Εξετάζοντας τους κομμουνιστές

του Λεβ Σοσνόφσκι  (Pravda, 17 Ιουλίου 1921)

Εισαγωγή του μεταφραστή

Ο Λεβ Σεμιόνοβιτς Σοσνόφσκι (Лев Семёнович Сосновский 1886 – 1937) ήταν Ρωσοεβραίος επαγγελματίας δημοσιογράφος και επαναστάτης. Γεννήθηκε στο Όρενμπουργκ και ήταν γιος του συνταξιούχου στρατιώτη Semyon Sosnovsky που είχε υπηρετήσει στο στρατό για 25 χρόνια και που κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, ξυλοκοπήθηκε και απειλήθηκε με πνιγμό εκτός και αν συμφωνούσε να προσηλυτιστεί στη Ορθόδοξη εκκλησία. Εξαιτίας της απασχόλησης των μεγάλων αδερφών του σε τυπογραφείο, συνήθιζε να συχνάζει εκεί και διδάχτηκε γραφή και ανάγνωση καθώς επίσης και την τέχνη της στοιχειοθεσίας και της τυπογραφίας.

Ο Λεβ Σοσνόφσκι θα εργαστεί σε ένα φαρμακείο στη Σαμάρα, όπου εντάχθηκε στους μπολσεβίκους, το 1903. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905 έκανε δουλειά προπαγανδιστή και αγκιτάτορα ανάμεσα στους εργάτες του Ζλατούστ.1Ζλατούστ, μεταλλουργικό εργοστάσιο στο Κυβερνείου της Ούφα. Το 1903 οι τσαρικές αρχές κατέστειλαν βάναυσα μια απεργία, που οργάνωσαν οι εργάτες του Zlatoust. Μετά την καταστολή της επανάστασης, δραπέτευσε στην Οδησσό και από εκεί επιβιβάστηκε λαθραία σε ένα πλοίο, με προορισμό το Αλγέρι όπου και εργάστηκε σε εργοστάσιο καπνού έως ότου βρει τα χρήματα για να μετακομίσει στο Παρίσι. Το 1906, εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη, όπου εργάστηκε ως στοιχειογράφος σε τυπογραφείο εφημερίδας, μέχρι που απολύθηκε για τις πολιτικές του δραστηριότητες και συνελήφθη. Μετά την απελευθέρωσή του, μετακόμισε στο Μπακού, όπου εντάχθηκε στην τοπική οργάνωση των Μπολσεβίκων και εργάστηκε ως εργάτης στις πετρελαιοπηγές, αλλά απολύθηκε ξανά λόγω συνδικαλιστικής δράσης. Μετακόμισε στη Μόσχα, όπου άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος, γράφοντας για μπολσεβίκικες εφημερίδες, αλλά συνελήφθη τον χειμώνα του 1909 και κατατάχθηκε υποχρεωτικά στο στρατό καθώς ανακαλύφθηκε ότι ήταν φυγόστρατος. Συνελήφθη δύο φορές κατά τη διάρκεια του 1913 και εξορίστηκε στο Τσελιάμπινσκ.2Τσελιάμπινσκ, ρώσικη πόλη, ανατολικά των Ουραλίων. Εκεί συνελήφθη εκ νέου στο ξέσπασμα του πολέμου, πρώτα το 1914 και ξανά το 1915. Μετά την απελευθέρωσή του, επέστρεψε στο Εκατερίνμπουργκ. Εκεί τον βρήκε η Οκτωβριανή επανάσταση και σχεδόν αμέσως, τον κάλεσαν στη Μόσχα ως έναν από τους λίγους επαγγελματίες δημοσιογράφους του κόμματος για να αναλάβει μια σειρά από επίσημα όργανά του.

