Γερμανία: Η πρωτιά του AfD ως ενδόρρηξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας

Η φετινή, 36η επέτειος της γερμανικής ενοποίησης (3 Οκτωβρίου 2026) -δηλαδή της ενσωμάτωσης της Λαϊκής Δημοκρατίας στην Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας- δεν ήταν σαν καμία από τις προηγούμενες. Και αυτό γιατί συνέπεσε με την επαύριο των εκλογικών θριάμβων του φασιστικού κόμματος στη Γερμανία, της “Εναλλακτικής για τη Γερμανία”.

Το ΑFD, πριν ένα μήνα, διπλασίασε τα τοπικά εκλογικά ποσοστά του και στα δύο παραπάνω κρατίδια, φτάνοντας στο 43,5% στο ομοσπονδιακό κρατίδιο της Σαξονίας – Άνχαλτ και στο 38,2% στο Μεκλεμβούργο – Πομερανία.

Στη δε Σαξονία – Άνχαλτ, όπου όχι απλώς θριάμβευσε το AfD, αλλά συνετρίβη το δεξιό CDU, δηλαδή το κυβερνών κόμμα υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, είναι πολύ πιθανόν οι φασίστες να σχηματίσουν κυβέρνηση μέχρι τέλος του τρέχοντος χρόνου.

Τριάντα έξι χρόνια μετά, βλέποντας ο γερμανικός τύπος τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια, τη Σαξονία – Άνχαλτ και το Μεκλεμβούργο – Πομερανία, τα οποία ανέδειξαν θριαμβευτή το φασίζον κόμμα της Eναλλακτικής για τη Γερμανία, της AfD, κάνει λόγο για “Νέα Διάσπαση”.

Τα δυο μέρη της προαναφερθείσας “Νέας Διάσπασης” είναι από τη μια μεριά η “νέα” ανατολική Γερμανία στην οποία δεσπόζει πολιτικά το φασίζον AfD και από την άλλη μεριά είναι η δυτική Γερμανία όπου, προς το παρόν, συνεχίζει να δεσπόζει είτε το κυβερνών δεξιό CDU, είτε το κεντροαριστερό SPD.

Πώς φτάσαμε πολιτικά – εκλογικά στην πρωτιά τoυ AfD

Ο εκλογικός θρίαμβος των φασιστών στη Σαξονία και το Μεκλεμβούργο δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία.

Τον είχαν προβλέψει τόσο οι τοπικές, όσο και οι πανεθνικές δημοσκοπήσεις. Αρχίζοντας από τις τελευταίες, αναδεικνύουν εδώ και 6 μήνες ως πρώτο κόμμα το AfD. Πλέον το AfD βρίσκεται πέριξ του 30%, έναντι 20% που κατέχει το κυβερνών δεξιό AfD και 13% και το συγκυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD).

Ωστόσο, η αρχή της μεταβολής του πολιτικού συσχετισμού υπέρ των φασιστών και σε βάρος των δεξιών και των σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας βρίσκεται 4 χρόνια πριν και συγκεκριμένα, το Μάιο του 2022.

Με άλλα λόγια, η κούρσα των φασιστών ξεκίνησε λίγους μήνες μετά την έκρηξη του πολέμου της Δύσης (μαζί και της Γερμανίας) ενάντια στη Ρωσία, το Φλεβάρη του 2022, και μαζί της, την έκρηξη της “ενεργειακής κρίσης”.

Η δημοσκοπική (και σε πολλές περιπτώσεις και εκλογική) αναρρίχηση του ΑFD στη δεύτερη θέση ήταν σταδιακή, αλλά συνεχής, οδηγώντας στον διπλασιασμό των δημοσκοπικών (και όχι μόνο) ποσοστών του σε σχέση με εκείνα που είχε την προηγούμενη δεκαετία.

Υπενθυμίζεται πως το AfD γεννήθηκε το 2013 ως ακροδεξιά πολιτική αντίδραση στις απανωτές “διασώσεις” των χωρών – μελών της ευρωζώνης που χρεοκόπησαν μετά το 2010, με πρώτη και…χειρότερη την Ελλάδα.

Αύξησε σημαντικά τα ποσοστά του ασκώντας, από τα δεξιά, οξεία κριτική κατά της μεταναστευτικής πολιτικής που άσκησε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2010 η κεντροδεξιά καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, για να καταστεί πρώτη (δημοσκοπικά) πολιτική δύναμη στη Γερμανία με το ξέσπασμα του πολέμου στα ανατολικά των συνόρων της χώρας.

Tην ίδια ακριβώς περίοδο, δηλαδή μετά τις αρχές του 2022 ξεκίνησε η καθίζηση του SPD (το οποίο βρισκόταν τότε επικεφαλής της συγκυβέρνησης με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους), αλλά και των Πρασίνων.

Τι εκφράζει η άνοδος του ΑfD

Ωστόσο η άνοδος των φασιστών αφορά, προς το παρόν, προπαντός αύξηση ψηφοφόρων και όχι μελών.

