Ο Γουίλιαμ Μόρις, ευρέως γνωστός πρωτίστως για τα συναρπαστικά σχέδια υφασμάτων του και τον πρωτοποριακό ρόλο του στο Κίνημα Τεχνών και Χειροτεχνιών, ήταν εξίσου παθιασμένος με την ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας.
Ο σοσιαλισμός του Μόρις, μακριά από μια νοσταλγική κριτική της βιομηχανικής προόδου, αντιπροσωπεύει μια βαθιά και επαναστατική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, βαθειά επηρεασμένη από τη Μαρξιστική θεωρία, συνδυάζοντας στοιχεία του Ρομαντισμού με μια βαθιά κριτική του βιομηχανικού καπιταλισμού και συνδεδεμένη με τη δημιουργικότητα του ανθρώπου, την οικολογική βιωσιμότητα και τη διεθνή αλληλεγγύη. Παρόλο που αρκετές ιδέες του δεν εναρμονίζονταν άμεσα με τις παραδόσεις του επιστημονικού σοσιαλισμού όπως αυτές διατυπώθηκαν από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, οι ιδέες του παραμένουν ζωτικό κομμάτι τού σοσιαλιστικού λόγου.

Η εμπλοκή του με τον σοσιαλισμό δεν ήταν μια παροδική μόδα αλλά ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της πνευματικής και μαχητικής του ζωής. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1880, ο Μόρις είχε ξεκάθαρα δηλώσει ότι είναι κομμουνιστής, αφιερώνοντας την ύπαρξή του στον αγώνα για την επαναστατική αλλαγή.
Γεννημένος στις 24 Μαρτίου του 1834 κατά την ταχεία καπιταλιστική βιομηχανοποίηση της Βρετανίας, ο Μόρις μεγάλωσε παρατηρώντας τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η πρώιμη απογοήτευσή του από τις επιπτώσεις του σύγχρονου πολιτισμού στην ανθρώπινη ευτυχία και την αισθητική ομορφιά τον οδήγησε στον σοσιαλισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Πριν ασχοληθεί με την πολιτική, ο Μόρις ήταν ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης -ζωγράφος, ποιητής και σχεδιαστής- που βοήθησε στην ίδρυση της Morris & Co., μιας εταιρείας που δημιούργησε διακοσμητικές τέχνες βασισμένες σε παραδοσιακή χειροτεχνία. Επίσης προώθησε τη διατήρηση παλαιών κτιρίων και, αργότερα, ίδρυσε τον Εκδοτικό Οίκο Kelmscott, που έγινε πρότυπο καλλιτεχνικών εκδόσεων.
Αναπόσπαστο κομμάτι του σοσιαλιστικού οράματος του Μόρις είναι η στενή σχέση μεταξύ τέχνης, εργασίας και κοινωνικών συνθηκών. Εμπνευσμένος από τον Τζον Ράσκιν και τον Καρλ Μαρξ, ο Μόρις αντιλαμβανόταν την τέχνη όχι ως μια απομονωμένη αναζήτηση της ομορφιάς αλλά ως μια ουσιώδη έκφραση χαρούμενης, νοήμονος εργασίας. Για τον Μόρις, η καπιταλιστική κοινωνία υποβίβασε την εργασία σε αλλοτριωμένη, μονότονη αγγαρεία, αφαιρώντας από τη ζωή τη δημιουργικότητα και την αξιοπρέπεια. Στο “Τέχνη Υπό Πλουτοκρατία,” θρηνεί τη σύγχρονη υποβάθμιση της τέχνης σε απλή διακόσμηση και καλεί σε μια ολοκληρωτική αναζωογόνηση που να εκτείνεται σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, από τα καθημερινά οικιακά αντικείμενα έως τον αστικό σχεδιασμό και τη γεωργία. Ο Μόρις πίστευε ότι η αληθινή τέχνη μπορούσε να ανθήσει μόνο σε μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είχαν την ελευθερία και τον χρόνο να ασχοληθούν με δημιουργική εργασία.

