Η Κολομβία δείχνει το δρόμο στη Λατινική Αμερική

του Οσβάλντο Κοτζιόλα

«Τη νύχτα, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, έσπαζαν τις πόρτες με κλωτσιές, έσερναν τους ύποπτους από τα κρεβάτια τους και τους έπαιρναν μαζί τους σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ο σκοπός του Διατάγματος Νο 4 εξακολουθούσε να είναι η αναζήτηση και η εξόντωση των κακοποιών, δολοφόνων, εμπρηστών και ταραχοποιών, αλλά ο στρατός το αρνήθηκε στους ίδιους τους συγγενείς των θυμάτων τους, οι οποίοι κατέκλυσαν το γραφείο του διοικητή ζητώντας νέα τους. “Θα πρέπει να ονειρευτήκατε”, επέμειναν οι αξιωματικοί. “Τίποτα δεν συνέβη στο Μακόντο, ούτε συμβαίνει, ούτε θα συμβεί ποτέ. Αυτή είναι μια ευτυχισμένη πόλη”. Έτσι ολοκλήρωσαν την εξόντωση των συνδικαλιστών ηγετών».

Εκατό χρόνια μοναξιάς”, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Στην Κολομβία, την περασμένη εβδομάδα [από 28 Απρίλη], ο λαός ξεσηκώθηκε όχι μόνο εναντίον της κυβέρνησης του Ιβάν Ντούκε [Iván Duque], του τελευταίου εκπροσώπου της δυναστείας των ναρκο-εγκληματιών, αλλά κι εναντίον ενός ολόκληρου πολιτικού καθεστώτος, του οποίου η “δημοκρατική” πρόσοψη μόλις και μετά βίας κρύβει τις αστυνομικές/στρατιωτικές ρίζες του, συνυπεύθυνου για τις δολοφονικές ενέργειες των παραστρατιωτικών ομάδων και υποστηριζόμενου από το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και το ΔΝΤ. Το καθεστώς αυτό, τις τελευταίες δεκαετίες, κατέχει το ρεκόρ δολοφονιών συνδικαλιστών ηγετών και ακτιβιστών στη Λατινική Αμερική και παγκοσμίως.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2013, περισσότεροι από 2.800 συνδικαλιστές έχουν δολοφονηθεί από το 1984, δηλαδή σχεδόν 100 συνδικαλιστές ετησίως, με επίπεδο ατιμωρησίας 94,4%. Υπήρξαν επίσης 3.400 θανατικές απειλές, 1.292 εκτοπίσεις, 529 συλλήψεις, 192 επιθέσεις σε συνδικάτα, 208 παρενοχλήσεις, 216 βίαιες εξαφανίσεις, 83 περιπτώσεις βασανιστηρίων και 163 απαγωγές συνδικαλιστών, σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT). Το 64% των δολοφονιών συνδικαλιστών παγκοσμίως διαπράχθηκε στην Κολομβία. Μεταξύ Ιανουαρίου 1973 και Δεκεμβρίου 2018 καταγράφηκαν 14.992 παραβιάσεις της ζωής, της ελευθερίας και της σωματικής ακεραιότητας συνδικαλιστών, με 3.240 ανθρωποκτονίες που είχαν ως θύματα μέλη από περισσότερα από 480 συνδικαλιστικά σωματεία. Στον ενάμιση χρόνο που μας χωρίζει από αυτή τη στατιστική, τα πράγματα επιδεινώθηκαν ακόμα περισσότερο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 2020 διαπράχθηκαν περισσότερα από 250 εγκλήματα από παραστρατιωτικές ομάδες και εγκληματικές συμμορίες, που δρούσαν σε συνεννόηση με το κράτος. Ο Ντούκε εξάλλου, επανενεργοποίησε επίσης τους ψεκασμούς με γλυφοσάτη στις καλλιέργειες φύλλων κόκας, οι οποίοι είχαν σταματήσει το 2015 κατόπιν σύστασης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και μετά από πολλαπλές διαμαρτυρίες των αγροτών. Ο Ντούκε επέμεινε στη σημασία του στρατού για τον έλεγχο των λαϊκών διαδηλώσεων, συνεχίζοντας τον “ουριμπίσμο” – έναν όρο που προσδιορίζει την ομάδα που συνδέεται με τον πρώην πρόεδρο Αλβάρο Ουρίμπε, επικεφαλής της σημερινής προεδρικής μαριονέτας.