Τα μέλη του ΑfD μετρούνται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες. Αντίθετα τα μέλη του κόμματος της “Αριστεράς” (die Linke) έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2020 αριθμώντας πάνω από 120.000, ενώ τα μέλη του δεξιού CDU και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος αριθμούν σε 400.000 – 500.000.

Αυτό σημαίνει πως αν και το ΑfD αποτελεί πλέον την πρωταγωνιστική πολιτική δύναμη στη Γερμανία, η επιρροή αυτή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί σε «υλική» δύναμη επιβολής του προγράμματος του, κάτι το οποίο φυσικά μπορεί σε λίγους μήνες να αλλάξει, σε περίπτωση που σχηματίσει κυβέρνηση στην Σαξονία.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κατάκτηση εκλογικών πρωτιών σε μια σειρά κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας και μελλοντικά ίσως και σε κρατίδια της δυτικής Γερμανίας αποτελεί μία ιστορική τομή, όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά συνολικά για την ευρωπαϊκή ήπειρο, 81 χρόνια μετά την ήττα του Ναζισμού.

Το γεγονός αυτό έχει αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση, τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ευρώπη, σε σχέση με τις αιτίες του.

Δύο είναι οι βασικές τάσεις εξήγησης του φαινομένου. Η μία ανήκει στη δεξιά και η άλλη στη λεγόμενη αριστερά:

  • Η πρώτη, δεξιά τάση ισχυρίζεται πως οι εκλογικές πρωτιές των Γερμανών φασιστών οφείλονται στην καθυστέρηση των φιλελεύθερων “μεταρρυθμίσεων” στη Γερμανία ή και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η “καθυστέρηση”, κατά την ίδια άποψη, εμποδίζει την ανάπτυξη και η λιγότερη ανάπτυξη συντηρητικοποιεί πλατιά κοινωνικά στρώματα και σε συνδυασμό με την νοσταλγία του παρελθόντος (της τέως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) οδηγεί στην άνοδο του φασισμού. Συνεπώς, κατά την ίδια άποψη, μία επιτάχυνσή των “μεταρρυθμίσεων” θα μπορούσε να περιθωριοποιήσει τους φασίστες και εν τέλει να τους πετάξει εκτός “κάδρου”.
  • Η αριστερή τάση ισχυρίζεται πως οι εκλογικές πρωτιές των Γερμανών φασιστών οφείλονται ακριβώς στις φιλελεύθερες “μεταρρυθμίσεις” και συγκεκριμένα στους χαμηλούς μισθούς, την κατάρρευση (για τα γερμανικά δεδομένα) μιας σειράς πάλαι ποτέ κραταιών υποδομών (κοινωνικών και μη).

Όσον αφορά τη δεξιά τάση, δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να αποδείξει κανείς ότι κάνει, επιεικώς, λάθος.

Ήταν και είναι οι φιλελεύθερες “μεταρρυθμίσεις” ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, δηλαδή επί του Σοσιαλδημοκράτη, Γκέρχαρντ Σρέντερ, που έθρεψαν την επιστροφή του φαντάσματος του φασισμού στη Γερμανία.

Οι “μεταρρυθμίσεις” αυτές εντάθηκαν επί Μέρκελ και έχουν μπει σε κούρσα ταχύτητας επί Μερτς σε συμμαχία με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Ενδιαμέσως, όμως, δηλαδή μεταξύ 2021 – 2025 και μάλιστα επί κυβερνήσεως του Σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς συντελέστηκαν τρία γεγονότα, τα οποία ανέτρεψαν πλήρως τη βάση της μεταπολεμικής -όχι απλά μεταψυχροπολεμικής – ισορροπίας στη Γερμανία, ανεβάζοντας πρώτο – πρώτο στην επιφάνεια του πολιτικού σκηνικού το περίττωμα που λέγεται AfD.

α) Το πρώτο γεγονός -όπως ήδη αναφέρθηκε- ήταν ο πόλεμος της Δύσης ενάντια στη Ρωσία το Φλεβάρη του 2022.

Η τότε γερμανική κυβέρνηση (SPD, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι) συντάχθηκε πλήρως με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, βάζοντας την γερμανική βιομηχανία και κοινωνία να πληρώσει πολύ βαρύ οικονομικό τίμημα, μέσω της εκτίναξης των τιμών ενέργειας.

β) Το δεύτερο γεγονός ήταν η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ το Νοέμβριο του 2024

Την επομένη κιόλας της ανακοίνωσης των τελικών εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ το Νοέμβριο του 2024, ο τότε καγκελάριος Σολτς απέλυσε το Φιλελεύθερο Υπουργό Οικονομικών του, Λίντνερ, λόγω διαφωνίας του τελευταίου στην συνταγματική χαλάρωση του χρέους υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών και αμέσως μετά προκήρυξε πρόωρες εκλογές για το Φεβρουάριο του 2025.