Με την υιοθέτηση του σοσιαλισμού, ο Μόρις ενεπλάκη στη Δημοκρατική Ομοσπονδία, υπό την ηγεσία του Χένρι Χάιντμαν. Ωστόσο, γρήγορα απογοητεύτηκε από την ρεφορμιστική προσέγγιση του Χάιντμαν, την οποία θεωρούσε ανεπαρκή για την επίτευξη της πραγματικής κοινωνικής μεταμόρφωσης. Ο Μόρις κινήθηκε προς μια πιο επαναστατική στάση, τελικά εντασσόμενος στη Σοσιαλιστική Λίγκα, όπου έπαιξε κρίσιμο ρόλο ως οργανωτής, συγγραφέας και αρχισυντάκτης του σοσιαλιστικού περιοδικού «Κοινή Ευημερία».
Ενώ αναγνώριζε τη σημασία της ταξικής πάλης, ανησυχούσε περισσότερο για τις πολιτιστικές και οικολογικές συνέπειες του βιομηχανικού καπιταλισμού. Σε αντίθεση με πολλούς «Μαρξιστές» της εποχής του, που θεωρούσαν την τεχνολογική πρόοδο ως προοδευτική δύναμη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί υπό σοσιαλισμό, ο Μόρις ήταν επιφυλακτικός όσον αφορά τον αντίκτυπο της βιομηχανοποίησης στη δημιουργικότητα των ανθρώπων και στο περιβάλλον. Θρηνούσε για την απώλεια της δεξιοτεχνίας και της κοινότητας, προτάσσοντας, αντίθετα, μια κοινωνία όπου η εργασία ήταν ικανοποιητική και σε αρμονία με τη φύση.
Παρά την περιφρόνησή του για τις υπερβολές του βιομηχανικού πολιτισμού, ο Μόρις δεν απέρριψε μηχανιστικά την τεχνολογία. Αντιθέτως, καυτηρίασε την εκμεταλλευτική χρήση των τεχνολογικών καινοτομιών από τον καπιταλισμό, που εντατικοποίησαν την εργασία αντί να την μειώσουν. Στο δοκίμιο του “Πώς Ζούμε και Πώς Θα Μπορούσαμε να Ζούμε” αποσαφηνίζει αυτό το επιχείρημα: υπό τον καπιταλισμό, η τεχνολογία εξυπηρετούσε τη μεγιστοποίηση των κερδών, οδηγώντας στη καταστροφή του περιβάλλοντος και την εξάντληση των εργαζομένων. Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, οραματίστηκε την πραγματική απελευθέρωση των ανθρώπων από την αχρείαστη δουλειά μέσω της χρήσης της τεχνολογίας, δημιουργώντας άφθονο χρόνο για εκπαίδευση, καλλιτεχνική έκφραση και προσωπική ανάπτυξη. Υποστήριξε έναν κόσμο όπου οι μηχανές εξοικονόμησης εργασίας θα χρησιμοποιούνταν όχι για να εντατικοποιήσουν την παραγωγικότητα, αλλά για να επεκτείνουν τον ορίζοντα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης.
Η σοσιαλιστική οπτική του Μόρις έδινε επίσης μεγάλη έμφαση στον διεθνισμό, βλέποντας τους εθνικούς ανταγωνισμούς ως αντιπερισπασμούς που χειραγωγούσαν οι καπιταλιστικές ελίτ για να διασπάσουν την εργατική αλληλεγγύη. Συμμετείχε ενεργά στη Σοσιαλιστική Λίγκα μαζί με προσωπικότητες όπως η Έλενορ Μαρξ, προωθώντας την ενότητα των εργατών πέρα από τα σύνορα ως απαραίτητη για την επαναστατική αλλαγή. Σε ζητήματα εθνικών συγκρούσεων, όπως στην Ιρλανδία και την Ιταλία, ο Μόρις επέμενε σταθερά στην ταξική αλληλεγγύη πέρα από τις εθνοτικές ή εθνικές διαιρέσεις, επιβεβαιώνοντας το διάσημο κάλεσμα του Μαρξ: «Εργάτες όλου του κόσμου, ενωθείτε!».
