του Άρη Μαραβά


Η «ακρίβεια» δεν είναι απλώς μια γραμμή σε έναν δείκτη, ούτε μια “αύξηση τιμών” που έρχεται και φεύγει σαν τον καιρό. Είναι κάτι πολύ πιο υλικό: ένας τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός μετακινεί κέρδη από τους πολλούς στους λίγους, μέρα τη μέρα, στο ταμείο και στον λογαριασμό. Για έναν εργαζόμενο η τιμή δεν είναι «στατιστική». Είναι σκηνή: το βλέμμα που μετράει τα κέρματα, η απόφαση να αφήσεις κάτι «για αργότερα», η σιωπή όταν το παιδί ζητάει κάτι και εσύ κάνεις πως δεν άκουσες, η μικρή ντροπή που ντύνεται με τη φράση «λογική επιλογή». Εκεί, σε αυτά τα δευτερόλεπτα, φαίνεται ότι η τιμή δεν είναι απλά νούμερο αλλά σχέση δύναμης. Το σύστημα το παρουσιάζει σαν «δυνάμεις της αγοράς», σαν φυσικό νόμο. Στην πραγματικότητα, είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Η δυνατότητα των μεγάλων επιχειρήσεων να ανεβάζουν τιμές επειδή ξέρουν ότι ο κόσμος δεν μπορεί να σταματήσει να αγοράζει τα βασικά. Όταν μιλάμε για ψωμί, γάλα, ρεύμα, ενοίκιο, δεν μιλάμε για «προαιρετικά προϊόντα». Μιλάμε για ανάγκες που δεν τις αναβάλεις. Και γι’ αυτό η… «αγορά» συχνά δεν «εξισορροπεί». Επιβάλλει: δεν σε ρωτά αν μπορείς, δοκιμάζει πόσο θα αντέξεις.
Εδώ βοηθά να εξηγήσουμε με απλά λόγια κάτι που ακούγεται δύσκολο: όταν λέμε ότι ο πρόσφατος πληθωρισμός είχε χαρακτήρα «πληθωρισμού που τροφοδοτείται από κέρδη», εννοούμε το εξής: δεν ανέβηκαν οι τιμές μόνο επειδή ανέβηκαν τα κόστη (π.χ. ενέργεια, μεταφορές). Σε πολλές περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις ανέβασαν τις τιμές περισσότερο από όσο ανέβηκαν τα δικά τους κόστη, και έτσι μεγάλωσαν το κέρδος τους. Αυτό λέγεται απλά διεύρυνση περιθωρίων κέρδους. Το «περιθώριο κέρδους» είναι η διαφορά ανάμεσα στο πόσο κοστίζει κάτι να φτιαχτεί/να αγοραστεί και στο πόσο πουλιέται. Όταν αυτή η διαφορά μεγαλώνει, δεν μιλάμε για «αναγκαστική άνοδο τιμής» αλλά για επιλογή κερδοφορίας. Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σημείωσε ότι το 2022 τα κέρδη των επιχειρήσεων έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην αύξηση τιμών, και το ΔΝΤ ανέφερε ότι τα εταιρικά κέρδη εξηγούν μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής πληθωριστικής ανόδου. Με απλά λόγια: δεν είχαμε μόνο «μετακύλιση κόστους» – δηλαδή “ανέβηκε το κόστος μου, άρα ανεβάζω την τιμή”. Είχαμε και κάτι δεύτερο: “ανέβηκε η ανασφάλεια, άρα ανεβάζω τιμή και κέρδος όσο παίρνει”.
Στην Ελλάδα του 2025 αυτό φαίνεται έντονα στην αντίφαση ανάμεσα στα «μέτρια» νούμερα και στη βαριά καθημερινότητα. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Νοέμβριο 2025 δίνουν ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταλναλωτή (ΔΤΚ) 2,4% και στα τρόφιμα 2,7%. Για κάποιον που ακούει αυτά τα ποσοστά στην τηλεόραση μπορεί να ακούγονται «όχι και τόσο». Όμως για την εργατική οικογένεια τα ποσοστά αυτά πέφτουν πάνω σε πράγματα που ήδη έχουν ακριβύνει πολύ τα προηγούμενα χρόνια και δεν πρόκειται να «ξαναφτηνύνουν». Αυτό σημαίνει “κανονικότητα φθοράς”: η ζωή δεν επιστρέφει στο πριν, απλώς συνηθίζει στο χειρότερο. Και η στέγαση -το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, το κόστος να κρατήσεις ένα σπίτι όρθιο- μένει ένας μόνιμος βραχνάς, σπρώχνοντας την οικογένεια από δύο μεριές: από το ψυγείο και από το σπίτι. Δίπλα σε αυτά, ο κατώτατος μισθός στα €880 μικτά (με συχνά αναφερόμενα καθαρά γύρω στα €740, ανά περίπτωση) δείχνει το κεντρικό πρόβλημα: ο μισθός συχνά έρχεται με καθυστέρηση σε σχέση με τις τιμές. Αυτό σημαίνει «καθυστερημένος δείκτης»: η αύξηση έρχεται αφού η ζημιά έχει ήδη γίνει. Κι έτσι η «υπομονή» που ζητά η επίσημη αστική πολιτική καταλήγει να σημαίνει κάτι πολύ απλό: «συνηθίστε να ζείτε με λιγότερα».