γ) Το τρίτο γεγονός ήταν η απόφαση της Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag), με τους ψήφους των Σοσιαλδημοκρατών, του CDU και των Πρασίνων, για τη χαλάρωση του συνταγματικού φρένου χρέους υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών το Μάρτιο του 2025.

Η απόφαση αυτή άλλαξε ριζικά -σε δημοσιονομικό επίπεδο αυτή τη φορά- το τοπίο στη Γερμανία, καθώς άνοιξε ο δρόμος για την αύξηση του δημοσίου χρέους για χάρη του επανεξοπλισμού της χώρας, με υποταγή στο νέο δόγμα του ΝΑΤΟ (κατ’ απαίτηση του Τραμπ) για αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ κάθε χώρας – μέλους του.

Να σημειωθεί εδώ πως η απόφαση αυτή ελήφθη πραξικοπηματικώς, καθώς ψηφίστηκε από τους βουλευτές της σύνθεσης της Γερμανικής Βουλής (Bundestag) πριν τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2025 αν και είχαν προηγηθεί νέες (!) εθνικές εκλογές. Και αυτό γιατί οι νέες εθνικές εκλογές δεν εξασφάλιζαν την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3!

Η νέα κυβέρνηση οριακής πλειοψηφίας υπό τον Μερτς -σε συμμαχία με τους Σοσιαλδημοκράτες- που προέκυψε από τις εκλογές “προσκύνησε” τον Τράμπ συμφωνώντας στο πρόγραμμα της αύξησης των αμερικανικών δασμών, νέων ευρωπαϊκών επενδύσεων στις ΗΠΑ, αγοράς αμερικανικού LNG και αμερικανικού εξοπλισμού.

Όλες οι παραπάνω ενέργειες των Ευρωπαίων ηγετών, μαζί και του Μερτς, σε συνδυασμό με την εισβολή των ΗΠΑ και των Σιωνιστών του Ισραήλ (την οποία υποστήριξε ο Μερτς) ενάντια στο Ιράν τον Φλεβάρη του 2026 ανατροφοδότησε την ενεργειακή κρίση και έτσι την οικονομική κρίση στη Γερμανία.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το τι συνέβη στο Μεσοπόλεμο στη Γερμανία, η εκλογική άνοδος της φασιστικής δεξιάς στη Γερμανία γίνεται σε συνθήκες έστω και μηδαμινής -μεν- ανάπτυξης της οικονομίας και μηδαμινής ανεργίας -και όχι βαθιάς ύφεσης και μαζικής ανεργίας.

Επίσης της εκλογικής ανόδου των φασιστών στη Γερμανία στις μέρες μας δεν έχουν προηγηθεί ήττες της γερμανικής εργατικής τάξης.

Εξάλλου, η σημερινή Γερμανία δεν είναι το τέως μιλιταριστικό Ράιχ του Κάιζερ, η ταπεινωμένη -αλλά μη καταστραμμένη- από την ήττα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου χώρα.

Η σημερινή Γερμανία είναι μία οικονομικά αναγεννημένη χώρα, μετά από 81 χρόνια ειρήνης και αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας χώρα.

Είναι η οικονομική καρδιά μίας υπερεθνικής οικονομικής και νομισματικής, ένωσης εκατοντάδων εκατομμυρίων κατοίκων, δηλαδή της ευρωζώνης. Είναι μία από τις δύο πιο εξαγωγικές χώρες του κόσμου.

Ωστόσο, αυτή η Γερμανία, δηλαδή ο σημερινός γερμανικός καπιταλισμός δείχνει ξεκάθαρα να έχει χάσει το τρένο του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Κίνα και συνθλίβεται στις μυλόπετρες του ανταγωνισμού των δυο παραπάνω χωρών.

Έτσι η έκρηξη των ποσοστών του ΑfD oφείλεται όχι μόνο σε μία βαθιά συντηρητική κοινωνική αντίδραση απέναντι στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και σε μία ρατσιστική αντίδραση απέναντι στους μετανάστες (αν και οι τελευταίοι είναι ελάχιστοι στην ανατολική Γερμανία), αλλά ταυτόχρονα σε μία ακραία εθνικιστική αντίδραση απέναντι στην ΕΕ, την οποία μεγάλη μερίδα της γερμανικής κοινωνίας θεωρεί ως ένα μεγάλο βαρίδι στην οικονομική πρόοδο της Γερμανίας.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί πως το προς στιγμή πολιτικό αντίβαρο στην άνοδο του AfD, δηλαδή η Linke (η οποία μάλιστα διπλασίασε τα ποσοστά της στο Βερολίνο, κατακτώντας την 1η θέση, ενώ έχει αυξήσει κατά 1/3 το δημοσκοπικό της ποσοστό πανεθνικά) δεν αμφισβητεί την συμμετοχή της Γερμανίας στην ΕΕ, ούτε την ΕΕ ως σύνολο στα πλαίσια μίας επαναστατικής διεθνιστικής γραμμής, ενώ το AfD τάσσεται καθαρά (αν και από παντελώς εθνικιστική σκοπιά) υπέρ της εξόδου της Γερμανίας από την Ευρωζώνη.

