Η πρώτη μεγάλη αστική επανάσταση και τα όρια της ελευθερίας
του Άρη Μαραβά

Στις 4 Ιουλίου 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπλήρωσαν διακόσια πενήντα χρόνια από την υιοθέτηση της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, του κειμένου με το οποίο οι δεκατρείς βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής διακήρυξαν την οριστική ρήξη τους με το βρετανικό Στέμμα. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας, το οποίο παρουσιάζεται συνήθως ως η γέννηση της σύγχρονης δημοκρατίας και της πολιτικής ελευθερίας. Η περίφημη φράση ότι «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι» εξακολουθεί να αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης και έχει εμπνεύσει γενιές αγωνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ωστόσο, μια ιστορική ταξική προσέγγιση δεν αρκείται στις διακηρύξεις ούτε αντιμετωπίζει τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ως αποτέλεσμα αφηρημένων ιδεών ή της βούλησης ορισμένων «μεγάλων ανδρών». Κάθε επανάσταση γεννιέται μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές συγκρούσεις, οικονομικές αντιθέσεις και ταξικά συμφέροντα. Η Αμερικανική Επανάσταση δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ήταν ένα γεγονός με τεράστια ιστορική σημασία, αλλά ταυτόχρονα μια επανάσταση γεμάτη αντιφάσεις, οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν όχι μόνο την αμερικανική κοινωνία αλλά και ολόκληρο το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.
Για να κατανοήσει κανείς το 1776 πρέπει να επιστρέψει αρκετές δεκαετίες πίσω. Στα μέσα του 18ου αιώνα η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε αναδειχθεί στην ισχυρότερη αποικιακή δύναμη του κόσμου. Η νίκη της στον Επταετή Πόλεμο (1756–1763) εναντίον της Γαλλίας τής εξασφάλισε τεράστιες νέες αποικιακές κτήσεις, αλλά άφησε ταυτόχρονα το βρετανικό κράτος βυθισμένο στα χρέη. Για να χρηματοδοτήσει το δημόσιο ταμείο, το Λονδίνο αποφάσισε να αυξήσει τη φορολογία στις αμερικανικές αποικίες, επιβάλλοντας νέους δασμούς και περιορισμούς στο εμπόριο.
Η γνωστή διαμαρτυρία των αποίκων, («Καμία φορολογία χωρίς πολιτική εκπροσώπηση»), παρουσιάζεται συχνά ως η απαρχή της δημοκρατικής διεκδίκησης. Στην πραγματικότητα, όμως, αντανακλούσε κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικά ισχυρής αποικιακής ελίτ. Οι έμποροι της Βοστόνης, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Βιρτζίνιας, οι καλλιεργητές του Νότου και οι εύποροι δικηγόροι δεν επαναστάτησαν επειδή επιθυμούσαν την κοινωνική ισότητα. Επαναστάτησαν επειδή επιδίωκαν μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική αυτονομία για να αναπτύξουν ανεμπόδιστα τις δικές τους επιχειρηματικές δραστηριότητες, χωρίς τους περιορισμούς που επέβαλλε η μητρόπολη.
Έτσι, η Αμερικανική Επανάσταση υπήρξε πάνω απ’ όλα μια αστική επανάσταση. Δεν ήταν επανάσταση των εργατών ή των φτωχών αγροτών εναντίον της εκμετάλλευσης. Ήταν η πολιτική έκφραση μιας ανερχόμενης αποικιακής αστικής τάξης, η οποία επιδίωκε να απαλλαγεί από τα φεουδαρχικά και αποικιακά δεσμά που εμπόδιζαν την περαιτέρω ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Βόρεια Αμερική.
Ο Καρλ Μαρξ αντιμετώπισε την Αμερικανική Επανάσταση ως ένα από τα μεγάλα προοδευτικά γεγονότα της εποχής της, ακριβώς επειδή συνέβαλε στην κατάρρευση της φεουδαρχικής και μοναρχικής τάξης πραγμάτων που κυριαρχούσε ακόμη στην Ευρώπη. Η κατάργηση των τίτλων ευγενείας, η αποδυνάμωση των κληρονομικών προνομίων και η δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας άνοιξαν τον δρόμο για την ταχύτατη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Όπως συνέβη αργότερα και στη Γαλλική Επανάσταση, η νέα κοινωνική τάξη που αναδυόταν χρειαζόταν ένα διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η ιδιωτική ιδιοκτησία, το εμπόριο και η ελεύθερη αγορά θα μπορούσαν να αναπτυχθούν χωρίς τα εμπόδια της φεουδαρχικής εξουσίας.