Οι διαδηλώσεις της περασμένης εβδομάδας κατά του αντιδραστικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τη φορολογική μεταρρύθμιση, το οποίο αύξησε βάναυσα τους φόρους που πληρώνουν οι εργαζόμενοι, έχουν μέχρι στιγμής αφήσει πίσω τους 21 νεκρούς και περισσότερους από 800 τραυματίες, καθώς και τουλάχιστον έξι βιασμούς1Από τότε ο αριθμός των θυμάτων έχει αυξηθεί σημαντικά, σύμφωνα με αναφορές του Γραφείου του Δημόσιου Συνήγορου της Κολομβίας – πολλοί από τους τραυματίες ήταν θύματα από πυροβόλα όπλα. Το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ κατηγόρησε τις Kολομβιανές υπηρεσίες ασφαλείας για “υπερβολική χρήση βίας” εξαιτίας των όσων συνέβησαν στο Κάλι τη νύχτα της 3ης Μαΐου, όταν η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον διαδηλωτών. Ο Κολομβιανός υπουργός Άμυνας Ντιέγκο Μολάνο κατηγόρησε ένοπλες ομάδες ως “εγκληματίες” για τη βία στις διαδηλώσεις. Εν όψει των διαδηλώσεων, ο πρόεδρος Ιβάν Ντούκε ζήτησε από το Κογκρέσο να αποσύρει το νομοσχέδιο για τη φορολογική μεταρρύθμιση από τη λίστα ψήφισης, ώστε να αναθεωρηθεί και να γίνει “αποτέλεσμα συναίνεσης, για να αποφευχθεί η οικονομική αβεβαιότητα”. “Η μεταρρύθμιση δεν είναι καπρίτσιο, είναι αναγκαιότητα”, επέμεινε ωστόσο ο Ντούκε.

Πώς έγινε αυτό; Από τις 28 Απριλίου μια μεγάλη εθνική απεργία κατά της μεταρρύθμισης παρέλυσε την πρωτεύουσα της Κολομβίας και την υπόλοιπη χώρα. Περισσότερες από 130 απεργίες και κινητοποιήσεις καταγράφηκαν σε όλη την Κολομβία. Στην [πρωτεύουσα] Μπογκοτά, η κυκλοφορία παρέλυσε από την αρχή, με πικετοφορίες στις εισόδους της πόλης, τις οποίες ασφάλισαν εργάτες, φοιτητές και εργαζόμενοι στις μεταφορές που συμμετείχαν στην απεργία. Τα οδοφράγματα δημιουργήθηκαν από διερχόμενα οχήματα, με πέτρες απ’ τους δρόμους και φλεγόμενα λάστιχα. Η πόλη αποτέλεσε το επίκεντρο μιας μεγάλης κινητοποίησης στην οποία συμμετείχαν τα κεντρικά συνδικάτα της χώρας, οι συνομοσπονδίες των συνταξιούχων, των φοιτητών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των ιθαγενών και των αγροτών. Υπήρξαν συγκρούσεις με μέλη της Esmad2Η Κινητή Μοίρα Καταπολέμησης Ταραχών ή Escuadrón Móvil Antidisturbios (ESMAD) στα Ισπανικά, είναι μια μονάδα ελέγχου ταραχών της Κολομβιανής Εθνικής Αστυνομίας που ειδικεύεται στην πρόληψη και/ή τον έλεγχο δημόσιων ταραχών, καθώς και στον έλεγχο μεγάλων μαζών ανθρώπων με τη χρήση ακραίας βίας. Η μονάδα αυτή τελεί υπό τη διοίκηση της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης της Εθνικής Αστυνομίας της Κολομβίας., υπεύθυνη για περισσότερες από δώδεκα δολοφονίες πέρυσι, μετά τη λαϊκή εξέγερση στην πρωτεύουσα για τη δολοφονία ενός νεαρού εργάτη από την τοπική αστυνομία. Στο Μεντεγίν έκλεισε το μετρό. Στη Μπουκαραμάνγκα, την Τούνχα, την Καρταγένα και σε άλλες πόλεις, υπήρξαν αρκετές κινητοποιήσεις και ένα “κακερολάθο” (χτύπημα κατσαρόλας και τηγανιού) που ξεκίνησε στις 6 το απόγευμα.