Παράλληλα, μεγάλη μερίδα της γερμανικής κοινωνίας αισθάνεται -μαζί με αντίθεση στον πόλεμο στην Ουκρανία- φόβο και απέναντι στον (ρωσικό) κίνδυνο εξ ανατολών, καθώς δεν “ξεχνά” πως μόνο η Πολωνία χωρίζει τη Γερμανία από την εμπόλεμη Ουκρανία…

Το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι Γερμανοί

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί πως στην ανατολική Γερμανία είναι οικονομικά πολύ πιο έντονες οι επιπτώσεις της διεύρυνσης της ΕΕ προς ανατολάς, είτε αυτή έλαβε την ειρηνική μορφή της ένταξης των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ στην ΕΕ, όπως της Πολωνίας αλλά και των Βαλτικών χωρών (μετά το 2003), είτε έχει λάβει τη βίαιη – στρατιωτική μορφή του πολέμου στην Ουκρανία.

Οι ανατολικο-Γερμανοί, όχι όσο οι δυτικο–Γερμανοί νιώθουν πως έχουν πληρώσει αγρίως ένα τετραπλό τίμημα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση:

  • Το πρώτο το πλήρωσαν την δεκαετία του ‘90 με την ενσωμάτωση της χώρας τους στην καπιταλιστική Ομοσπονδιακή Γερμανία, η λεγόμενη ενοποίηση των 2 Γερμανών, η οποία αποτέλεσε το πραγματικό θεμέλιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Αν το CDU ηγήθηκε της ενοποίησης, το SPD εφήρμοσε την Ατζέντα 2010 χτυπώντας το κοινωνικό κράτος της Γερμανίας.
  • Το δεύτερο το πλήρωσαν τη δεκαετία του 2000 με την ενσωμάτωση των ανατολικο-ευρωπαϊκών χωρών. Και δεν το πλήρωσαν μόνο με τα γιγάντια κοινοτικά κονδύλια που ρούφηξαν αυτές οι χώρες, αλλά και με τη ροή γερμανικών επενδύσεων στις χώρες αυτές, στις ειδικές οικονομικές ζώνες τους κ.λπ.
  • Το τρίτο τίμημα το πλήρωσαν με τις “διασώσεις” των αδύναμων κρίκων της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα.
  • Το τέταρτο τίμημα το πληρώνουν με τον πόλεμο στη Ρωσία. Ας μην ξεχνάμε, πως σε ποσοστό πολύ πάνω από το ποσοστό του ΑfD οι Γερμανοί τάσσονται κατά του πολέμου αυτού.

Η εν εξελίξει ενδόρρηξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας μετά την ενδόρρηξη της Λαϊκής Δημοκρατίας (DDR)

Υπό αυτές τις συνθήκες αποτελεί συκοφαντία προς την αριστερά γενικά, πως η άνοδος του AfD αποτελεί αποτέλεσμα της… “νοσταλγίας” της τέως “σοσιαλιστικής” Λαϊκής Δημοκρατίας, της DDR (Ost-algie), η οποία κατέρρευσε πριν 36 χρόνια, όπως διατείνονται ορισμένοι αστοί αναλυτές.

Η εκλογική άνοδος του ΑfD όχι μόνο στην ανατολική Γερμανία, αλλά και στη Δυτική (διάβαζε παρακάτω) αποτελεί σύμπτωμα της αποσύνθεσης της καπιταλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της ΕΕ ως όλο!

Σύμπτωμα “νοσταλγίας” προς την τέως DDR, αλλά και προπαντός αντίθεσης στις επιπτώσεις της διάλυσής της αποτέλεσε άνοδος του διαδόχου κόμματος του πάλαι ποτέ κραταιού Κόμματος Σοσιαλιστικής Ενότητας (SED), του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS) στην ανατολική Γερμανία (με ποσοστά 20% – 30%) και έπειτα της Linke (η οποία αποτέλεσε την ένωση του PDS με την αριστερή διάσπαση των Σοσιαλδημοκρατών μετά τη δεξιά στροφή των τελευταίων επί Σρέντερ τη δεκαετία του ‘90 και των αρχών του 2000).