Αυτός ήταν ο ιστορικά προοδευτικός χαρακτήρας της επανάστασης. Όμως η πρόοδος αυτή είχε πολύ σαφή ταξικά όρια.
Οι ηγέτες της Αμερικανικής Επανάστασης δεν ήταν εκπρόσωποι των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ο Τόμας Τζέφερσον, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο Τζέιμς Μάντισον και πολλοί ακόμη από τους «Πατέρες του Έθνους» ανήκαν στην οικονομική ελίτ των αποικιών. Ήταν γαιοκτήμονες, δικηγόροι, έμποροι και, σε πολλές περιπτώσεις, ιδιοκτήτες εκατοντάδων σκλάβων. Ο ίδιος ο Τζέφερσον, ο άνθρωπος που συνέταξε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και έγραψε ότι «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι», διατηρούσε σε όλη του τη ζωή μια μεγάλη φυτεία που στηριζόταν στην εργασία σκλάβων αφρικανικής καταγωγής. Το ίδιο ίσχυε και για τον πρώτο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζορτζ Ουάσινγκτον.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση της Αμερικανικής Επανάστασης.
Οι έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας διατυπώθηκαν με τρόπο σχεδόν οικουμενικό, όμως στην πράξη εφαρμόζονταν μόνο σε ένα σχετικά περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού: στους λευκούς άνδρες ιδιοκτήτες περιουσίας. Περίπου μισό εκατομμύριο Αφρικανοί σκλάβοι εξακολουθούσαν να εργάζονται στις φυτείες του Νότου χωρίς κανένα πολιτικό ή ανθρώπινο δικαίωμα. Οι γυναίκες αποκλείονταν από τη δημόσια πολιτική ζωή. Οι αυτόχθονες λαοί δεν αναγνωρίζονταν ως ισότιμα πολιτικά υποκείμενα αλλά αντιμετωπίζονταν ως εμπόδιο στην επέκταση του νέου κράτους προς τη Δύση.
Αυτές οι αντιφάσεις δεν ήταν αποτέλεσμα προσωπικής υποκρισίας ορισμένων ηγετών. Ήταν βαθιά ενσωματωμένες στην ίδια τη διαδικασία οικοδόμησης του αμερικανικού καπιταλισμού.
Η οικονομική ανάπτυξη των αποικιών βασιζόταν σε δύο θεμελιώδεις πυλώνες. Ο πρώτος ήταν η εργασία των σκλάβων στις φυτείες καπνού, βαμβακιού και άλλων εξαγώγιμων προϊόντων, που δημιουργούσαν τεράστια κέρδη για τους μεγάλους γαιοκτήμονες και το εμπορικό κεφάλαιο. Ο δεύτερος ήταν η συνεχής επέκταση προς τα δυτικά, η οποία προϋπέθετε την απαλλοτρίωση των εδαφών των ιθαγενών πληθυσμών.
Από αυτή την άποψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτήθηκαν όχι μόνο ως δημοκρατική δημοκρατία αλλά και ως κράτος εποίκων. Η επέκταση της νέας δημοκρατίας στηρίχθηκε συστηματικά στην εκδίωξη, τον εκτοπισμό και συχνά τη φυσική εξόντωση των αυτοχθόνων εθνών της Βόρειας Αμερικής. Οι διαδοχικές συνθήκες που υπογράφονταν με τις Ινδιάνικες φυλές παραβιάζονταν σχεδόν πάντοτε όταν η επέκταση της αγοράς γης ή η ανακάλυψη νέων φυσικών πόρων το καθιστούσε συμφέρον για την άρχουσα τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η μαρξιστική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει αυτές τις διαδικασίες όχι ως παράπλευρες ή τυχαίες εξελίξεις αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Όπως είχε επισημάνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, ο καπιταλισμός δεν γεννήθηκε μέσα από ειρηνικές ανταλλαγές στην αγορά αλλά μέσα από τη βίαιη απαλλοτρίωση γης, τη λεηλασία αποικιών, τη δουλεία και την κρατική καταστολή. Η αμερικανική εμπειρία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας.