Η αγορά των τροφίμων είναι το πιο καθαρό παράδειγμα αυτού του μηχανισμού, γιατί εδώ η εξουσία της τιμής δεν είναι θεωρία· είναι συγκέντρωση. Όταν λίγες μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν σχεδόν όλο το πεδίο, τότε ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί όπως μας το περιγράφουν στα βιβλία. Αυτό είναι που λέμε ολιγοπώλιο: δεν υπάρχει ένας “μονοπωλητής”, αλλά υπάρχουν λίγοι πολύ μεγάλοι που έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν την αγορά. Και αυτό δημιουργεί ισχύ αγοράς: τη δυνατότητα να ανεβάζεις τιμές, να διαμορφώνεις όρους, να πιέζεις προμηθευτές, να «παίζεις» με προσφορές και ιδιωτικές ετικέτες, να οργανώνεις την προμήθεια σε μεγάλες αλυσίδες μεταφοράς και ενδιάμεσων που κάνουν δύσκολο να δεις ποιος κερδίζει και πόσο. Για τον εργαζόμενο, το αποτέλεσμα είναι ωμό: δεν μπορείς να «κόψεις» το φαγητό. Δεν μπορείς να «απεργήσεις» από το ρύζι, το γάλα, το λάδι. Η ανάγκη γίνεται το πιο σίγουρο έδαφος για κέρδος – κι έτσι η εξουσία πάνω στην ανάγκη γίνεται ταξική εξουσία και καταπίεση.
Και μέσα σε αυτή τη σχέση δύναμης, το αστικό κράτος φυσικά δεν είναι ουδέτερο. Το δείχνει ο ΦΠΑ. Ο ΦΠΑ είναι ένας φόρος που τον πληρώνεις σχεδόν κάθε μέρα χωρίς να τον σκέφτεσαι: μέσα σε κάθε απόδειξη. Είναι “αποτελεσματικός” για το κράτος γιατί μπαίνει εύκολα και παντού. Αλλά είναι και βαθιά άδικος, γιατί χτυπά περισσότερο όσους ξοδεύουν σχεδόν όλο το εισόδημά τους για να ζήσουν. Όταν έχεις συντελεστές 24%, 13% και 6%, σημαίνει ότι ακόμα και η ίδια η επιβίωση φορολογείται. Και μετά, η πολιτική εξουσία έρχεται να πει «σας στηρίζω» με προσωρινά επιδόματα – δηλαδή με λίγη επιστροφή από τα πολλά που ήδη έχουν αφαιρεθεί.
Γι’ αυτό, αν δούμε την ακρίβεια ως ταξικό μηχανισμό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ευχές ή μικροδιορθώσεις. Χρειάζεται πρόγραμμα που να πιάνει την καρδιά του προβλήματος: μισθοί που να ακολουθούν το κόστος ζωής (δηλαδή να ανεβαίνουν αυτόματα όταν ανεβαίνουν τα βασικά), πραγματικό πλαφόν τιμών σε κρίσιμα αγαθά και όπου χρειάζεται διατίμηση, όχι ως επικοινωνία αλλά ως κανόνας με έλεγχο σε όλη την αλυσίδα, διαφάνεια στα κόστη και στα περιθώρια κέρδους -να ξέρει η κοινωνία τι πληρώνει και ποιος κερδίζει- έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών εκεί που η κρίση έγινε «χρυσή ευκαιρία», και στήριξη μικρών παραγωγών και λαϊκών δικτύων διάθεσης ώστε να υπάρχουν πραγματικά αντίβαρα απέναντι στην ολιγοπωλιακή δύναμη. Όλα αυτά δεν είναι «τεχνικές λεπτομέρειες»: είναι τρόποι να μεταφέρεις βάρος από την κοινωνία προς το κεφάλαιο, να αναστρέψεις την καθημερινή αφαίμαξη.
Κάτω από όλες τις λέξεις μένει ένα απλό, σκληρό ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να τιμολογεί τη ζωή; Όσο ο έλεγχος των βασικών αναγκών μένει στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων -και όσο το κράτος χρηματοδοτείται φορολογώντας την επιβίωση- η ακρίβεια θα είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «καλύτερες συμβουλές κατανάλωσης». Είναι οργάνωση και συλλογική δύναμη. Κι αυτό που ονομάζουμε «εργατικό έλεγχο» μπορεί να ειπωθεί απλά ως εξής: να μην αποφασίζουν λίγοι, στο σκοτάδι, για το πόσο θα κοστίζει η ζωή των πολλών. Γιατί στο τέλος, δεν είναι «ακριβό» το ψωμί από μόνο του. Ακριβή γίνεται η ζωή όταν την τιμολογεί το καπιταλιστικό κέρδος.