Σε κάθε περίπτωση γιατί ένας φιλο-φασίστας ή φασίστας ψηφοφόρος να νοσταλγεί την… DDR, που ήταν γέννημα του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού;

Επίσης, το AfD είναι φιλοναζιστικό – αντικομμουνιστικό ενώ το πρόγραμμα του, η ηγεσία του και τα στελέχη του δεν σχετίζονται επ’ ουδενί με το καθεστώς της DDR, ούτε και την οργανική σύνδεσή του με την τέως Σοβιετική Ένωση και το ανατολικό μπλοκ…

Εξάλλου ας μην ξεχνάμε πως η ανατολική Γερμανία, την οποία έχει ως εφαλτήριο το AfD δεν είναι μόνο η πατρίδα του τέως “υπαρκτού σοσιαλισμού” (όχι μόνο γιατί αυτή κατέλαβε ο Κόκκινος Στρατός, αλλά γιατί είχε μαζική απήχηση το Κομμουνιστικό και Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πριν την άνοδο των Ναζί) αλλά είναι και ο γεωγραφικός χώρος της Πρωσίας, δηλαδή της καρδιάς του γερμανικού εθνικισμού και μιλιταρισμού. Η Πρωσία είναι η “μάνα” του Γερμανικού Ράιχ που έφτιαξε ο Μπίσμαρκ, αλλά και προπύργιο του Ναζισμού.

Παραπέρα το ΑfD στηρίζεται ανοιχτά από την κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ, η οποία βρίσκεται σε ανοιχτή ρήξη με τη Ρωσία αλλά και την Κίνα.

Εξάλλου, οι Γερμανοί φασίστες στηρίζουν το σιωνιστικό κράτος στον πόλεμο με το Ιράν, σε αντίθεση με τη στάση της Ρωσίας και της Κίνας.

Όσον αφορά την δήθεν “φιλειρηνική” στάση στον πόλεμο Δύσης – Ρωσίας στην Ουκρανία, ουδόλως διαφέρει από συνολική στάση της γερμανικής αστικής τάξης, μεγάλης και μεσαίας, η οποία ήταν και παραμένει κριτική απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία καθώς αυτός την έχει γονατίσει λόγω της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους. Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει την γερμανική αστική τάξη να λέει “ναι” στην κρατική αύξηση των αμυντικών δαπανών, πόσο μάλλον ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής βιομηχανίας και συγκεκριμένα η δήθεν αμυντική κ.λπ. (Rheinmetall) έχει θησαυρίσει μετά την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία!

Ταυτόχρονα, το οικονομικό γονάτισμα της γερμανικής αστικής τάξης έχει φέρει την κατάρρευση των δύο βασικών πυλώνων του πολιτικού συστήματος της χώρας μεταπολεμικά, δηλαδή του CDU και του SPD, και την ανάδυση μίας καθόλα συστημικής, αστικής, φασιστικής, αντεπαναστατικής “Εναλλακτικής” για τη Γερμανία.

Το AfD τάσσεται υπέρ του Εθνικού Επανεξοπλισμού της Γερμανίας, ξέχωρα από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, και υπέρ της εθνικιστικής εξόδου της Γερμανίας από το ευρώ. Το πρόγραμμα του είναι σφόδρα μιλιταριστικό και σφόδρα αντεργατικό. Από αυτήν την άποψη το AfD δεν είναι “αντισυστημικό” όπως διατείνεται ο αστικός τύπος. Αντιθέτως, είναι -με την πιο βαθιά έννοια- συστημικό, είναι η φασιστική πτέρυγα του γερμανικού αστικού πολιτικού συστήματος, η πιο ακραία (δεξιά) τάση του: Όχι απλά θέλει επανεξοπλισμό της Γερμανίας (όπως το CDU, το SPD, oι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι!), αλλά τον επιθυμεί ξέχωρα από την ΕΕ. Δηλαδή θέλει όλο το γερμανικό χρήμα να πέσει στη Γερμανία και να μη φύγει ούτε σεντς εκτός αυτής.

Όσον για εκείνους που επιμένουν να χαρακτηρίζουν το AfD ως κόμμα – πράκτορα του Πούτιν, υπάρχει ένα ερώτημα: Για πιο λόγο μπορεί να θέλει το AfD επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στη Γερμανία; Για να πολεμήσει με ποια χώρα, αν όχι με τη Ρωσία;

Το AfD ως εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης (από την αστική τάξη)

Το κόμμα της “Εναλλακτικής για τη Γερμανία” (AfD), με όχημα, τον εθνικισμό, στην πραγματικότητα φιλοδοξεί να μετατρέψει τη Γερμανία σε μία “ευρωπαϊκή πολιτεία” των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (στα ερείπια φυσικά της ΕΕ), στην εμπροσθοφυλακή, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά στην ανοιχτή αντιπαράθεσή τους με τη Ρωσία και την Κίνα.

Η ανοιχτή στήριξη του Τραμπ και του Μασκ στο AfD, βασίζεται από τη μια μεριά στην ρητά διατυπωμένη άποψη του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία η ΕΕ γεννήθηκε για να πλήξει τις ΗΠΑ (και άρα η ΕΕ πρέπει να διαλυθεί για διασωθούν οι ΗΠΑ) και από την άλλη στην επίσης ρητά διατυπωμένη θέση του AfD υπέρ της εξόδου της Γερμανίας από την ευρωζώνη (και άρα από την ΕΕ) κάτι που προφανώς ισοδυναμεί με διάλυση της ΕΕ.

