Αναδημοσιεύουμε συνέντευξη της συντρόφισσας Αγγελικής Κουτσουμπού, μέλους του ΕΕΚ και της ΕΔΕ τον καιρό της δικτατορίας, από τον ιστότοπο https://theuntold.gr/ :

Σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, μιλά στη Χρύσα Λύκου για το ασθενοφόρο που τους έριξε δακρυγόνα έξω απ’ το Πολυτεχνείο, την πιο δύσκολη στιγμή βασανισμού της, καθώς εξηγεί ότι ήρωας είναι αυτός που φοβάται και παρόλα αυτά, συνεχίζει.
*Συνέντευξη στη Χρύσα Λύκου
Μέσα σε αυτό το ηλιόλουστο Φθινόπωρο, μια μέρα με παρατεταμένο ψιλόβροχο, συνάντησα την Αγγελική Κουτσουμπού πολύ κοντά στο Πολυτεχνείο, ανάμεσα σε βιβλία και μια μηχανή espresso. Ο σύντροφος και συνοδοιπόρος της, Θοδωρής Κουτσουμπός, κρατάει ένα κουτί γλυκά για τη γιορτή της και σκέφτομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να κουβεντιάζουν οι άνθρωποι για τα μικρά και τα μεγάλα, για τα σπουδαία, για τις ζωές τους που προκάλεσαν ρωγμή στην ιστορία.
Η Αγγελική Κουτσουμπού, είναι μια απ’ τις γυναίκες που αντιστάθηκαν στη Χούντα. Ήταν μόλις 23 χρονών, φοιτούσε στο Μαθηματικό και είχε ήδη οργανωθεί παράνομα στην Εργατική Διεθνιστική Ένωση (ΕΔΕ).

“Προέρχομαι από οικογένεια αγωνιστών, γεγονός που αγνοούσα για χρόνια. Ο πατέρας μου ήταν μπάτσος όταν προσχώρησε με άλλους συναδέλφους του στον ΕΛΑΣ. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Όταν λοιπόν θέλησα να ταξιδέψω στην Αγγλία και χρειαζόμουν διαβατήριο, συνειδητοποίησα ότι δεν μου το δίνουν γιατί είχα φάκελο πριν καν γεννηθώ. Η αποκάλυψη αυτή, είχε σαν συνέπεια να με φωνάζουν κάθε εβδομάδα στο τμήμα, με σκοπό να υπογράψω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι σε κάποιον απ’ αυτούς ‘γυάλισα’ κι ερχόταν σπίτι μας τις πιο ακατάλληλες ώρες. Δεν θα ξεχάσω ένα μεσημέρι που δακτυλογραφούσα την παράνομη εφημερίδα που βγάζαμε, σε μια παμπάλαια μηχανή που έκανε φοβερό θόρυβο. Τον κράτησα με χίλιους τρόπους έξω απ’ το σπίτι, του είπα πως κοιμούνται οι γονείς μου και να μην έρχεται ό,τι ώρα θέλει”.
Η Αγγελική Κουτσουμπού, μπήκε στη Νεολαία Λαμπράκη τον Ιούνιο του 1966, όπου υπήρχαν αρκετές γυναίκες τις οποίες όμως δεν είχε την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα μιας και τον Ιούνιο του 1967 έγινε η Χούντα. “Ήμασταν αρκετά φτωχοί, δεν είχα χρήματα παρά μόνο για να παίρνω τα εισιτήρια μου. Ήταν δύσκολη η μεταφορά απ’ τη Νεάπολη Κοκκινιάς που έμενα, στην Αθήνα. Να φανταστείς ότι δεν πήγα ποτέ να δω τον Σαββόπουλο. Τον άκουγα μόνο απ’ τους δίσκους και μέσω των περιγραφών των συμφοιτητών μου που είχαν πάει. Ήταν καταπληκτικός καλλιτέχνης, έξυπνος πολύ. Τον θεωρούσαμε Αριστερό,δυστυχώς όμως στην πορεία απαξιώθηκε στα μάτια μου. Ας είναι… Κρατάω ότι εκείνα τα δύσκολα χρόνια, τη συνεισφορά του την έκανε”.

Συζητάμε για το τι συνέβαινε τότε στα Πανεπιστήμια.
“Σε όλες τις σχολές και σε όλα τα έτη υπήρχαν χαβιέδες. Ήθελαν να ελέγχουν τα πάντα, να παρακολουθούν τι συζητάμε και τι σκεφτόμαστε. Μια μέρα καθόμουν στη βιβλιοθήκη. Ήρθε ο χαφιές και κάθισε απέναντι μου. Πήρε ένα βιβλίο, αυτό του δυσκολότερου μαθήματος και έκανε πως το διαβάζει ενώ το κράταγε ανάποδα. Είχα πολλά σύμβολα μαθηματικών, ούτε που καταλάβαινε. Άνθρωποι χωρίς καμία κουλτούρα και μόρφωση”.
Με τον Θοδωρή Κουτσουμπό γνωρίστηκαν όταν ήταν συμφοιτητές και σύντροφοι. Παντρεύτηκαν στα 24 για να μπορούν να ζουν σε ένα σπίτι και να τυπώνουν παράνομο υλικό όπως μου λένε σήμερα χαμογελώντας, έχοντας γράψει πια δεκαετίες κοινής ζωής.