Τη δεκαετία του 1920 ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείς δημοσιογράφους στη Σοβιετική Ένωση. Διετέλεσε εκδότης των εφημερίδων «Trud»3Ρωσικά: Труд – σοβιετική καθημερινή εφημερίδα των εργατικών συνδικάτων. Εκδόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1921. και «Bednota» 4Ρωσικά: Беднота, “Φτώχεια” ή “Οι φτωχοί”, ήταν καθημερινή εφημερίδα επικεντρωμένη στο αγροτικό αναγνωστικό κοινό. Εκδόθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΡ(μπ) και εκδότης του «Na postu».5на посту, Στο Πόστο, μηνιαίο σοβιετικό περιοδικό λογοτεχνικής κριτικής που από το 1923 έως το 1925 αποτελούσε επίσημη έκδοση της Ρωσικής Ένωσης Προλετάριων Συγγραφέων. Για ένα σύντομο διάστημα ήταν επικεφαλής του γνωστού πρακτορείου ΤΑΣΣ. Στα άρθρα του επιτέθηκε έντονα στη σοβιετική γραφειοκρατία και στους κερδοσκόπους της ΝΕΠ. Από το 1921 ήταν επικεφαλής του τμήματος AgitProp του κόμματος.

Ήταν ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος των Σοβιετικών επιφυλλιδογράφων με έντονο το στοιχείο του χιούμορ και της καυστικής σάτιρας στα γραπτά του. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη ενός δικτύου αγροτών και στρατιωτών ανταποκριτών οι οποίοι ενθαρρύνθηκαν να γράφουν με ανταποκρίσεις, γεγονότα από την επαρχία καθώς επίσης και τις προσωπικές τους εντυπώσεις από τη νέα σοβιετική εξουσία στα πέρατα της αχανούς χώρας. Πάνω από 100 χιλιάδες αγρότες στρατιώτες αλλά και εργάτες από απομακρυσμένες περιοχές έστειλαν ανταποκρίσεις στα έντυπα αυτά και έκαναν όλη την χώρα αλλά και το κόμμα, κοινωνό των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η νεαρή σοβιετική εξουσία. Το έργο του αυτό, για το μπολσεβίκικο κόμμα εκείνης της εποχής, είναι ισάξιο της δουλειάς των αισθητηρίων οργάνων ενός ζωντανού οργανισμού. Πολλές φορές αντάλλαξε αλληλογραφία με τον Λένιν ενημερώνοντάς τον από πρώτο χέρι, από την αποδελτίωση των ανταποκρίσεων που λάμβανε από όλη τη χώρα, μια δουλειά που είχε την ικανότητα, την εμπειρία, αλλά και το πολιτικό κριτήριο να πράττει πολύ γρήγορα και εύστοχα. Γράφει σχετικά για αυτό ο ίδιος, στην αυτοβιογραφία του το 1926:

«Την άνοιξη του 1918, άρχισα να δημοσιεύω στην εφημερίδα “Bednota”, (Η φτώχεια) ο συντάκτης της οποίας ήμουν για περισσότερα από 6 χρόνια. Για τις ανάγκες της δουλειάς στη “Bednota”, διαβάζοντας μια μάζα επιστολών αγροτών και στρατιωτών ήρθα πιο κοντά στις αγροτικές υποθέσεις για πρώτη φορά. Το 1918, μετά από καταγγελία ενός αγρότη για αυθαιρεσίες των τοπικών σοβιετικών αρχών, με έστειλαν στην περιοχή Bezhetsky της επαρχίας Tver, για διερεύνηση. Το ταξίδι, συνοδευόμενο από τον εξαιρετικά ταλαντούχο, μέλος του αγροτικού κινήματος Α. Γ. Πάνκοφ, με δίδαξε πολλά, με έκανε να σκεφτώ πολύ τις υποθέσεις του χωριού. Το καλοκαίρι του 1919, εγώ, μαζί με άλλους εργάτες, στάλθηκα στις επαρχίες για να καθοδηγήσω και να διορθώσω την κομματική πολιτική των περιοχών και καταλήξαμε με τον ίδιο Πάνκοφ στην ίδια επαρχία Τβερ. Αφού πέρασα από διάφορες περιοχές, εξέτασα κάθε είδους παράπονα και μίλησα σε πολλές αγροτικές συνελεύσεις, συνέχισα να μελετώ αυτό το περίπλοκο και υπεύθυνο ζήτημα, το οποίο δεν γνώριζα πριν – την πολιτική του Κόμματος στην ύπαιθρο.» (βλέπε: https://www.biografija.ru/biography/sosnovskij-lev-semenovich.htm )