Η βασική κριτική που γίνεται προς το AfD από τα μεγάλα αστικά οικονομικά think tank της Γερμανίας είναι πως το πρόγραμμα του είναι “μη εφαρμόσιμο”, καθώς θα αυξήσει το έλλειμμα και χρέος του κράτους και των ομοσπονδιακών κρατιδίων, καθώς υπόσχεται μείωση φόρων χωρίς να ξεκαθαρίζει πώς αυτό το μέτρο θα καλύψει την απώλεια εσόδων του κράτους…

Η άποψη των ίδιων think tanks πως ενδεχόμενη εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος του AfD σε ομοσπονδιακό ή έστω περιφερειακό επίπεδο θα αυξήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα (αν δεν προχωρήσει σε μαζικές περικοπές κοινωνικών δαπανών) είναι ολότελα σωστή, πλην όμως, δεν αποτελεί κάποια ρητή αντίθεση σε αυτό.

Την πολιτική της μείωσης φόρων ακολουθεί και το κυβερνών κόμμα, το CDU, πλην όμως έχει ψηφίσει μαζί με το SPD την χαλάρωση του συνταγματικού φρένου χρέους (2025) για την αύξηση των εξοπλισμών, ενώ εφαρμόζει και τη ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.

Ωστόσο το CDU συνεχίζει να διαφωνεί με την έκδοση ευρω–ομολόγου. Με την άποψη αυτή, συντάσσεται πλήρως το AfD, πλην όμως, η έκδοση ευρω-ομολόγου θεωρείται από τους κυρίαρχους κύκλους της ευρωζώνης ως η ελάχιστη προϋπόθεση για την οικονομική επιβίωσή της μεσοπρόθεσμα…

Αντίθετα, το AfD, αν και υποστηρίζει -και με το παραπάνω- τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, όπως έκανε το CDU αλλά και το SPD (και μάλιστα ανεξάρτητα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ), τάχθηκε αναφανδόν ενάντια στην χαλάρωση του φρένου χρέους για το λόγο αυτό, υποστηρίζοντας πως η εξοικονόμηση υπέρ της άμυνας της Γερμανίας, πρέπει να γίνει μέσω του υφιστάμενου προϋπολογισμού, δηλαδή χωρίς νέο δανεισμό, κάτι που ισοδυναμεί με περικοπές κοινωνικών δαπανών.

Από αυτήν την άποψη, το πρόγραμμα του AfD είναι ένα πρόγραμμα κοινωνικού πολέμου. Ο επανεξοπλισμός μίας επί δεκαετίες αποστρατιωτικοποιημένης Γερμανίας με επιστροφή στο Γερμανικό Μάρκο (δηλαδή με διάλυση της ευρωζώνης) τις οποίες υποστηρίζει – ισοδυναμεί με έναν κοινωνικό πόλεμο που τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από εκείνον που ξέσπασε στη Γερμανία, μετά το 1918.

Και όχι μόνο αυτό, ισοδυναμεί και με το ξέσπασμα ενός ανάλογου κοινωνικού πολέμου σε όλη την Ευρώπη!

Γιατί αφορούν την Ελλάδα οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία

Οι παραπάνω εξελίξεις αφορούν κατά μείζονα τρόπο και την Ελλάδα. Αν και δεν βρισκόμαστε άμεσα μπροστά την άνοδο των Γερμανών φασιστών στην κεντρική πολιτική εξουσία, ο πρωταγωνιστικός ρόλος τους ως αντιπολίτευση σε πανεθνικό επίπεδο και ενδεχομένως ως κυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο (Σαξονία – Άνχαλτ, θέτει νέους όρους στο παιχνίδι στη Γερμανία και την ΕΕ.

Καταρχάς, στη Γερμανία, το 2027 είναι προγραμματισμένες μια σειρά τοπικών εκλογών στη δυτική Γερμανία (π.χ. στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία και την Κάτω Σαξονία), στις οποίες διεκδικεί με άνεση τη δεύτερη θέση με ποσοστά πάνω από 20%, ενώ κάθε άλλο παρά μακριά βρίσκεται η πρωτιά.

Έτσι το κυβερνών κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών του Μερτς αναμένεται να βρεθεί σε ακόμα δυσκολότερη θέση ενόψει του ετησίου συνεδρίου του το Νοέμβριο του 2027.

Την ίδια περίοδο που αναμένεται η παραπέρα άνοδος των φασιστών και περιθωριοποίηση των Δεξιών, αλλά και των Σοσιαλδημοκρατών, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να έχει κλειδώσει τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό της για το 2028 – 2034, ο οποίος αν και -κατά την πρόταση της Κομισιόν- είναι ήδη πιο σφικτός σε κονδύλια και πιο αυστηρός στην αποδέσμευσή τους, έχει εγείρει τις έντονες ενστάσεις της Δεξιάς κυβέρνησης στη Γερμανία.

