Γερμανία: “Μικρός” Συνασπισμός στο Βερολίνο – ακροδεξιά “κυβέρνηση” στα ανατολικά

Οι σημαντικότερες ομοσπονδιακές εκλογές μεταπολεμικά, και όχι απλά μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, έλαβαν χώρα την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025.

Για πρώτη φορά μετά το μεσοπόλεμο, η ακροδεξιά -και συγκεκριμένα, η φιλοναζιστική “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AfD)- τερμάτισε δεύτερη στην εκλογική κούρσα με ποσοστό 20% έναντι του 29% του κεντροδεξιού CDU του σοϊμπλικού Φρίντριχ Μερτς. Η AfD διπλασίασε το πανεθνικό ποσοστό της στις εκλογές, ενώ το CDU κέρδισε μόλις 4 μονάδες, τερματίζοντας στην πρώτη θέση αλλά κάτω από το “ψυχολογικό όριο” που είχε βάλει, δηλαδή το 30%. Αυτό σημαίνει πως η δεξιά στροφή την οποία επιχείρησε ο ηγέτης του, Φρίντριχ Μερτς, εκλεκτός του μακαρίτη Σόιμπλε, και έφτασε στο σημείο να συνάψει μία πρόσκαιρη κοινοβουλευτική συμμαχία με το AfD, πήγε άπατη.

Ακόμα πιο εντυπωσιακές είναι οι επιδόσεις της φιλοναζιστικής ακροδεξιάς στα κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας: Στη Θουριγγία, το ποσοστό της AfD έφθασε το 38%. Στη Σαξονία ήταν 37%, στη Σαξονία-Ανχάλτ 37%, στο Βρανδεμβούργο 32% και στο Μεκλεμβούργο-Πομερανία 35%.

Τα ποσοστά αυτά είναι μεγαλύτερα σε σχέση με εκείνα που έλαβε στις πρόσφατες τοπικές εκλογές σε καθένα ξεχωριστά από τα παραπάνω κρατίδια και καθιστούν το φιλοναζιστικό κόμμα ικανό, εκλογικά, να κυβερνήσει, αν οι εκλογές (θεωρητικά) γίνονταν μόνο στην ανατολική Γερμανία!

Έτσι παγιώνεται η νέα διάσπαση μεταξύ δυτικής και ανατολικής Γερμανίας σε επίπεδο εκλογικής συμπεριφοράς, με τη δυτική να κυριαρχείται από ένα αδύναμο CDU και την ανατολική να κυριαρχείται από ένα ισχυρό (τονίζουμε: εκλογικά και όχι σε επίπεδο οργάνωσης) ακροδεξιό AfD.

Οι Σοσιαλδημοκράτες του Όλαφ Σολτς, οι οποίοι κυβέρνησαν την περασμένη τετραετία, καταποντίστηκαν καθώς εντάχθηκαν στο “κόμμα του πολέμου” ενάντια στη Ρωσία, αποτελώντας τους βασικούς χαμένους αυτών των εκλογών καθώς είδαν να γίνονται καπνός πάνω από 9 μονάδες, ή κοντά στα 3 εκατομμύρια ψήφους! Έλαβαν ποσοστό 16% έναντι 25% το 2021. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που λαμβάνουν οι Σοσιαλδημοκράτες, αν μη τι άλλο μεταπολεμικά και είναι η πρώτη φορά που έρχονται στην 3η θέση σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Παράλληλα, απέτυχαν παταγωδώς να αναδειχθούν σαν ο μοναδικός παίκτης του πάλαι ποτέ κραταιού πολιτικού “Κέντρου” (Mitte) στη Γερμανία, μετά την έξοδο της Μέρκελ από την πολιτική σκηνή της Γερμανίας την περίοδο 2018-2021.

Οι Πράσινοι (βασικός κυβερνητικός εταίρος του SPD στην προηγούμενη κυβέρνηση) όντας πιο φιλοπόλεμοι από το SPD (με την Πράσινη Γερμανίδα ΥΠΕΞ, Μπέρμποκ να ξεπερνά κάθε όριο φιλο-αμερικανισμού!) και κάνοντας “γαργάρα” τα οικολογικά τους χαρακτηριστικά ελέω της ενεργειακής κρίσης μετά το 2022, έχασαν 3 μονάδες, πέφτοντας στο 11% από το 14% που είχαν πιάσει το 2021.