Η κουβέντα μας φτάνει στις ημέρες εκείνες της κατάληψης του Πολυτεχνείου.
“Το μεσημέρι της Τετάρτη 14 Νοέμβρη, ξεκινούν οι καταλήψεις, με μόνο δύο σχολές να είναι κατά. Κόσμος συρρέει στο Πολυτεχνείο, μέχρι την Παρασκευή ήμασταν πια χιλιάδες. Το μεγάλο που περιμέναμε να συμβεί, είχε ήδη έρθει. Όλη η Αττική ακούει πλέον τον ραδιοφωνικό σταθμό που εκπέμπει μέσα απ’ το Πολυτεχνείο. Ο κόσμος φέρνει, φαγητό, φάρμακα, τσιγάρα. Σταματά τα τρόλεϊ, γράφει πάνω τους συνθήματα. Άνθρωποι που ήταν παρών ακόμη κι αν δεν ήταν εκεί, με μεγαλύτερη απόδειξη το γεγονός ότι όταν η πόρτα έπεσε και ο κόσμος κυνηγήθηκε, ήταν πάρα πολλοί εκείνοι που άνοιξαν την πόρτα τους για να γλιτώσουν όσοι κυνηγούνταν.
Το κλίμα ήταν φοβερά εξεγερσιακό. Θυμάμαι να έχω δίπλα μου ήταν μια ομάδα παιδιών Γυμνασίου. δεν ήξερα τι να τους πω, μύριζε όλη η πόλη μπαρούτι. Ήθελα να τους συμβουλέψω να φύγουν, το μόνο όμως που μπορούσα στα αλήθεια να πω ήταν να προσέχουν.

Κάποια στιγμή ακούστηκε σειρήνα από ένα ασθενοφόρο. Ανοίξαμε να περάσει. Μέσα απ’ το ασθενοφόρο άρχισαν να πετούν δακρυγόνα. Πνίγηκε η Αθήνα. Τρέχαμε να φύγουμε, όμως ξαναγυρνούσαμε. Είχε οργανωθεί ιατρείο μέσα, η ευθύνη ήταν τεράστια και κάποια πράγματα είχαν ευτυχώς προβλεφθεί.
Το βράδυ της Παρασκευής εκείνης κουβαλούσαμε προκηρύξεις, έπρεπε να γυρίσουμε σπίτι να τις αφήσουμε και ο Θοδωρής ήταν ράκος, είχε να κοιμηθεί τρεις ημέρες.
Φτάσαμε σπίτι, έβαλα όσα μαξιλάρια είχα πάνω στο τηλέφωνο για να μην ακουστεί σε περίπτωση που χτυπήσει. Ο αδερφός του Θοδωρή μας πήρε τηλέφωνο απ’ τη Στουρνάρη, μας είπε ότι το τανκς πλησιάζει το Πολυτεχνείο. Λίγο μετά έγινα όλα…
Την επόμενη το πρωί ο Θοδωρής πήγε στο Πολυτεχνείο, ενώ εγώ στην Ανθούπολη στο σπίτι ενός συντρόφου να μαζέψω το υλικό μας. Πήρα τα πάντα, έκανα το δωμάτιο του άνω-κάτω. Έφυγα και λίγο μετά μπούκαρε η αστυνομία. Δεν βρήκε τίποτα.
Τα πολυβόλα συνέχιζαν τα ρίχνουν στην Αθήνα που είχε γεμίσει με τανκς. Η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ έγραφε ότι η Χούντα είχε αναγνωρίσει τους τέσσερις πρώτους νεκρούς”.