Είναι από αυτήν την περίοδο, που δημοσιεύουμε στα Ελληνικά σήμερα για πρώτη φορά το παρακάτω άρθρο του, το οποίο αλιεύσαμε και μεταφράσαμε από την δημοσίευσή του στα αγγλικά στο https://www.marxists.org/history/ussr/publications/pravda/1921/07/17.htm . Σε αυτό το άρθρο ο Σοσνόφσκι δεν είναι καθόλου φειδωλός στην κριτική που ασκεί στον φορμαλιστικό και δογματικό τρόπο λειτουργίας μιας περιφερειακής τοπικής επιτροπής του κόμματος, πολύ χαρακτηριστικής όμως για όλο τον μηχανισμό του. Είμαστε σε μια εποχή (1921) κατά την οποία η γραφειοκρατία έχει μεν κάνει την εμφάνιση της περισσότερο σαν ένα λειτουργικό φαινόμενο, αλλά απέχει ακόμη πολύ από το να διεκδικήσει έναν αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό ρόλο.

Ωστόσο, άρθρα σαν αυτό και σαν αυτά που αργότερα θα καταγγείλουν την γραφειοκρατία σε ακόμη πιο σοβαρές εκδηλώσεις της, θα φέρουν τον Σοσνόφσκι σε θέση μάχης απέναντι στον κομματικό μηχανισμό που θα πέσει στα χέρια του Στάλιν, από το 1922. Έτσι, ο Σοσνόφσκι ήταν συνιδρυτής της Αριστερής Αντιπολίτευσης το 1923 και της Ενωμένης Αντιπολίτευσης το 1925-27. Το 1924 για αυτόν τον λόγο θα παυθεί από την έκδοση του Bednota, αλλά θα παραμείνει στη σύνταξη της Pravda που διευθύνεται από τον Μπουχάριν, ο οποίος, παρόλο που είναι ο επικεφαλής της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος και εξ ορισμού ιδεολογικός αντίπαλος της Αριστερής Αντιπολίτευσης, δεν συμφωνεί με τα διοικητικά μέτρα που αποζητά το Σταλινικό κέντρο.

Η αποκάλυψη μάλιστα το 1924 από τον Σοσνόφσκι, ενός μεγάλου σκανδάλου διαφθοράς κομματικών στελεχών στην Ουκρανική πόλη Ντιμόβκα, θα προκαλέσει σάλο σε όλη την χώρα που παρακολουθεί τις ανταποκρίσεις του από την υπόθεση και την ποινική δίκη των στελεχών που ενεπλάκησαν και που έφτασαν μέχρι την δολοφονία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας. Ήταν τέτοιος ο αντίκτυπος της υπόθεσης, που ακόμη και ο ίδιος ο Στάλιν στην ΚΕ τον Ιανουάριο του 1926 αναγκάστηκε να παραδεχτεί την εγκληματική φύση της τοπικής κομματικής γραφειοκρατίας και να αποδώσει τα εύσημα στον Σοσνόφσκι που την ξεσκέπασε.

Παρόλα αυτά, το 1927 ο Σοσνόφσκι μαζί με τα άλλα στελέχη της Αριστερής Αντιπολίτευσης, της οποίας ήταν βασικό ηγετικό στέλεχος, εκδιώχθηκε από το ΚΚΣΕ και εξορίστηκε, αρχικά στο Μπαρναούλ της Κεντρικής Σιβηρίας κοντά στο Καζακστάν. Σε όλη την περίοδο της εξορίας του δεν σταμάτησε να επικοινωνεί με το Τρότσκι, τον Ρακόφσκι, τον Ράντεκ, τον Πρεομπραζένσκι και άλλους αντιπολιτευόμενους. Mαζί με τον Ρακόφσκι ήταν οι βασικοί εμψυχωτές των εξόριστων αντιπολιτευόμενων μετά τις συνθηκολογήσεις του 1928. Κατά τη διάρκεια της εξορίας κατάφερε το 1932 να οργανώσει την χειρόγραφη εφημερίδα των Ρώσων Τροτσκιστών Αντιπολιτευόμενων «Πράβντα πίσω από τα κάγκελα της φυλακής», η οποία έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στο να κρατήσει ψηλά το πολιτικό τους φρόνημα.