Αυτό δεν μειώνει την ιστορική σημασία της Αμερικανικής Επανάστασης. Αντίθετα, αναδεικνύει τον πραγματικό της χαρακτήρα. Ήταν μια επανάσταση που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάρρευση του παλιού φεουδαρχικού κόσμου και άνοιξε τον δρόμο για τη ραγδαία ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησε ένα νέο κοινωνικό σύστημα που ενσωμάτωνε από τη γέννησή του βαθιές ταξικές και φυλετικές αντιφάσεις.
Αυτές οι αντιφάσεις δεν εξαφανίστηκαν με τη νίκη κατά της Βρετανίας. Αντίθετα, μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό του νέου κράτους και αποτυπώθηκαν στο ίδιο το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο λίγα χρόνια αργότερα θα επιχειρούσε να συμβιβάσει τα συμφέροντα του βιομηχανικού Βορρά και του δουλοκτητικού Νότου. Ο συμβιβασμός αυτός θα καθυστερούσε προσωρινά τη σύγκρουση, αλλά δεν θα μπορούσε να τη λύσει. Οι αντιφάσεις του 1776 θα επέστρεφαν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση τον επόμενο αιώνα, οδηγώντας τελικά στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του αμερικανικού καπιταλισμού.
Οι αντιφάσεις της Αμερικανικής Δημοκρατίας
Η νίκη λοιπόν της Αμερικανικής Επανάστασης δεν έλυσε τις αντιφάσεις της νέας κοινωνίας· αντίθετα, τις μετέφερε στο εσωτερικό του ίδιου του κράτους που μόλις είχε γεννηθεί. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας διακήρυττε ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και διαθέτουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη μεγαλειώδη διατύπωση κρυβόταν μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συνέχιζαν να ζουν ως ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, ενώ εκατοντάδες αυτόχθονες κοινότητες έβλεπαν τα εδάφη τους να συρρικνώνονται χρόνο με τον χρόνο μπροστά στην επέκταση των λευκών εποίκων.
Αυτή η αντίφαση δεν αποτελούσε μια ηθική αποτυχία ορισμένων πολιτικών ηγετών ούτε μια ιστορική «παρέκκλιση» από τις αρχές της επανάστασης. Ήταν ενσωματωμένη στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αναπτυσσόταν ο αμερικανικός καπιταλισμός. Η νέα δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω σε δύο θεμέλια που συνυπήρχαν διαρκώς με τις διακηρύξεις περί ελευθερίας: τη δουλεία και την αποικιοκρατική επέκταση προς τη Δύση.
Η οικονομία του αμερικανικού Νότου εξαρτιόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από την εργασία των Αφρικανών σκλάβων. Οι τεράστιες φυτείες καπνού, ρυζιού και, αργότερα, βαμβακιού παρήγαγαν προϊόντα που τροφοδοτούσαν όχι μόνο την αμερικανική αλλά και τη βρετανική και ευρωπαϊκή αγορά. Το βαμβάκι του Νότου αποτελούσε τη βασική πρώτη ύλη της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία, ενώ οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι εμπορικοί οίκοι αποκόμιζαν τεράστια κέρδη από το διατλαντικό εμπόριο.
Με άλλα λόγια, η ελευθερία των λευκών ιδιοκτητών στηριζόταν στην ανελευθερία εκατοντάδων χιλιάδων άλλων ανθρώπων.
Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι πολλοί από τους σημαντικότερους ηγέτες της Αμερικανικής Επανάστασης ήταν ταυτόχρονα και μεγάλοι δουλοκτήτες. Ο Τόμας Τζέφερσον έγραψε ίσως την πιο διάσημη φράση στην ιστορία της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης, αλλά στη διάρκεια της ζωής του διατήρησε εκατοντάδες σκλάβους στη φυτεία του. Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο άνθρωπος που θεωρείται «πατέρας του αμερικανικού έθνους», βασιζόταν επίσης στην εργασία σκλάβων για τη λειτουργία των κτημάτων του.

Οι αντιφάσεις αυτές ήταν γνωστές ήδη στους συγχρόνους τους. Ακόμη και μέσα στις ίδιες τις αποικίες υπήρχαν άνθρωποι που αναρωτιούνταν πώς ήταν δυνατόν μια επανάσταση στο όνομα της ελευθερίας να διατηρεί ανέπαφο το σύστημα της δουλείας. Ωστόσο, η οικονομική δύναμη των ιδιοκτητών των φυτειών του Νότου ήταν τόσο μεγάλη ώστε κανένας πολιτικός συμβιβασμός δεν μπορούσε να αγνοήσει τα συμφέροντά τους.