Με τη φορολογική μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση προσπαθούσε να αντιμετωπίσει μια κατάσταση δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Η Κολομβία είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 7,8% ως προ το ΑΕΠ το 2020, τη χειρότερη επίδοσή της εδώ και μισό αιώνα. Με αυτή τη μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση σκόπευε να συγκεντρώσει 6,3 δισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2022 και 2031 εις βάρος των εργαζομένων και του λαού – το 87% των εσόδων θα προερχόταν από μισθούς και μόνο το 13% από καπιταλιστικά κέρδη, σε ένα πλαίσιο όπου η φτώχεια αγκαλιάζει το 42,5% του πληθυσμού. Το 2019 υπήρχαν 17,4 εκατομμύρια φτωχοί – σήμερα υπάρχουν 21 εκατομμύρια φτωχοί, εν μέσω μιας υγειονομικής κατάρρευσης που προκλήθηκε από τον COVID-19. Τα νοσοκομεία βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας είναι εξαντλημένοι. Η Κολομβία έχει πάνω από 2,8 εκατομμύρια κρούσματα και σχεδόν 74.000 νεκρούς: είναι η τέταρτη χώρα με τον υψηλότερο αριθμό μολύνσεων και η πέμπτη με τον υψηλότερο αριθμό θανάτων στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.

Το μεταρρυθμιστικό νομοσχέδιο καθιέρωνε την αύξηση των φόρων εισοδήματος και των εμπορευμάτων, προκειμένου να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα και να αποτραπεί η απώλεια περισσότερων βαθμών για το χρέος της Κολομβίας στις αξιολογήσεις κινδύνου των διεθνών οργανισμών, πέρα από τη δημιουργία ενός βασικού εισοδήματος και ενός ταμείου για τη διατήρηση του περιβάλλοντος. Η κυβέρνηση υπερασπίστηκε την ανάγκη να εισπραχθεί το ισοδύναμο του 2% του ΑΕΠ και “να διατηρηθούν τα κοινωνικά προγράμματα που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19”. Χωρίς να αναφερθεί ότι η ιστορική Kολομβιανή διαφθορά θα κατάπινε τα ψίχουλα που προορίζονταν για τα “καρότα” του σχεδίου (περιβάλλον, “βασικό εισόδημα” – έκτακτη βοήθεια), το μεγαλύτερο μέρος της νέας είσπραξης θα προοριζόταν για την ανταπόδοση του μεγάλου χρηματιστικού – τοκογλυφικού κεφαλαίου, ιδίως σε διεθνές επίπεδο, κάτι που επιβεβαιώθηκε, έμμεσα, από πληροφορίες των κολομβιανών συστημικών μέσων ενημέρωσης: “Οικονομολόγοι από διαφορετικές πλευρές συμφωνούν ότι η Κολομβία χρειάζεται μια φορολογική μεταρρύθμιση που θα της επιτρέψει να εισπράξει περισσότερα για να διατηρήσει τους λογαριασμούς της ενήμερους και επίσης να διατηρήσει τη φήμη της σταθερότητας ενώπιον των διεθνών πιστωτών”, έγραψαν. Δηλαδή, λεηλασία του λαού για να πληρωθεί το τοκογλυφικό χρέος προς τις τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια, ιδίως τα διεθνή. Έτσι ο κόσμος βγήκε στους δρόμους.

Η γενική απεργία της 28ης και 29ης Απριλίου παρατάθηκε για τις 30 Απριλίου και την 1η Μαΐου. Έτσι έγινε γενική απεργία και λαϊκή εξέγερση με κινητοποιήσεις, χτυπήματα κατσαρόλας και αγώνες στους δρόμους εναντίον των δυνάμεων καταστολής. Το εύρος των μέτρων βίας που απαίτησε η Εθνική Επιτροπή Ανεργίας, η οποία συγκεντρώνει τα συνδικαλιστικά κέντρα (CUT, CGT και CTC), προκάλεσε μια πρώτη αντίδραση του Προέδρου. Την Παρασκευή 30 Μαΐου η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια τροποποίηση του νομοσχεδίου: οι λαϊκές μάζες, που είχαν ήδη ξεκινήσει τη μάχη, επέμεναν στην πλήρη απόσυρση του νομοσχεδίου. Την 1η Μαΐου, η εξέγερση απλώθηκε σε όλη τη χώρα και απέκτησε νέα δυναμική. Εκτός από τις διαδηλώσεις στην πρωτεύουσα Μπογκοτά, οι οποίες κατέληξαν στην Πλατεία Μπολιβάρ, κοντά στην έδρα της εκτελεστικής εξουσίας και το σπίτι του προέδρου Ντούκε, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες πορείες στην Μπαρανκίλα, το Μεντεγίν, το Κάλι και τη Νέϊβα. Το απόγευμα, αγροτικές οργανώσεις ανακοίνωσαν την υποστήριξή τους στη διαμαρτυρία.