Θα συνθηκολογήσει τελικά με τους σταλινικούς, από τους τελευταίους που το έκαναν, στις αρχές Μαρτίου 1934, μια βδομάδα μετά την αντίστοιχη συνθηκολόγηση του Ρακόφσκι. Και οι δύο, ήταν αυτοί που άντεξαν περισσότερο από όλους τους πρώτης γραμμής αντιπολιτευόμενους και φαίνεται πως λύγισαν τελικά εξαιτίας των συνθηκών που διαμόρφωσε η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία. Θα γίνει δεκτός υπό επιτήρηση από το κόμμα το οποίο θα τον τοποθετήσει ως δημοσιογράφο στην Ιζβέστια υπό την αρχισυνταξία του Μπουχάριν, ο οποίος επίσης πλέον ήταν και αυτός υπό σταλινική επιτήρηση.

Στο πλαίσιο των Δικών της Μόσχας, μια καταγγελία από τους σταλινικούς πράκτορες μέσα από τη σύνταξη της εφημερίδας θα τον φέρει ξανά στα χέρια της GPU. Η καταγγελία έλεγε πως ο Σοσνόφσκι λάμβανε γράμματα διαμαρτυρίας από όλη τη χώρα ενάντια στις παραβιάσεις της σοβιετικής νομιμότητας από τοπικούς κρατικούς και κομματικούς γραφειοκράτες και έτσι έγινε ύποπτος οργάνωσης «αντεπαναστατικών διαμαρτυριών». Έτσι το 1936 συνελήφθη ξανά και τον επόμενο χρόνο εκτελέστηκε χωρίς δίκη, μαζί με τον Μπουχάριν ο οποίος κατηγορήθηκε ως «χρηματοδότης του Σοσνόφσκι». Η σύζυγος του Σοσνόφσκι, η Όλγα Ντανίλοβα Σοσνόφσκαγια-Γκερζεβάν, θα συλληφθεί μαζί του και θα κρατηθεί στην εξορία μέχρι το 1941 που θα εκτελεστεί μαζί με τον Ρακόφσκι, την αδερφή του Τρότσκι και άλλους αντιπολιτευόμενους.

Το 1958 αποκαταστάθηκε επίσημα -καθώς επίσης και η σύζυγός του- και μια εγκωμιαστική προς αυτόν βιογραφία γράφτηκε από τον ακαδημαϊκό και βιογράφο του, ιστορικό Ivan Vasilievish Kuznetsov (1924 – 2016) κατά την διδακτορική του διατριβή. Βλέπε στο, Άγνωστες σελίδες της ρωσικής δημοσιογραφίας (Μόσχα: IKAR, 2006, σελ. 29-51)

https://biography.wikireading.ru/hYfz0DGx6v

(μετάφραση επιμέλεια Γιώργος Χλωρός)

***

Στις 22 Ιουνίου, οι κομμουνιστές μέλη, μια αγροτικής κομμούνας στο Κυβερνείο της Τούλα, που πήρε το όνομά της προς τιμήν του Λένιν, κλήθηκαν να έρθουν για επανεγγραφή στο χωριό Podkhozheye. 6To Podkhozheye είναι ένα χωριό χιλίων κατοίκων στις μέρες μας, που βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Τατάρκα και απέχει 65 χλμ από την πόλη της Τούλα. Η ευρύτερη περιοχή μετά το 1929 αποσπάστηκε από την Περιφέρεια της Τούλα και ενσωματώθηκε στην γειτονική Περιφέρεια της Μόσχας, στην οποία ανήκει διοικητικά μέχρι σήμερα.- Σ.τ.Μ.

Τα υποψήφια νέα μέλη για είσοδο στο κόμμα, κλήθηκαν επίσης και αυτά για την ίδια μέρα. Αυτή την εποχή, οι κομμουνάροι μας -δηλαδή τα μέλη των αγροτικών κομμούνων– είναι πολύ απασχολημένοι. Έτσι κάλεσαν από κοινού μια συνάντηση με την τοπική κομματική οργάνωση, στην οποία κυριάρχησαν τα ακόλουθα επιχειρήματα:

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης το 1927, λίγο πριν την εκδίωξή τους από τη Μόσχα. Καθισμένοι από αριστερά προς τα δεξιά: L. Serebryakov, K. Radek, L. Trotsky, M. Boguslavsky και E. Preobrazhensky; όρθιοι: H. Rakovsky, J. Drobnis, A. Beloborodov και L. Sosnovsky.

«Αυτή είναι η πιο δραστήρια περίοδος του χρόνου. Η σίκαλη είναι έτοιμη για κοπή. Το σανό πρέπει να κουρευτεί, να στοιβαχτεί και να αποθηκευτεί. Πρέπει να ποτίσουμε και να ξεριζώσουμε τους κήπους μας. Αν χάσουμε τώρα μισή μέρα, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να την αναπληρώσουμε. Γιατί λοιπόν πρέπει όλα τα μέλη μας, που ανήκουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα, να αφήσουν την δουλειά τώρα και να πάνε σε μια κωμόπολη που απέχει 20 μίλια μακριά; Γιατί δεν μπορούν οι άνθρωποι που κάνουν την επανεγγραφή να κάνουν οι ίδιοι, περιοδεία στα χωριά, αντί να πάνε τα μέλη μας, σε αυτούς;»

Έτσι η συνάντηση, αποφάσισε να στείλει μόνο δύο Κομμουνιστές στην επανεγγραφή και οι υπόλοιποι να παραμείνουν στη δουλειά. Πράγματι, το επόμενο πρωί, με το πρώτο φως, αυτοί οι δύο αντιπρόσωποι και εγώ μαζί τους, ξεκινήσαμε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής αναρωτιόμουν, για ποιον λόγο η ώρα της επανεγγραφής είχε προγραμματιστεί τόσο νωρίς το πρωί, αντί για το απόγευμα. Στην περίπτωση που είχε επιλεχθεί να γίνει αργότερα, θα μπορούσε να είχε σωθεί ίσως, ακόμη και αυτή η μισή μέρα εργασίας.

Μας πήρε τρεισήμισι ώρες να φτάσουμε στο Podkhozheye. Εμείς, ήμασταν συνεπείς στην ώρα του ραντεβού μας, αλλά εκεί δεν υπήρχε κανείς να μας συναντήσει. Περιμέναμε για μια ώρα. Για δύο ώρες. Για τρεις ώρες. Άλλα μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος, από άλλες περιοχές, κατέφθαναν επίσης. Αλλά οι υπεύθυνοι της επανεγγραφής δεν εμφανίζονταν. Τελικά φάνηκαν, τρεις από αυτούς.

Το Podkhozheye, ήταν το σημείο επανεγγραφής για δύο περιοχές, στις οποίες κατοικούσαν συνολικά καμιά σαρανταριά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μόνο δέκα όμως προσήλθαν. Οι άλλοι δεν θα άφηναν τις δουλειές τους. Μερικοί από αυτούς που εμφανίστηκαν είχαν περπατήσει έξι ή ακόμη και οκτώ μίλια, αφήνοντας πίσω τους σημαντικές εργασίες.

Εντέλει ξεκίνησε η επανεγγραφή. Οι υπεύθυνοι έλαβαν θέσεις και οι αγρότες εμφανίζονταν μπροστά τους σε δυάδες. Σε κάθε έναν υποβλήθηκαν μια σειρά ερωτήσεων από τις οποίες θα καταγραφόταν το πολιτικό του επίπεδο. Συγκέντρωσα μερικές από αυτές τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις.