Αυτό έγινε ακόμη πιο φανερό λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη σύνταξη του αμερικανικού Συντάγματος το 1787.
Το Σύνταγμα παρουσιάζεται συχνά ως ένα από τα σημαντικότερα δημοκρατικά κείμενα της σύγχρονης εποχής. Πράγματι, εισήγαγε θεσμούς που αποτέλεσαν πρότυπο για πολλές μεταγενέστερες αστικές δημοκρατίες. Ταυτόχρονα όμως ήταν και ένα βαθύτατα ταξικό κείμενο, προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα της αμερικανικής άρχουσας τάξης.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτού του συμβιβασμού ήταν η περίφημη ρήτρα των τριών πέμπτων Για τους σκοπούς της κατανομής των εδρών στο Κογκρέσο, κάθε σκλάβος θα υπολογιζόταν ως τα τρία πέμπτα ενός ανθρώπου. Οι σκλάβοι, δηλαδή, δεν θεωρούνταν πολίτες ούτε αποκτούσαν οποιοδήποτε πολιτικό δικαίωμα. Ωστόσο, η ύπαρξή τους αύξανε την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των δουλοκτητικών Πολιτειών. Ήταν ένας κυνικός πολιτικός συμβιβασμός που διατηρούσε άθικτο το ίδιο το σύστημα της δουλείας.
Η νέα δημοκρατία γεννήθηκε, επομένως, μέσα από μια μόνιμη αντίφαση. Από τη μία πλευρά αναγνώριζε την ελευθερία ως θεμελιώδη πολιτική αξία. Από την άλλη, απέφευγε συστηματικά να θίξει τον θεσμό που αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πηγές πλούτου της αμερικανικής οικονομίας.
Παράλληλα με τη δουλεία εξελισσόταν μια δεύτερη διαδικασία, εξίσου καθοριστική για τη διαμόρφωση των Ηνωμένων Πολιτειών: η συνεχής επέκταση προς τη Δύση.
Η νέα δημοκρατία δεν περιορίστηκε ποτέ στα εδάφη των αρχικών δεκατριών αποικιών. Σχεδόν αμέσως μετά την ανεξαρτησία άρχισε μια αδιάκοπη διαδικασία κατάκτησης νέων περιοχών. Για τους λευκούς εποίκους αυτή η επέκταση παρουσιαζόταν ως φυσικό δικαίωμα και ως αναπόφευκτη πορεία της ιστορίας. Για τους αυτόχθονες λαούς σήμαινε εκτοπισμό, πολέμους, παραβίαση συνθηκών και, σε πολλές περιπτώσεις, φυσική εξόντωση.
Τον 19ο αιώνα αυτή η πολιτική απέκτησε ακόμη και ιδεολογική νομιμοποίηση. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μια σχεδόν θεόσταλτη αποστολή να επεκταθούν από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό, μεταφέροντας τον «πολιτισμό» σε ολόκληρη τη βορειοαμερικανική ήπειρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από τη ρητορική του… «πολιτισμού» κρύβονταν πολύ συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Η επέκταση σήμαινε νέα γεωργική γη, ορυκτό πλούτο, εμπορικούς δρόμους και νέες αγορές. Η απαλλοτρίωση της γης των αυτοχθόνων δεν ήταν μια παράπλευρη συνέπεια της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ήταν μία από τις βασικές προϋποθέσεις της.
Ο Καρλ Μαρξ ήταν από τους πρώτους που ανέλυσαν αυτή τη διαδικασία μέσα από την έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Στο Κεφάλαιο υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός δεν γεννήθηκε μέσω της ειρηνικής ανταλλαγής στην αγορά αλλά μέσω της βίαιης απαλλοτρίωσης γης, της αποικιοκρατίας, της δουλείας και της κρατικής βίας. Η ιστορία της Βόρειας Αμερικής επιβεβαιώνει αυτή την ανάλυση με εντυπωσιακή σαφήνεια. Η συσσώρευση τεράστιου πλούτου δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας αλλά και της εκμετάλλευσης σκλάβων και της κατάκτησης ολόκληρων ηπείρων.