Ο Θοδωρής Κουτσουμπός, μου περιγράφει τους μήνες που ακολούθησαν στους οποίους η Χούντα γίνεται πια κόκκινο πανί. Τον Παπαδόπουλο διαδέχεται ο Ιωαννίδης, ένας ακόμη πιο σκληρός υπάνθρωπος. Στην ΕΣΑ σκληραίνουν τα βασανιστήρια και ακούγονταν όλο και πιο συχνά αφηγήσεις για βιασμούς.
Η κυρία Κουτσουμπού μου αφηγείται τη σύλληψη τους.
“Φοβόμουν πολύ, ενώ παράλληλα δεν πίστευα ότι θα μας πιάσουν, θεωρούσα ότι τα μέτρα που παίρναμε ήταν αρκετά. Ήρωας δεν είναι αυτός που δεν φοβάται, είναι αυτός που φοβάται και δεν κάνει πίσω.
Εμάς, μας έπιασαν τον Φλεβάρη του 1974. Επέστρεφα στο σπίτι μας στο Αιγάλεω. Κατέβηκα απ’ το λεωφορείο και αμέσως έπεσαν πάνω μου προβολείς αυτοκινήτων. Άρχισα να τρέχω. Με το που έβαλα το κλειδί στην πόρτα μεέπιασαν. Τον Θόδωρο τον έπιασαν την ίδια μέρα στο Χαϊδάρι.
Με πήγαν σε ένα αστυνομικό τμήμα στην Κοκκινιά και με έβαλαν σε πλήρη απομόνωση. Την επόμενη ξεκίνησαν οι ανακρίσεις. Ρώταγαν κι ανάλογα με την απάντηση χτυπούσαν. Το πιο έντονο που θυμάμαι να φοβάμαι ήταν όταν ερχόντουσαν με συμβατικά αυτοκίνητα οι αστυνομικοί να με μεταφέρουν στην Ασφάλεια Πειραιά που γίνονταν οι ανακρίσεις. Κάθε μέρα φοβόμουν μη με πάνε στην ΕΣΑ γιατί κυκλοφορούσε η πληροφορία των βιασμών. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Στον δρόμο προσπαθούσα μέσα απ’ το αμάξι να διαβάσω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που κρέμονταν στα περίπτερα. Είχε μόλις ανατραπεί ο Έντουαρντ Χιθ, ο Πρωθυπουργός τη Βρετανίας, από την απεργία των ανθρακωρύχων. Το είδα τότε και σκέφτηκα ‘Σιγά μη μου κάμψουν οι μπάτσοι το ηθικό μετά απ’ αυτό’.
Με έπιαναν απ’ τα μαλλιά και μου χτύπαγαν το κεφάλι στη γραφομηχανή. Άρχισε να τρέχει αίμα. Με πήγαν στο μπάνιο. Όταν βγήκα με περίμεναν τρεις άντρες και άρχισαν να με χαστουκίζουν με δύναμη. Τους είπα ότι θα έπρεπε να ντρέπονται που χτυπάνε μια γυναίκα. Με έλιωσαν. Ένιωθα ντροπή και εξευτελισμό. Πιο πολύ στεναχωρήθηκα εκεί παρά στη φάλαγγα. Πικραίνομαι κάθε φορά που το σκέφτομαι. Τουλάχιστον όμως τους το είπα. Δεν ξέρω αν είναι θάρρος ή η συνειδητοποίηση και η απελπισία ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Στη φάλαγγα ούρλιαζα. Πόσο πόναγα… Ήξεραν τι έκαναν. Δεν χωρούσαν τα πόδια μου στα παπούτσια. Πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες μας έπαθαν μεγάλη ζημιά στα πόδια.
Ξέραμε απ’ την αρχή τι μπορεί να μας συμβεί, ήμασταν όμως αποφασισμένες. Όλες κι όλοι φοβόμασταν, μας κράταγαν όμως οι ιδέες μας. Δεν υπογράψαμε, αλλά δεν κρίνουμε όσους το έκαναν. Το ανθρώπινο σώμα έχει όρια”.

Η Αγγελική Κουτσουμπού, τον Δεκέμβρη του 2009, κατά τη διάρκεια πορείας για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τραυματίστηκε βαρύτατα από μηχανή της ομάδας ΔΕΛΤΑ που κυριολεκτικά πέρασε πάνω από το σώμα της, με τον συνοδηγό της μηχανής να τη χτυπά με το γκλοπ.
“Ποτέ δεν είχε κοπάσει μέσα μου η οργή προς της αστυνομία, γιατί διαρκώς μου υπενθυμίζει τον ρόλο που παίζει στην κοινωνία. Θέλω να πω όμως ότι οι χειρότερες ομάδες καταστολής είναι τα δικαστήρια και οι δικαστές. Το διανοήσε ότι με δίκασαν για τροχαίο και ότι δεν πήρα και δραχμή γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία; Αηδιάζω. Ο δικηγόρος του αστυνομικού παραλίγο να πει ότι φταίω εγώ που βρέθηκα μπροστά στη μηχανή. Ο κόσμος που είχε έρθει να με στηρίξει τότε άρχισε να με παρηγορεί, όμως εγώ δεν είχα σκεφτεί στιγμή ότι θα καταδικαστεί ο αστυνομικός. Ξέρουμε καλά πώς παίζουν αυτό το παιχνίδι”.
Η ώρα έχει περάσει. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά. Τη ρωτάω που βρίσκει σήμερα τα νοήματα του Πολυτεχνείου.
“Ένα κορίτσι Δημοτικού, μου ζήτησε να πάω στο σχολείο της να μιλήσω για την εξέγερση εκείνων των ημερών. Δεν μπόρεσα να πάω, τα έγραψα όμως όλα. Ήταν στα αλήθεια χαρούμενο. Εκεί είναι το νόημα, η συνέχεια, το μέλλον”.

Πηγή:
