις των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων ανά την υφήλιο, με επαναστατικές ταξικές μάχες (όπως κατά τα «Κόκκινα Χρόνια» της δεκαετίας του 1960 και του 1970) και με κινήματα εθνικής απελευθέρωσης που οδήγησαν στη διάλυση των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών.
Η παγκόσμια επανάσταση δεν εξατμίστηκε στο πουθενά.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν απέδειξε σε καμία περίπτωση κάποια υποτιθέμενη «ανωτερότητα» του γερασμένου καπιταλισμού. Οι ήττες της παγκόσμιας επανάστασης και η παρατεταμένη απομόνωση, υπό συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και διαρκούς πίεσης, οδήγησαν στην υπερτροφία της γραφειοκρατίας. Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός, αποκομμένος από τις μάζες και καταπιέζοντάς τες, αφαίρεσε από τα Σοβιέτ το απελευθερωτικό τους περιεχόμενο και τον πραγματικό τους ρόλο ως διαμεσολαβητικών οργάνων, ενώ εγκατέλειψε κάθε προοπτική παγκόσμιας επανάστασης, επιδιώκοντας να προσαρμοστεί στις πιέσεις του ιμπεριαλισμού. Συσσωρεύοντας λάθη και εγκλήματα, η γραφειοκρατία μετατράπηκε σε τροχοπέδη για τη σοσιαλιστική ανάπτυξη. Η μακρόχρονη στασιμότητα και το αδιέξοδο —που ώθησαν τη νομενκλατούρα να στραφεί προς την καπιταλιστική παλινόρθωση— δεν προέκυψαν από την υπερτροφία των καπιταλιστικών τάσεων εντός της μεταβατικής, μετα-καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, αλλά, αντίθετα, από τη γραφειοκρατική ασφυξία και τον στραγγαλισμό των σοσιαλιστικών τάσεων. Η εγκατάλειψη του επαναστατικού προλεταριακού διεθνισμού και η προσαρμογή στον δυτικό ιμπεριαλισμό κατέληξαν σε πλήρη συνθηκολόγηση — μια εξέλιξη κερδοφόρα για τους λίγους προνομιούχους που μετατράπηκαν σε ολιγάρχες, αλλά που επέφερε τεράστια δεινά στους σοβιετικούς λαούς και στην ανθρωπότητα συνολικά.
Κατά τη σοβιετική περίοδο, παρά τα γραφειοκρατικά σφάλματα, την καταστολή και τις στρεβλώσεις, η υπεροχή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έναντι του παρακμάζοντος καπιταλισμού επέτρεψε την επίτευξη κολοσσιαίων κοινωνικών και οικονομικών επιτευγμάτων σε πρωτοφανές σύντομο χρονικό διάστημα — μια τεράστια ιστορική εμπειρία για τις μάζες, ηρωική αλλά και τραγική, η οποία δεν σβήστηκε ποτέ από τη συνείδηση εκατοντάδων εκατομμυρίων Σοβιετικών λαών. Η συγκλονιστική αντίθεση με τη δυστυχία και τις ταπεινώσεις που έφερε η καπιταλιστική παλινόρθωση αποτελεί διαρκή υπενθύμιση για τα θύματά της — ενώ η προοπτική αναβίωσης της σοβιετικής εξουσίας συνιστά διαρκή φόβο για τους ιμπεριαλιστές της παρακμάζουσας Δύσης, καθώς και για τους ντόπιους ολιγάρχες-συνεργάτες τους στην Ανατολή…
6. Όπως έχουμε επισημάνει σε προηγούμενη περίπτωση και άρθρο13Саввас М.-М. Российско-украинский конфликт // Коммунист Ленинграда. 2022. № 5. С. 3–6., η διαδικασία μιας καθυστερημένης παλινόρθωσης ενός κοινωνικού συστήματος, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης ιστορικής παρακμής, κρίσης και αδιεξόδου σε παγκόσμια κλίμακα, δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Είναι σαφές ότι η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 και η «Μακρά Ύφεση» συνοδεύτηκαν —στο πλαίσιο μιας ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης— από μια «Μακρά Στασιμότητα» στη μετασοβιετική Ρωσία, την κλιμάκωση της επέκτασης και των προκλήσεων του ΝΑΤΟ, καθώς και το τέλος της περιόδου μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση στην Ουκρανία, στην καρδιά της Ευρώπης, σηματοδοτεί το σημείο τομής ενός διπλού αδιεξόδου: του αδιεξόδου του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στην λεγόμενη «συλλογική Δύση», καθώς και του αδιεξόδου της διαδικασίας καπιταλιστικής παλινόρθωσης στον πρώην σοβιετικό χώρο, στην Ανατολή.
Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ επιχειρεί να εξέλθει από το αδιέξοδό του επιλέγοντας τον δρόμο του πολέμου εναντίον της Ρωσίας και της Κίνας, διακηρύσσοντας και επεκτείνοντας σε παγκόσμια κλίμακα ένα νέο «Δόγμα Μονρόε», στο πλαίσιο του οποίου όχι μόνο η Λατινική Αμερική οφείλει να αποτελεί την «πίσω αυλή των ΗΠΑ», αλλά και η Ευρώπη να είναι υποτελής τους, η Αφρική «η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ» (κατά τον Γ. Στόλτενμπεργκ), ο «Ινδο-Ειρηνικός» μια «αμερικανική λίμνη» και η Ασία μια τεράστια σφαίρα ημι-αποικιών.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στην πορεία του προς τον πόλεμο με στόχο την αποκατάσταση της φθίνουσας παγκόσμιας ηγεμονίας του, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βάζει στο στόχαστρο, κατά κύριο λόγο, τη Ρωσία και την Κίνα ως τους βασικούς στρατηγικούς του εχθρούς. Πρόκειται για τις δύο χώρες όπου, κατά τον 20ό αιώνα, η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση γνώρισε τις μεγαλύτερες νίκες της. Ο σοβιετικός Οκτώβρης του 1917 —η πρώτη πράξη αυτής της πορείας— ακολουθήθηκε από τον κινεζικό Οκτώβρη του 1949, ο οποίος, όπως ορθά λέγεται, έθεσε τέρμα σε εκατό χρόνια εθνικής ταπείνωσης, κατακερματισμού και αποικιοποίησης της Κίνας. Δημιούργησε έτσι τις απαραίτητες υλικές προϋποθέσεις ώστε, μέσα από μια εξαιρετικά δαιδαλώδη και ταραχώδη —αλλά ακόμη ανολοκλήρωτη— διαδικασία, η χώρα αυτή, άλλοτε φτωχή και αγροτική, να αναδειχθεί σε δεύτερη δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας, αμφισβητώντας την αμερικανική κυριαρχία.
Για να νικήσει την ιμπεριαλιστική επίθεση και να ξεπεράσει το επικίνδυνο αδιέξοδο στο οποίο έχει εγκλωβιστεί, η πρώην Σοβιετική Ρωσία έχει μόνο μία στρατηγική διέξοδο: μια Σοβιετική Αναγέννηση. Η ύψωση της Κόκκινης Σημαίας της ΕΣΣΔ στα πεδία των μαχών στο Ντονμπάς δεν αποτέλεσε μια παροδική συναισθηματική εκδήλωση ρομαντικής νοσταλγίας. Εξέφρασε τις βαθύτερες επιταγές της ιστορικής εξέλιξης.
7. «Όμως, μια τέτοια σοβιετική αναγέννηση είναι άραγε δυνατή ή/και αναγκαία;» θα μπορούσαν να αναρωτηθούν οι σκεπτικιστές.
Είναι αλήθεια ότι ένα τυπικό αντίγραφο του παρελθόντος —ένα ομοίωμα που θα αναπαρήγαγε επίσης όλες τις άλυτες αντιφάσεις οι οποίες οδήγησαν στην κατάρρευση του 1991— είναι αδύνατο. Ο Μαρξ, ακολουθώντας τον Χέγκελ, είχε διακρίνει την αφηρημένη δυνατότητα —ένα κατασκεύασμα της φαντασίας— από το άμεσο αντίθετό της: την πραγματική δυνατότητα. «Η πραγματική δυνατότητα επιδιώκει να εξηγήσει την αναγκαιότητα και την πραγματικότητα του αντικειμένου της· η αφηρημένη δυνατότητα δεν ενδιαφέρεται για το αντικείμενο που εξηγείται, αλλά για το υποκείμενο που παρέχει την εξήγηση».14Marx K. Difference between the Democritean and Epicurean Philosophy of Nature // Marx K., Engels F. Collected Works. Moscow, 1974. Vol. 1. p. 44. Η απάντηση στο τεθέν ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί στις υπάρχουσες αντικειμενικές υλικές συνθήκες, σε αυτό το συγκεκριμένο κρίσιμο σημείο καμπής της ιστορίας, και στη συνέχεια να δοθεί υποκειμενικά, δοκιμάζοντας τη δυνατότητα αυτή μέσα από μια αποφασιστική, μετασχηματιστική πρακτική.