Ακολουθεί εδώ η εξέταση του συντρόφου Ponomarev, ενός από τους ιδρυτές της Κομμούνας προς τιμήν του Λένιν. Ένα καλό και έμπιστο μέλος του κόμματος.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιος μπορεί να γίνει μέλος του Κόμματος;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Aυτός που έχει καθαρή συνείδηση… εάν είναι Κομμουνιστής στη ψυχή του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιο είναι το ανώτερο κομματικό όργανο στην τοπική περιοχή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η Τοπική Επιτροπή.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Σε τι είναι υποδεέστερο;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Επαρχιακή Επιτροπή.

Μετά από μερικές ακόμη ερωτήσεις ο σύντροφος Ponomarev, θυμήθηκε ξαφνικά πως η Επαρχιακή Επιτροπή υπάγεται στο συνέδριο του περιφερειακού κόμματος, στο οποίο είχε συμμετάσχει και ο ίδιος.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιο ήταν το μεγαλύτερο χτύπημα που επέφεραν οι εργάτες στο κεφάλαιο;

Ο Σοσνόφσκι αριστερά, και στο κέντρο ο Λένιν, κατά την τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου του μνημείου για τον Καρλ Μαρξ, στην πλατεία Teatralnaya (σημερινή πλατεία Sverdlov). Μόσχα, 1 Μαΐου 1920

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: H απάντηση αυτή είναι πολύ σύνθετη. Υπήρξαν πολλά χτυπήματα. Πώς μπορούμε να πούμε πιο ήταν το σπουδαιότερο;

Μετά από μερικά ακόμη ερωτήματα αυτού του επιπέδου, ο σύντροφος Ponomarev, αποδεσμεύτηκε και κλήθηκε ο σύντροφος Chaplin, γραμματέας της αγροτικής κομμούνας. Ακολουθούν οι ερωτήσεις που του τέθηκαν και οι απαντήσεις του:

«Τι όφελος αποκομίζουν οι εργάτες από την ελευθερία του Τύπου σε μια αστική χώρα;»

«Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του αστικού δικαστηρίου και του λαϊκού δικαστηρίου;»

«Ποιο ήταν το θεμελιώδες λάθος που έκανε η Παρισινή Κομμούνα;»

O καημένος ο κομμουνάρος! Αντί να πει ειλικρινά ότι ήξερε ελάχιστα για την Κομμούνα του Παρισιού, αλλά ότι είναι για τρία χρόνια σημαιοφόρος των κομμουνιστών σε ένα από τα πλέον αστικά περιβάλλοντα της χώρας και ότι έχει πάρει επανειλημμένα τα όπλα για να υπερασπιστεί την Επανάσταση, άρχισε να μουρμουρίζει κάτι άσχετα για την Παρισινή Κομμούνα. Εμφανίστηκε αξιολύπητος και γελοιοποιήθηκε, παρά το γεγονός ότι είναι ένας πρωτοπόρος του κομμουνισμού σε αυτό το τμήμα, και μαχητής για την υπόθεσή του.

Ακόμη και ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της κομητείας δεν πέρασε τις εξετάσεις. Αυτός, είναι ένας ικανός και ενεργητικός άνθρωπος, που διαχειρίζεται πολύ καλά τις υποθέσεις ολόκληρης της περιφέρειάς του. Αλλά δεν ήξερε ποιο ήταν το υψηλότερο σοβιετικό όργανο στην περιοχή. Μεταξύ των ερωτήσεων που τέθηκαν ήταν οι εξής:

«Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του νέου και του παλιού σχολείου;»

Κι εγώ, έχοντας ακούσει στο παρελθόν διάφορα, φοβήθηκα για μια στιγμή μήπως ξεστομίσει κάτι του στυλ:

«Η διαφορά είναι ότι στο παλιό σχολείο, μπορούσες να βρεις μαυροπίνακες, κιμωλία, μολύβια, βιβλία και χαρτί, ενώ στο νέο σχολείο δεν βρίσκεις τίποτα από όλα αυτά»

Αλλά ο εξεταστής ήθελε να ακούσει κάτι για τα εργαστήρια στα σχολεία.

«Δεν υπάρχουν εργαστήρια στα σχολεία μας. Οι δάσκαλοί μας μάθαιναν στα παιδιά μόνο ανάγνωση και γραφή».