Γι’ αυτό και ο Μαρξ αντιμετώπιζε τη δουλεία όχι ως κατάλοιπο ενός παλαιότερου κόσμου αλλά ως οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης του 19ου αιώνα. Η εκμετάλλευση των σκλάβων δεν αποτελούσε απλώς πρόβλημα των ίδιων των σκλάβων. Υπονόμευε συνολικά την ανάπτυξη της εργατικής τάξης, διαιρώντας τους εργαζόμενους με βάση τη φυλή και εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Οι αντιθέσεις αυτές γίνονταν ολοένα πιο οξείες όσο προχωρούσε ο 19ος αιώνας. Ο βιομηχανικός Βορράς αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς και στηριζόταν ολοένα περισσότερο στην ελεύθερη μισθωτή εργασία, ενώ ο αγροτικός Νότος παρέμενε προσηλωμένος στη δουλοκτητική οικονομία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια ηθική σύγκρουση γύρω από το ζήτημα της δουλείας. Ήταν η σύγκρουση δύο διαφορετικών μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίες δεν μπορούσαν πλέον να συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο. Η έκρηξη του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1861 υπήρξε το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της αντίφασης.
Ο Μαρξ παρακολούθησε με εξαιρετικό ενδιαφέρον τον πόλεμο και υποστήριξε αποφασιστικά τον Βορρά. Όχι επειδή θεωρούσε ότι η βόρεια αστική τάξη ήταν επαναστατική με σοσιαλιστική έννοια, αλλά επειδή πίστευε ότι η κατάργηση της δουλείας αποτελούσε αναγκαία ιστορική προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Σε επιστολές του προς τον Αβραάμ Λίνκολν και σε άρθρα του για τον διεθνή Τύπο, χαρακτήριζε τον αγώνα κατά της δουλείας ως μια υπόθεση παγκόσμιας σημασίας για το εργατικό κίνημα.
Για πολλούς μαρξιστές ιστορικούς, ο Εμφύλιος Πόλεμος αποτέλεσε τη Δεύτερη Αμερικανική Επανάσταση. Αν η επανάσταση του 1776 έσπασε τα δεσμά της αποικιοκρατίας και άνοιξε τον δρόμο στον καπιταλισμό, ο Εμφύλιος κατήργησε το σημαντικότερο εμπόδιο στην πλήρη ανάπτυξή του: τη δουλοκτητική οικονομία του Νότου.
Η νίκη του Βορρά δεν ολοκλήρωσε τη δημοκρατική επανάσταση ούτε εξαφάνισε τον ρατσισμό και τις κοινωνικές ανισότητες. Έθεσε όμως τα θεμέλια για την εκρηκτική βιομηχανική ανάπτυξη που θα μετέτρεπε μέσα σε λίγες δεκαετίες τις Ηνωμένες Πολιτείες από μια περιφερειακή δημοκρατία σε μία από τις ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες του κόσμου.
Ακριβώς αυτή η νέα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα θα ανοίξει το επόμενο κεφάλαιο της αμερικανικής ιστορίας: τη μετάβαση από τον ανταγωνιστικό καπιταλισμό των πρώτων δεκαετιών στη γέννηση των μονοπωλίων, του χρηματιστικού κεφαλαίου και, τελικά, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Από τη Δημοκρατία στην Αυτοκρατορία
Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της δουλοκτητικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε μια νέα εποχή στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κατάργηση της δουλείας δεν σήμανε το τέλος της εκμετάλλευσης· σήμανε τη γενίκευση μιας διαφορετικής μορφής της. Η μισθωτή εργασία αντικατέστησε σταδιακά τη δουλεία ως κυρίαρχη σχέση παραγωγής και ο αμερικανικός καπιταλισμός εισήλθε στην πιο εκρηκτική περίοδο ανάπτυξης που είχε γνωρίσει μέχρι τότε.
Μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταμορφώθηκαν. Οι σιδηρόδρομοι ένωσαν τις ακτές του Ατλαντικού με τον Ειρηνικό, η παραγωγή χάλυβα και άνθρακα εκτοξεύθηκε, οι πόλεις διογκώθηκαν με πρωτοφανείς ρυθμούς και εκατομμύρια μετανάστες από την Ευρώπη κατέφθαναν κάθε χρόνο για να στελεχώσουν τα εργοστάσια, τα ορυχεία και τις νέες βιομηχανίες. Η χώρα που γεννήθηκε ως μια σχετικά μικρή αγροτική δημοκρατία εξελισσόταν πλέον στη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη του πλανήτη.