Οι συνθήκες πολιτικής αστάθειας στην καρδιά της ΕΕ σημαίνουν:

  • Πιέσεις των αγορών για παραπέρα αύξηση των αποδόσεων των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, δηλαδή του κόστους δανεισμού, πέρα από τις πιέσεις που ήδη ασκεί η ενεργειακή κρίση στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
  • Πιέσεις για παραπέρα μέτρα λιτότητας σε όλη την ευρωζώνη προκειμένου να τιθασευτούν οι τάσεις αύξησης του κόστους δανεισμού στις ήδη υπερχρεωμένες χώρες της, κάτι που σπρώχνει ακόμα περισσότερο προς τα κάτω την ήδη ασθμαίνουσα ευρωπαϊκή οικονομία.
  • Πιέσεις για ακόμα μεγαλύτερο σφίξιμο της κάνουλας των χρηματοδοτήσεων από τα Ευρωπαϊκά, κοινοτικά Ταμεία.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή αγορά είναι ο βασικός προορισμός των ελληνικών εξαγωγών αλλά και η βασική δεξαμενή τουριστών. Και για αυτό:

  • Κάθε πλήγμα στην καταναλωτική ζήτηση από την Ευρώπη αποτελεί πλήγμα για τον ελληνικό καπιταλισμό ο οποίος βασίζεται συντριπτικά σε αυτήν.
  • Παράλληλα, παραπέρα αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να αμφισβητήσει αποφασιστικά την κεντρική στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης που δεν είναι άλλη από την πρόωρη αποπληρωμή του δημοσίου χρέους.
  • Εξάλλου, ολοένα και περισσότερο ο ελληνικός καπιταλισμός θα μπορεί να βασίζεται σε Κοινοτικούς Πόρους, ειδικά μετά το τέλος του “πάρτι” του Ταμείου Ανάκαμψης.
  •  

Οι τρεις παραπάνω παράγοντες τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια της σημερινής κυβέρνησης ή εκείνης που θα προκύψει μετά τις επερχόμενες εκλογές της άνοιξης του 2027.

Δεν έχει κανένα άλλο μαξιλάρι για να αποφύγει την άμεση σύγκρουση με τις μάζες, μετά την έμμεση την οποία έχει “επιβάλλει” μέσω των απανωτών κυμάτων ακρίβειας που έχουν φέρει οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι (στους μετέχει και με το παραπάνω) από την Ουκρανία έως το Ιράν.

Ποια είναι η εναλλακτική στην ενδόρρηξη της Γερμανίας και της ΕΕ

Σε κάθε περίπτωση η εκ των ένδον αμφισβήτηση της ΕΕ, δηλαδή η αμφισβήτηση της ΕΕ από τους ίδιους τους Γερμανούς, η οικονομία των οποίων αποτέλεσε και αποτελεί την “ατμομηχανή” της ΕΕ θέτει “απ’ έξω” σε ευθεία αμφισβήτηση την κεντρική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ιδίως μετά την πτώση της Χούντας το 1973, δηλαδή το δόγμα “ανήκομεν εις την Δύσιν” (Καραμανλής, 1976).

Μπορεί η ελληνική αστική τάξη με την “βοήθεια” των Ευρωπαίων συνεταίρων της (αλλά και του τέως Αμερικανού προέδρου Ομπάμα) να απέτρεψε την έξοδο της Ελλάδας από το… παράθυρο της ευρωζώνης (Grexit), θυσιάζοντας το 25% της ελληνικής οικονομίας, αλλά το φάντασμα του Grexit επανεμφανίζεται από την κεντρική είσοδο της ευρωζώνης, την ίδια τη Γερμανία, με το καπέλο του AfD να γράφει πάνω D-Exit (Deutschland Exit)!

Η εκ των ένδον αμφισβήτηση της ΕΕ γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από την εξωτερική πολιτική του Τραμπ που βασίζεται στο δόγμα America First, δηλαδή στην πιο ακραία έως σήμερα, φιλοπόλεμη, αντεργατική γραμμή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, την οποία γνωρίσαμε στη γειτονιά μας, με την πρωτοφανή για τα πολεμικά δεδομένα επίθεση στο Ιράν.

Η κατάληξη του δόγματος αυτού (εφόσον δεν ανατραπεί!) θα είναι η διάλυση της ΕΕ, της ζώνης του ευρώ, του ευρώ του ίδιου και η πρόσδεση των ευρωπαϊκών χωρών με τις ΗΠΑ και το δολάριο.

Μ’ άλλα λόγια, το Make Germany Great Again, στο οποίο κάλεσαν οι Τραμπικοί μετά τους εκλογικούς θριάμβους των φασιστών στην ανατολική Γερμανία, δεν… μπορεί να υπάρξει παρά ως παράρτημα των ΗΠΑ.