O επόμενος που εξετάστηκε ήταν ένας τύπος που έμενε στην Πετρούπολη πριν την επανάσταση και που μέχρι πρόσφατα ήταν αναρχικός.

«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν αναρχικό και έναν κομμουνιστή;»

Και αυτός, ένας πρώην αναρχικός δεν μπορούσε να βρει τα λόγια για μια τέτοια απάντηση. Είχε σκεφτεί αρκετά πάνω στο ζήτημα και είχε εξετάσει και τις δύο μεριές προσεκτικά πριν αποφασίσει να αφήσει τους αναρχικούς και να ενωθεί με τους κομμουνιστές. Μετά από αρκετό χρόνο κατάλαβε ποια ήταν η διαφορά. Αλλιώς δεν θα είχε φύγει από τους αναρχικούς. Αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει τις διαφορές εν συντομία. Του έκανε τίποτα καλό μια τέτοια ερώτηση;

Ούτε μπόρεσε επίσης να απαντήσει και στην επόμενη:

«Χωρίς τι, είναι αδύνατον να υπάρχει εθνικοποιημένη ιδιοκτησία;»

Αλλά η μεγαλύτερη αποτυχία του ήρθε όταν ερωτήθηκε αμέσως μετά:

«Είναι επιθυμητό να έχουμε τα συνδικάτα ανεξάρτητα;»

«Aναμφίβολα», απάντησε. «Τα συνδικάτα πρέπει να είναι εντελώς ελεύθερα για να οργανώσουνε και να αυξήσουν την παραγωγή».

«Αλλά τότε, είναι επιθυμητό για το Κομμουνιστικό κόμμα να διευθύνει τα συνδικάτα;», ξαναρωτήθηκε.

«Πάση θυσία», απάντησε.

Ήταν μια από τις ερωτήσεις που είχε την επισήμανση «Κατά την παρούσα συγκυρία». Μια έκθεση παρουσιάστηκε από τον σύντροφο Klementieff, και το ζητούμενο για τον ερωτώμενο ήταν «κάνε μια περίληψη της έκθεσης».

Αυτός ο σύντροφος, ήταν δραστήριος συνδικαλιστής κατά την περίοδο 1912-1913 και είχε δει πως τα συνδικάτα παρεμποδίζονταν και καταπιέζονταν εκείνη την εποχή. Φαντάζονταν λοιπόν πως η ελευθερία που τα συνδικάτα κατέκτησαν με την επανάσταση, ήταν το ίδιο πράγμα με την ανεξαρτησία τους. Δεν γνωρίζει, πως ο τελευταίος είναι ένας ορισμός που έχουν λανσάρει οι Μενσεβίκοι ως προκάλυμμα για τις δικές τους μανούβρες.

Ο επόμενος ερωτηθείς ήταν ένα ηλικιωμένος αγρότης. Δεν μπόρεσε να απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις. Για παράδειγμα, τον ρώτησαν:

«διαβάζεις την κομματική φιλολογία;»

Η απάντηση που έδωσε ήταν:

«Σύντροφοι, σηκώνομαι από το κρεβάτι στις δύο τα ξημερώματα και πάω πίσω να κοιμηθώ στις 11 το βράδυ. Έχω μια μεγάλη οικογένεια να φροντίσω. Όταν επέστρεψα πίσω από τον στρατό, όλα όσα είχα, είχαν καταστραφεί. Υπάρχει πολύ φτώχεια γύρω μας και η μέρα δεν επαρκεί για να ολοκληρώσω την δουλειά μου. Πότε να βρω τον χρόνο να διαβάσω;»

Και τότε του ετέθη η επόμενη ερώτηση:

«στην κομμουνιστική κοινωνία θα επιβιώσει ο θεσμός της οικογένειας;»

Και έτσι συνεχίστηκε η κατάσταση. Παρατήρησα πως οι εξεταστές είχαν μπροστά τους, ένα ανοιχτό βιβλίο με τις ερωτήσεις που είχαν ήδη ετοιμαστεί από πριν. Ένας από αυτούς, ένας μηχανικός από την Τούλα, κοιτούσε στο βιβλίο κάθε φορά που έθετε μια ερώτηση. Αντίθετα ο γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής του κόμματος, γνώριζε τις ερωτήσεις και τις έκανε χωρίς να κοιτάει το βιβλίο. Αλλά όλες περιστρέφονταν γύρω από την οργανωτική δομή του κόμματος.