Ακόμη και η δεξιά πτέρυγα ζήτησε την απόσυρση της μεταρρύθμισης, γεγονός που αύξησε τη σπίθα της λαϊκής εξέγερσης. Τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να αποδυναμώσουν τις κινητοποιήσεις λέγοντας ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες του αγώνα κατά του Covid-19. Οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί απάντησαν ότι η μάχη και η παρουσία ήταν αυτό που χρειαζόταν για τη μείωση των λοιμώξεων και ότι αυτός ήταν ένας από τους στόχους της εθνικής εκπαιδευτικής απεργίας. Τελικά, την Κυριακή 2 Μαΐου, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει εντελώς το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση. Ακόμη και όταν ο Ντούκε ανακοίνωσε την αναστολή του νομοσχεδίου, η λαϊκή κατακραυγή συνεχίστηκε, με το σύνθημα “η απεργία συνεχίζεται”, μια αναφορά στη γενική απεργία που προηγήθηκε: Huelga Nacional. Ο Ντούκε ήταν το μεγάλο στοίχημα των μεγάλων επιχειρήσεων και ο πρώην, πλέον, υπουργός Οικονομικών του, Αλμπέρτο Καρασκίγια, ο οποίος παραιτήθηκε υπό την πίεση των διαδηλώσεων, είναι γνωστός για τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία του υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Και οι δύο ενσαρκώνουν το “οικονομικό μοντέλο” κατά του οποίου στρέφονται οι διαδηλώσεις, επειδή καθιστά την Κολομβία ως τη χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες στη Λατινική Αμερική και στον κόσμο. Το λαϊκό κίνημα υποστηρίζει ότι η κολομβιανή οικονομία “έχει τις ρίζες της στις πολιτικές πελατειακές σχέσεις”, οι οποίες έχουν απαλλάξει από τους φόρους τα μεγάλα ολιγοπώλια της γεωργίας και των ορυχείων, μεταξύ άλλων τομέων.

Αλλά η φορολογική μεταρρύθμιση ήταν μόνο η σπίθα. Η οργή των διαδηλωτών εκδηλώνεται, κυρίως, κατά των “δυνάμεων ασφαλείας” ενός καθεστώτος με αστυνομικά χαρακτηριστικά που έχει εγκαθιδρυθεί για περισσότερο από μισό αιώνα, το οποίο με πρόσχημα την καταπολέμηση των ανταρτών (σήμερα σχεδόν πλήρως ενσωματωμένων στο πολιτικό καθεστώς: ο πρώην πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος και ο Τιμοτσένκο, ηγέτης των ανταρτών του FARC, υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία το 2016, με τη μεσολάβηση της Κουβανικής κυβέρνησης) προχώρησε στην απαλλοτρίωση και εκτόπιση εκατομμυρίων αγροτών, αφήνοντάς τους στην εξαθλίωση και ευνοώντας τη συγκέντρωση της γης στα χέρια των γαιοκτημόνων. Τον Σεπτέμβριο του 2020, προβλέποντας την τρέχουσα οργή, αλλά και κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, η δολοφονία 13 ατόμων από αστυνομική κατασταλτική δράση στην Μπογκοτά, πυροδότησε μια συζήτηση για την ανάγκη “αστυνομικής μεταρρύθμισης”, συμπεριλαμβανομένης της διάλυσης της ομάδας που ήταν υπεύθυνη για την καταστολή διαδηλώσεων. Η Κολομβιανή αστυνομία υπάγεται στο Υπουργείο Άμυνας και είναι δομημένη -ως προς τη συγκρότηση, την εκπαίδευση και τους στόχους της- για την προοπτική της ένοπλης σύγκρουσης εναντίον ενός συγκεκριμένου εχθρού: των “μαρξιστικών δυνάμεων”.