Από την άλλη μεριά το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke), το οποίο τάχθηκε κατά του πολέμου στην Ουκρανία, σχεδόν διπλασίασε το ποσοστό του, φτάνοντας στο κατώφλι του 9% από το σχεδόν 5% που είχε στις περασμένες εκλογές.

Οι φιλόπολεμοι μέχρι το μεδούλι Φιλελεύθεροι (FDP) έμειναν εκτός Βουλής, ενώ δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή η Συμμαχία της Σάρα Βάγκενκνεχτ, τέως ηγετικού στελέχους της Linke που αποσχίστηκε με ένα εθνικιστικό και ξενόφοβο πρόγραμμα. Η αύξηση της εκλογικής δύναμης της Αριστερής Linke (αν και πρόκειται για ένα ξεκάθαρα ρεφορμιστικό κόμμα) αποτελεί μία θετική εξέλιξη συνολικά για το εργατικό κίνημα, καθώς εκδηλώνεται μετά από συνεχόμενες μαζικότατες διαδηλώσεις σε όλη τη Γερμανία ενάντια στην ακροδεξιά, ενώ υπάρχει έντονη κοινωνική ανησυχία για τις συνέπειες της τριετούς ύφεσης στην οποία βρίσκεται η “οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης”.

Αξίζει να σημειωθεί πως αυξήθηκε η συμμετοχή στις εκλογές, φτάνοντας στο 82% έναντι 76% το 2021.

Η επόμενη μέρα των εκλογών δείχνει σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του CDU και του SPD, δηλαδή μεταξύ του τυπικού νικητή και του συντριπτικά χαμένου της κάλπης.

Μία κυβέρνηση CDU – SPD δεν θα είναι αποτέλεσμα “επιλογής”, ούτε απλά “ανάγκης”, αλλά κυριολεκτικά αποτέλεσμα απελπισίας καθώς κανένας άλλος συνδυασμός κομμάτων δεν είναι δυνατός (έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η μίνιμουμ πλειοψηφία εδρών) εκτός από αυτού (σ.σ. CDU – SPD) και του CDU με το AfD, πράγμα που δεν θα ήταν αυτή τη στιγμή δεκτό από τη γερμανική αστική τάξη, αλλά και από τις μάζες όπως έδειξαν οι μαζικές διαδηλώσεις κατά του Μερτς.

Είναι ενδεικτικό πως κανένας στον γερμανικό τύπο δεν χρησιμοποιεί τον τίτλο… “Μεγάλος Συνασπισμός” για την κυοφορούμενη κυβέρνηση SPD – CDU καθώς το άθροισμα των ποσοστών τους ανέρχεται μόλις στο 44% και o τίτλος “Μεγάλος Συναπισμός” εγκαθιδρύθηκε το 1966 όταν το άθροισμα των δύο κομμάτων που συγκυβέρνησαν έφτανε το ιλιγγιώδες 78%!

Εφόσον σχηματιστεί, παρόλα αυτά, κυβέρνηση του… “μικρού συνασπισμού” μεταξύ CDU – SPD, θα είναι εξαιρετικά αδύναμος και εύθραυστος. Παράλληλα, όμως, θα είναι και κοινοβουλευτικά ανίκανος να περάσει δύο σημαντικές παρεμβάσεις: Τη διαμόρφωση ενός νέος Ταμείου για την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων του και τη χαλάρωση του “φρένου χρέους”. Και αυτό γιατί για να περάσουν τα παραπάνω απαιτούν πλειοψηφία 2/3 στη Βουλή, την οποία δεν διαθέτουν τα δύο κόμματα, ούτε και αν συμπεριληφθούν οι βουλευτές των Πρασίνων, καθώς το άθροισμα του AfD και της Linke (που γενικά αντιτίθενται στον πόλεμο κ.λπ.) ξεπερνούν το 1/3.

Με αυτούς τους όρους θα είναι εξαιρετικά δύσκολο στην πιθανή κυβέρνηση CDU – SPD να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της επόμενης περιόδου, με τη σημαντικότερη εξ αυτών, σύμφωνα με την Handelsblatt, να είναι η πολιτική και στρατιωτική απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στα ανατολικά της Γερμανίας, στην Ουκρανία σήμερα και ποιος ξέρει που αλλού αύριο…

Δ.Κ.