Καθώς καθόμουν και άκουγα, μου ήρθαν στο νου οι παλιές μέρες, όταν υπηρετούσα στο στρατό και ξόδευα ατελείωτες ώρες για να μάθω ερωτήσεις και απαντήσεις σαν αυτές:

«Σοσνόφσκι, ποιος είναι ο διοικητής του σώματος μας;»

«Σοσνόφσκι, ποιο είναι το όνομα της μικρότερης κόρης του Τσάρου;»

«Σοσνόφσκι, ποιος είναι ο πρώτος και κατώτερος βαθμός στη διοίκηση;»

«O λοχίας, κύριε!», θα απαντούσα, δίχως ούτε ένα δευτερόλεπτο δισταγμού.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, αφού είχαμε χάσει μια ολόκληρη εργάσιμη μέρα του Ιουνίου με τέτοιου είδους ανοησίες, και καθώς περνούσαμε από τα χωράφια όπου άλλοι μάζευαν την σοδειά, οι κομμουνιστές διαμαρτύρονταν με πίκρα:

«Tι είναι όλες αυτές οι βλακείες; Ποιος μπορεί να γνωρίζει τι είδους οικογένεια θα υπάρχει σε μια κομμουνιστική κοινωνία; Γιατί δεν ρωτούν καλύτερα τους κομμουνιστές πώς μαζεύουν τους φόρους και πώς οργανώνουν την σπορά; Ή πώς θα οργανώσουμε την μετάβαση από την ατομική στην κολεκτιβιστική γεωργία; Ή πώς θα διδάξουμε τους αγρότες καλύτερες μεθόδους καλλιέργειας; Αυτά πρέπει να ρωτούν!»

Κατόπιν, ένας από αυτούς, γυρίζοντας το βλέμμα του προς εμένα μού είπε:

«Θυμάσαι αυτόν τον παππού που δεν μπορούσε να απαντήσει σε καμιά ερώτηση; Λοιπόν, αυτός έχει πείσει εννέα οικογένειες να προσχωρήσουν στην κολεκτιβιστική γεωργία. Σύντροφε Σοσνόφσκι, πιστεύεις πως οι άνθρωποι στα αρχηγεία θα το θεωρήσουν αυτό κομμουνιστική δράση;»

Αλλά, ας μεταφέρω καλύτερα το ερώτημα στους αναγνώστες μου. Είναι αναγκαίο να αποσπάσεις τους αγρότες από έξι έως είκοσι μίλια μακριά από το σπίτι τους, κατά τα τέλη του Ιουνίου, όπου κάθε στιγμή είναι πολύτιμη για τα χωράφια, με σκοπό να τους βάλεις ερωτήματα για τα λάθη της Παρισινής Κομμούνας ή για την γοητεία της οικογενειακής ζωής στην Κομμουνιστική κοινωνία;

Οι εξεταστές ήταν πολύ αυστηροί στο να ρωτάνε αν οι αγρότες είχαν διαβάσει την μπροσούρα του Λένιν για την φορολόγηση των τροφίμων. Αλλά εμένα μου φαίνεται πως οι ίδιοι είναι αυτοί που είτε δεν την έχουν διαβάσει, είτε δεν την έχουν κατανοήσει. Αλλιώς δεν θα βασάνιζαν τους αγρότες με τις σχολαστικές ερωτήσεις μιας γραπτής κατήχησης, μια ζεστή μέρα του Ιουνίου του 1921.

Ακόμη και τα κοτσάνια της σίκαλης, φαίνονταν να κουνάνε τα κεφάλια τους επικριτικά απέναντί μας, καθώς τα προσπερνούσαμε πηγαίνοντας προς το σπίτι μας.

Υποσημειώσεις[+]