Τα γραπτά του κατήγγειλαν συστηματικά τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, που τα θεωρούσε ως εργαλεία καπιταλιστικής κυριαρχίας. Στο δοκίμιό του “Ιρλανδία και Ιταλία: Μια Προειδοποίηση”, ο Μόρις καταδικάζει τις προσπάθειες της βρετανικής ελίτ να διεγείρει φυλετικές και εθνικιστικές αντιπάθειες στην εργατική τάξη, αναγνωρίζοντας τέτοιες προσπάθειες ως αποπροσανατολισμούς από την πραγματική σύγκρουση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Η οπτική του για τον σοσιαλισμό ήταν πραγματικά παγκόσμια – βασισμένη στην καθολική ανθρώπινη αξιοπρέπεια παρά στη εθνική ταυτότητα.

Πέρα από όλα αυτά, η «περιβαλλοντική» διορατικότητα του Μόρις ήταν αξιοσημείωτα προφητική. Πολύ πριν από τα σύγχρονα περιβαλλοντικά κινήματα, ο Μόρις επέκρινε τον καπιταλισμό για την αδιάκοπη καταστροφή των φυσικών πόρων και την αδιαφορία του για τις οικολογικές συνέπειες. Αναγνώρισε το κέρδος ως την κινητήρια δύναμη που μετατρέπει τους “όμορφους ποταμούς σε βρώμικα λύματα,” συνδέοντας άμεσα τη ζημιά στο περιβάλλον με την απληστία του κεφαλαίου. Οραματιζόταν μια κοινωνία μετά τον καπιταλισμό όπου θα υπήρχε αρμονική αλληλεπίδραση με τη φύση, με πράσινους χώρους, καθαρό αέρα και αρχιτεκτονική ομορφιά προσβάσιμη σε όλους. Φανταζόταν έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες ανάγκες και η διατήρηση της φύσης θα ήταν εξισορροπημένες, αντί να βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση.
Η κατανόηση της οικολογίας από τον Μόρις ήταν βαθιά συνδεδεμένη με τις ρομαντικές του ευαισθησίες. Ήταν από τους πρώτους σοσιαλιστές που πλαισίωσαν τη σχέση μεταξύ ανθρωπότητας και φύσης ως συνεργασία και όχι ως κυριαρχία. Εμπνευσμένος από την κληρονομιά των Ράσκιν και Καρλάϊλ, και επηρεασμένος από τις απόψεις του Δαρβίνου για τη φύση, ο Μόρις έβλεπε τον βιομηχανικό καπιταλισμό όχι μόνο ως οικονομική πληγή αλλά και ως υπαρξιακή απειλή για το περιβάλλον. Το ουτοπικό του μυθιστόρημα «Νέα από το Πουθενά» προσέφερε ένα όραμα για μια αποκεντρωμένη, οικολογικά πλούσια κοινωνία όπου οι άνθρωποι ζούσαν αρμονικά με το περιβάλλον τους και όπου η αστική εξάπλωση και η ρύπανση είχαν αντικατασταθεί από κήπους, μικρές κοινότητες και καλλιτεχνική εργασία.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Μόρις μπορεί δικαίως να θεωρηθεί πρωτοπόρος της σύνδεσης του σοσιαλισμού με την οικολογία. Κατανοούσε ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τη μάχη για τη διατήρηση του φυσικού κόσμου. Η κριτική του για την καπιταλιστική αστικοποίηση και τη βιομηχανοποίηση ήταν ριζοσπαστική στην έκκλησή του για μια μεταβιομηχανική κοινωνία – μια κοινωνία που θα καταργούσε τις τοξικές πόλεις και τα αιθαλόχρωμα εργοστάσια υπέρ μιας ομοσπονδίας μικρών, συνεργατικών και περιβαλλοντικά ενσωματωμένων κοινοτήτων. Προέβλεψε δεκαετίες νωρίτερα τη σύγχρονη αναγνώριση ότι η οικολογική κρίση και η κοινωνική αδικία πηγάζουν από την ίδια ρίζα: ένα οικονομικό σύστημα που κινείται από το κέρδος παρά από τις ανθρώπινες ανάγκες ή την υγεία του πλανήτη.