Υφίσταται πλέον μια πραγματική δυνατότητα, εντός της πραγματικότητας μιας διαρκούς κρίσης της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία ωθεί τον ιμπεριαλισμό προς έναν παγκόσμιο πόλεμο. Οι απαιτήσεις για την ανάπτυξη των σύγχρονων παγκόσμιων παραγωγικών δυνάμεων συγκρούονται με τα όρια του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. Υπάρχει ήδη η δυνατότητα να ξεπεραστούν αυτά τα όρια, να προχωρήσουμε πέρα από το κεφάλαιο.
Η παγκόσμια μετάβαση πέραν του κεφαλαίου ξεκίνησε ήδη τον Οκτώβριο του 1917, με τη νίκη των Σοβιέτ στη Ρωσία, η οποία οδήγησε στην ίδρυση της ΕΣΣΔ το 1922. Παρά τα σημαντικά βήματα προόδου, η μετάβαση παρέμεινε ημιτελής, ακόμη και παρεμποδισμένη, βυθιζόμενη σε μια κρίση όπου δεν είναι δυνατή ούτε η πρόοδος προς τα εμπρός, ούτε η επιστροφή στο παρελθόν, ούτε καν μια κατάσταση στασιμότητας στο ίδιο σημείο. Αυτή η κρίση της μετάβασης οδήγησε στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991. Ωστόσο, δεν τελείωσε εκεί. Μέσα από νέες αναταράξεις και μορφές, επεκτάθηκε και βάθυνε σε παγκόσμια κλίμακα. Το «διπλό αδιέξοδο» που αναφέρθηκε παραπάνω κλιμακώθηκε δραματικά το 2022, μετατρεπόμενο στην τρέχουσα στρατιωτική σύγκρουση στην καρδιά της Ευρώπης, η οποία συνιστά υπαρξιακή απειλή όχι μόνο για τη Ρωσία, την Ευρώπη ή τη «συλλογική Δύση», αλλά για την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Για να αποκρουστεί η απειλή κατά της ανθρωπότητας, πρέπει να επιλυθεί η κρίση της μετάβασης — με άλλα λόγια, πρέπει να ανανεωθεί η μετάβαση πέραν του κεφαλαίου.
Το επείγον είναι προφανές, η δυνατότητα υφίσταται. Για να γίνει πραγματικότητα αυτή η δυνατότητα, απαιτείται να απελευθερωθεί και να οργανωθεί η ανεξάρτητη πολιτική δράση της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, ξεκινώντας από την επιτακτική ανάγκη αντίστασης και ήττας της ιμπεριαλιστικής πολεμικής εκστρατείας και όλων των καταστροφών που επιφέρει η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για μια σοσιαλιστική διέξοδο από την παγκόσμια κρίση.
Μέσα σε αυτή την ιστορική προοπτική, πράγματι, μια Σοβιετική Αναγέννηση είναι τόσο δυνατή όσο και αναγκαία. Όχι ως μηχανική αναπαραγωγή του παρελθόντος, αλλά ως υπέρβασή του —χωρίς ιστορική αμνησία, διατηρώντας τον πλούτο της εμπειρίας του και προχωρώντας δημιουργικά, από το παρόν προς το μέλλον.
Δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση χωρίς σοβιετική εξουσία και δεν υπάρχει πραγματική σοβιετική εξουσία χωρίς πραγματικά Σοβιέτ, τα οποία επιτελούν ελεύθερα τα διεθνή και εθνικά τους καθήκοντα. Τα Σοβιέτ αποτελούν το απαραίτητο όχημα για τη μετάβαση πέρα από το κεφάλαιο —και, όπως τόνισε ο Ούγγρος μαρξιστής Ίστβαν Μέσαρος, πέρα από το Κράτος-Λεβιάθαν15Mészáros I. Beyond Leviathan-Critique of the State. URL: https://monthlyreview.org/product/beyond-leviathan/ (дата обращения: 16.09.2025).— προς το βασίλειο της ελευθερίας.
Μια σοβιετική αναγέννηση στον 21ο αιώνα είναι αναγκαία και εφικτή, μέσω της οικοδόμησης μιας νέας Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών —χωρίς γραφειοκράτες, ολιγάρχες ή καπιταλιστές— από τη Λισαβόνα ως το Βλαδιβοστόκ!
Υποσημειώσεις