Αυτό σημαίνει πως ενδεχόμενος νέος εκφασισμός της Γερμανίας (μέσω της κατάληψης της εξουσίας από τους φασίστες) μπορεί να γίνει μεν, αλλά αφού πρώτα προηγηθεί ένας άνευ προηγούμενου νικηφόρος για την αμερικανική και γερμανική αστική τάξη εμφύλιος – ταξικός πόλεμος στη Γερμανία μόνο μέσω της “προσάρτησης” της Γερμανίας στις ΗΠΑ.

Ωστόσο, αυτός ο πόλεμος είναι μπροστά μας και όχι πίσω μας. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που διαδήλωσαν κατά του κλεισίματος των εργοστασίων της Volkswagen στη Γερμανία, οι μεγάλες διαδηλώσεις μαθητών κατά της στρατιωτικοποίησης της Γερμανίας, η άνοδος της Linke αλλά και η ήττα των Αμερικανών στο Ιράν αποδεικνύουν ότι υπάρχουν τεράστιες δυνάμεις να αντιπαλέψουν το φασισμό. Φυσικά οι παραπάνω εξελίξεις δεν αρκούν. Ούτε αρκεί απλά να κόψουμε την φόρα των ιμπεριαλιστών. Πρέπει να τους ανατρέψουμε.

Ο “τρίτος δρόμος” που επιχείρησε να εκφράσει η ευρωπαϊκή αστική τάξη μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και προπαντός μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989 – 1991 έχει φτάσει στο ιστορικό τέλος του.

Είτε η Ευρώπη θα επιστρέψει, πατώντας στα κόκαλα των εργατών της, σε ένα τρισχειρότερο δρόμο του Ναζισμού “δια μέσου”, ίσως, Ουάσινγκτον, δηλαδή σε μία ανεπανάληπτη φασιστική δικτατορία της αστικής τάξης -που αναπότρεπτα θα σηματοδοτήσει την πορεδία προς τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο- είτε θα ανοίξει ένας νέος δρόμος για την σοσιαλιστική επανάσταση, τη δικτατορία του προλεταριάτου και τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης από την Λισσαβόνα έως το Βλαδιβοστόκ.

Στον ίδιο δρόμο, θα πρέπει να οικοδομήσουμε μία επαναστατική Διεθνή, την 4η Διεθνή και ισχυρά επαναστατικά κόμματα σε κάθε χώρα της Ευρώπης και του κόσμου ως άμεση απάντηση στο φασιστικό κίνδυνο.

Στο αυτό το δρόμο, τεράστια σημασία έχει η συντριβή των φασιστών στη Γερμανία, στην Ελλάδα, στη Γαλλία κ.λπ. από το μαζικό εργατικό κίνημα.

Έχει, ταυτόχρονα, σημασία η πάλη για την ανατροπή των αστικών κυβερνήσεων σε όλη την Ευρώπη, μαζί και της “δικής μας” της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Χωρίς να χαρίζουμε καμία κατάκτησή μας στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δεν πιστεύουμε πως η αστική δημοκρατία μπορεί να μας σώσει από το φασισμό. Αντίθετα, το παραπέρα σάπισμα της αστικής δημοκρατίας λόγω του σαπίσματος του καπιταλισμού θα ανοίξει ακόμα περισσότερο το δρόμο για το φασισμό και τον πόλεμο.

Μόνο μια εργατική κυβέρνηση στη βάση της εργατικής εξουσίας μπορεί να τσακίσει τους φασίστες και το σύστημα που τους γεννά, τον καπιταλισμό.

Για αυτό παλεύει το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα. Για αυτό, καλούμε όλους να ενταχθούν στο ΕΕΚ και να παλέψουμε μαζί.

Δ.Κ.

Μεγάλες αντιπολεμικές διαδηλώσεις στη Γερμανία

Στη Στουτγάρδη το Σάββατο 3 Οκτωβρίου, επέτειο της γερμανικής ενοποίησης, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν κατά του πολέμου, κατά της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και υπέρ των διπλωματικών συνομιλιών με τη Ρωσία. Στη διαδήλωση είχε καλέσει η «Συμμαχία Δράσης 3 Οκτωβρίου 2026», η οποία επισημαίνει τον άμεσο κίνδυνο πολέμου με τη Ρωσία. Οι διαδηλώσεις στο Βερολίνο και τη Στουτγάρδη ζητούσαν «Όχι στον επανεξοπλισμό, την υποχρεωτική στράτευση και τον πόλεμο! – Για την ειρήνη, τα δημοκρατικά δικαιώματα και την κοινωνική ασφάλιση!».

Στη Στουτγάρδη πανό των διαδηλωτών έγραφαν: «Ο επανεξοπλισμός σας είναι οι κοινωνικές μας περικοπές» και «Έξω από το ΝΑΤΟ». Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, κατηγορούν το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τη γερμανική κυβέρνηση ότι κλιμακώνουν και παρατείνουν τον πόλεμο, αντί να επιδιώκουν ειρηνικές λύσεις. Ζητούν επίσης τον τερματισμό των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Θ.Κ.