Η προσέγγιση του Μόρις για την επίτευξη του σοσιαλισμού αντανακλούσε τόσο τις δυνάμεις όσο και τις αδυναμίες του. Ενώ ήταν επιφυλακτικός απέναντι στην κοινοβουλευτική πολιτική, φοβούμενος ότι θα αποδυνάμωνε τον επαναστατικό ζήλο, ο Μόρις τόνιζε την αξία της ενεργοποίησης από τη βάση, της άμεσης οργάνωσης και των κινήσεων που ηγούνται οι εργαζόμενοι. Αυτή η αδιάλλακτη στάση, αν και κάποιες φορές επικρίνεται ως ιδεαλιστική, αντιπροσώπευε την αναγκαιότητα δυναμικής εξωκοινοβουλευτικής δράσης. Εκείνος φοβόταν ότι η συμμετοχή στην κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση θα είχε ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση των σοσιαλιστών στο σύστημα που ήθελαν να καταργήσουν. Ακόμη και ο Φρίντριχ Ένγκελς, αν και κριτικός απέναντι στα “κηρύγματα” του Μόρις, αναγνώριζε την αξία των συνεισφορών του. Ο Μόρις πίστευε στην καλλιέργεια της συνείδησης της εργατικής τάξης μέσω της εκπαίδευσης και της τέχνης, με στόχο να εμπνεύσει τον επαναστατικό ενθουσιασμό αντί για αλλαγές μέσω σταδίων. Η ελπίδα του για μια «ξαφνική» ρήξη με τον καπιταλισμό, αν και ρομαντική, αντλούσε από τη βαθιά ηθική πεποίθηση ότι η κοινωνία δεν μπορούσε να είναι πραγματικά δίκαιη εκτός αν καταργούνταν οι εκμεταλλευτικές δομές της μισθωτής εργασίας και του ιδιωτικού κεφαλαίου.
Η σημερινή κληρονομιά του Μόρις παραμένει ισχυρή μέσω της κριτικής του για την αλλοτρίωση που προκαλεί ο καπιταλισμός. Η ανάλυσή του για τις αρνητικές συνέπειες του καπιταλισμού στην ψυχική υγεία των εργαζομένων, τη δημιουργικότητα και την οικολογική ευημερία συνεχίζει να είναι επιτακτική. Τιμώντας το όραμα του Μόρις σημαίνει τη ριζική αναδιαμόρφωση της φύσης της εργασίας -μείωση της υποχρεωτικής εργασίας και εκδημοκρατισμό των χώρων εργασίας- ανακτώντας έτσι την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και δημιουργικότητα. Οι ιδέες του αγγίζουν τα σύγχρονα κινήματα που υποστηρίζουν τις μειωμένες εργάσιμες εβδομάδες και την επαναστατική ρήξη με το εκμεταλλευτικό σύστημα.
Στην ουσία, η σοσιαλιστική κληρονομιά του μας προσφέρει έναν πολύτιμο οδηγό για την αντιμετώπιση των σύγχρονων κρίσεων. Η εστίασή του στη δημιουργική εργασία, την οικολογική ευθύνη και την διεθνή αλληλεγγύη παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση στην οικοδόμηση μιας βιώσιμης και ανθρώπινης επαναστατικής εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό, ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Ο Μόρις μάς υπενθυμίζει ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι απλώς μια οικονομική διάρθρωση, αλλά ένα πολιτιστικό και ηθικό έργο – μια επιδίωξη να οικοδομήσουμε έναν κόσμο όπου η ομορφιά, η ελευθερία και η αλληλεγγύη ορίζουν την ανθρώπινη εμπειρία.