Το κράτος απάντησε στη λαϊκή εξέγερση με τη στρατιωτικοποίηση των δρόμων. Οι γερουσιαστές του κυβερνώντος κόμματος (“Δημοκρατικό Κέντρο”) πρότειναν την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Το αντιπολιτευόμενο “Προοδευτικό Μέτωπο” δεν κινητοποίησε δυνάμεις στις 28 του μηνός και έσπασε τη σιωπή του μόνο για να καταδικάσει τις “λεηλασίες” κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Ο αντικαταστάτης του Καρασκίγια επιδιώκει να δημιουργήσει μια “συναίνεση γύρω από τη φορολογική μεταρρύθμιση” με τον κεντρώο και τον δεξιό τμήμα και να σχηματίσει ένα “συμβουλευτικό όργανο”. Παρά την απόσυρση της μεταρρύθμισης και την παραίτηση του υπουργού, η απεργία συνεχίζει να μετατρέπεται σε πολιτική απεργία με το σύνθημα “Έξω ο Ντούκε”. Σε κοινό ανακοινωθέν, τα κεντρικά συνδικάτα ζήτησαν την αποστρατιωτικοποίηση των πόλεων, τον μαζικό εμβολιασμό και τον τερματισμό της φοίτησης στα σχολεία. Το κίνημα των ιθαγενών Minga, μαζί με άλλες κοινωνικές οργανώσεις, προχώρησε στην υπεράσπιση του αιτήματος για την “παραίτηση του προέδρου Ντούκε”. Καραβάνια φορτηγών απέκοψαν την πρόσβαση και τις κινητοποιήσεις σε πλατείες και πάρκα, ζητώντας την υποστήριξη του πληθυσμού. Η απάντηση στην καταστολή στο Κάλι ήταν εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους, η πόλη ονομάστηκε “εθνική πρωτεύουσα της Αντίστασης”.

Στο Ποπάγιαν, πρωτεύουσα της Κάουκα (το διαμέρισμα με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων αγροτών και παραστρατιωτικής βίας), διαδηλωτές έβαλαν φωτιά σε αστυνομικά κτίρια. Η Esmad μπήκε στο Βιομηχανικό Πανεπιστήμιο του Σανταντέρ, χτυπώντας τους φοιτητές. Πριν από δύο εβδομάδες, ο Ντούκε είχε δημιουργήσει ένα σύστημα στρατιωτικής δικαιοσύνης “με οικονομική, διοικητική και επιχειρησιακή ανεξαρτησία”, το οποίο δεν θα υπαγόταν στη διοίκηση του στρατιωτικοποιημένου Υπουργείου Άμυνας. Ωστόσο, η πρωτοβουλία έτυχε κακής υποδοχής, διότι τα μέλη της αστυνομίας θα συνεχίσουν να κρίνονται από τον στρατό, όπως συμβαίνει με τον πρωθυπουργό στη Βραζιλία, ο οποίος έχει το δικό του δικαστικό σώμα. Ο Ουρίμπε υποστήριξε μέσω του λογαριασμού του στο Twitter το “δικαίωμα των στρατιωτών και των αστυνομικών να χρησιμοποιούν τα όπλα τους για να υπερασπιστούν την ακεραιότητά τους”. Εκτελεστής των σφαγών είναι η υπηρεσία ασφαλείας και κατασκοπείας – Esmad (κινητή ομάδα καταπολέμησης των ταραχών), τη διάλυση της οποίας ζητούν οι διαδηλωτές.

Οι κινητοποιήσεις στην Κολομβία μόλις αρχίζουν. Κλονίζουν ένα καθεστώς-κλειδί για τη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής τάξης στη Λατινική Αμερική, στη μοναδική χώρα της Νότιας Αμερικής με ακτές στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό, με πέντε στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, καθώς και στην Καραϊβική. Ένα νέο πολιτικό στάδιο μπορεί να ξεκινήσει στην ήπειρό μας. Ο αγώνας ενάντια στο πιο αντιδραστικό καθεστώς στην περιοχή, αυτό του υπεύθυνου για τη γενοκτονική αντιμετώπιση της πανδημίας στη Βραζιλία, του Μπολσονάρου, αποκτά έναν αποφασιστικό σύμμαχο εκεί που ο καπετάνιος και η στρατιωτική αυλή του δεν το περίμεναν. Ας οργανώσουμε διαδηλώσεις ενάντια στην καταστολή σε όλες τις διπλωματικές αντιπροσωπείες της Κολομβίας! Όλη η υποστήριξη στον αγωνιζόμενο κολομβιανό λαό, τώρα!

06/05/2021

Μετάφραση Αρ. Μα.

Υποσημειώσεις

Υποσημειώσεις
1Από τότε ο αριθμός των θυμάτων έχει αυξηθεί σημαντικά
2Η Κινητή Μοίρα Καταπολέμησης Ταραχών ή Escuadrón Móvil Antidisturbios (ESMAD) στα Ισπανικά, είναι μια μονάδα ελέγχου ταραχών της Κολομβιανής Εθνικής Αστυνομίας που ειδικεύεται στην πρόληψη και/ή τον έλεγχο δημόσιων ταραχών, καθώς και στον έλεγχο μεγάλων μαζών ανθρώπων με τη χρήση ακραίας βίας. Η μονάδα αυτή τελεί υπό τη διοίκηση της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης της Εθνικής Αστυνομίας της Κολομβίας.