ΓΟΥΪΛΙΑΜ ΜΟΡΡΙΣ ΚΑΙ Ο “ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ”
Η συνεργατική εργασία “Σοσιαλισμός από τις Ρίζες” (1886 – 88) των Γουϊλιαμ Μόρις και Έρνεστ Μπέλφορτ Μπαξ αντιπροσωπεύει μια ζωτική στιγμή στη διάδοση και ερμηνεία των Μαρξιστικών ιδεών στον αγγλόφωνο κόσμο. Δημοσιευμένο σε συνέχειες στο περιοδικό “Commonweal” και αργότερα αναθεωρημένο στο βιβλίο “Σοσιαλισμός: Η Ανάπτυξη και η Έκβασή του” (1893), το κείμενο λειτουργεί ως μια μαχητική και ταυτόχρονα διορατική παρέμβαση στη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στη Βρετανία του 19ου αιώνα.
Σε μια εποχή όπου η θεωρία της αξίας της εργασίας του Μαρξ δεχόταν επιθέσεις από μέλη τους ρεφορμιστές Φαβιανούς -όπως οι Φίλιπ Γουϊκστίντ Τζωρτζ Μπέρναντ Σω, και Σίντνέϊ Γουέμπ- ο Μόρις και ο Μπάξ τοποθετήθηκαν ως κατανοητοί και συμπαθείς ερμηνευτές της Μαρξικής οικονομίας. Ενώ οι Φαμπιανοί βασίζονταν στις νεοκλασικές θεωρίες της οριακής χρησιμότητας και της μίσθωσης, ο Μόρις και ο Μπαξ πρόσφεραν μια εκλαϊκευτική εξήγηση των βασικών οικονομικών εννοιών του Μαρξ, όπως η αξία χρήσης, η ανταλλακτική αξία, η υπεραξία και η κυκλοφορία των προϊόντων. Οι προσπάθειές τους συνέπεσαν με την πρώτη πλήρη αγγλική μετάφραση του “Κεφαλαίου” τον Ιανουάριο του 1887, και το δημοσιευμένο κεφάλαιό τους για τον Μαρξ, ένα μήνα αργότερα, στόχευε ξεκάθαρα να εκμεταλλευτεί τη στιγμή και να φέρει τις ιδέες του Μαρξ σε ένα ευρύτερο αγγλόφωνο κοινό.
Εκτός από την εξήγηση της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας, το “Σοσιαλισμός από τις Ρίζες” προσφέρει μια ευρύτερη ιστορική και πολιτική αφήγηση, ανιχνεύοντας την ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας από τις αρχαίες κοινοτικές μορφές μέχρι τις επαναστατικές κινήσεις του 19ου αιώνα. Η παρουσίασή τους για τις επαναστάσεις του 1848 αναδεικνύει την ανάδυση του “σύγχρονου ή επιστημονικού Σοσιαλισμού” μέσω του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, και καθ’ όλη τη διάρκεια του κειμένου, οι συγγραφείς τονίζουν τον στρατηγικό ρόλο του Μαρξ στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος.
Επίσης ο ιστορικός E. Π. Τόμσον, υποστήριξε ότι το “Σοσιαλισμός από τις Ρίζες” επικοινώνησε αποτελεσματικά τις βασικές θεωρίες του Μαρξ, αποτρέποντας τους ισχυρισμούς ότι ο Μόρις ήταν αδιάφορος για τα οικονομικά ζητήματα. Εν τέλει, ο “Σοσιαλισμός από τις Ρίζες” στέκεται τόσο ως μια σαφής εξήγηση των βασικών εννοιών του Μαρξ όσο και ως μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση των υποστηρικτών του επαναστατικού σοσιαλισμού εκείνη την εποχή. Διακηρύσσει τη δέσμευση του Μόρις και του Μπαξ σε έναν μαρξιστικό σοσιαλισμό και αποτελεί θεμελιώδες κείμενο στην αγγλόφωνη υποδοχή του έργου του Μαρξ.
Μετάφραση Άρης Μαραβάς