Η ανάπτυξη αυτή, όμως, είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Δεν στηρίχθηκε απλώς στην ελεύθερη αγορά, όπως συχνά υποστηρίζει η φιλελεύθερη ιστοριογραφία. Αντίθετα, συνοδεύτηκε από μια πρωτοφανή συγκέντρωση οικονομικής ισχύος στα χέρια λίγων επιχειρηματικών ομίλων.
Στα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίζονται οι περίφημοι “Ληστές Βαρώνοι” – του αμερικανικού καπιταλισμού. Ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ δημιουργεί τη Standard Oil και αποκτά σχεδόν μονοπωλιακό έλεγχο της αγοράς πετρελαίου. Ο Άντριου Κάρνεγκι κυριαρχεί στη χαλυβουργία. Ο Τζ. Π. Μόργκαν μετατρέπει τις τράπεζες σε πραγματικά κέντρα εξουσίας, ενώ οι Βάντερμπιλτ ελέγχουν τεράστια τμήματα του σιδηροδρομικού δικτύου.
Ο ανταγωνισμός, που αποτελούσε το χαρακτηριστικό του πρώιμου καπιταλισμού, αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί μπροστά στη δημιουργία τραστ, καρτέλ και μονοπωλίων. Αυτό ακριβώς είχε προβλέψει ο Μαρξ ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η ίδια η δυναμική του καπιταλισμού οδηγεί στη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε ολοένα λιγότερα χέρια. Ο μεγάλος καταπίνει τον μικρό, η συγκέντρωση της παραγωγής αυξάνεται και η οικονομική εξουσία συγκεντρώνεται σε μια μικρή οικονομική ολιγαρχία.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα αναπτύξει ακόμη περισσότερο αυτή την ανάλυση στο έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Σύμφωνα με τον Λένιν, ο καπιταλισμός του τέλους του 19ου αιώνα έχει πλέον αλλάξει ποιοτικά. Η εποχή της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς δίνει τη θέση της στην κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Οι μεγάλες τράπεζες συγχωνεύονται με τις βιομηχανίες, δημιουργώντας μια νέα οικονομική ελίτ που αποκτά τεράστια επιρροή πάνω στο κράτος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης.
Το αμερικανικό κράτος παύει σταδιακά να λειτουργεί ως «ουδέτερος» διαιτητής μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, κάτι που ποτέ δεν ήταν και μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μηχανισμό προστασίας και επέκτασης των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. Η εξωτερική πολιτική δεν καθορίζεται πλέον μόνο από γεωπολιτικούς υπολογισμούς αλλά και από την ανάγκη εξεύρεσης νέων αγορών, νέων επενδυτικών πεδίων και νέων πηγών πρώτων υλών.
Η μετάβαση αυτή γίνεται εμφανής το 1898, με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο.
Επισήμως, η Ουάσιγκτον παρενέβη για να «απελευθερώσει» την Κούβα από την Ισπανική αποικιοκρατία. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος σηματοδότησε την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στη σκηνή των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Με τη λήξη του πολέμου, η Ισπανία έχασε τις τελευταίες σημαντικές αποικίες της και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν τον έλεγχο του Πουέρτο Ρίκο, της Γκουάμ και των Φιλιππίνων, ενώ η Κούβα πέρασε ουσιαστικά υπό αμερικανική επιρροή.
Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονταν ως αποικιακή δύναμη με υπερπόντιες κτήσεις.
Την ίδια περίοδο διαμορφώνεται και η περίφημη πολιτική της «πίσω αυλής» απέναντι στη Λατινική Αμερική. Με βάση το Δόγμα Μονρόε [1823] και αργότερα το συμπλήρωμα Ρούσβελτ [1904], η Ουάσιγκτον θεωρούσε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο ως αποκλειστική ζώνη επιρροής της.
Οι επεμβάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Στη Νικαράγουα, στην Αϊτή, στη Δομινικανή Δημοκρατία, στον Παναμά, στην Ονδούρα, στο Μεξικό και αργότερα στη Γουατεμάλα, στη Χιλή και σε δεκάδες ακόμη χώρες, ο αμερικανικός στρατός ή οι μυστικές υπηρεσίες παρενέβαιναν κάθε φορά που απειλούνταν τα συμφέροντα των αμερικανικών τραπεζών, των πολυεθνικών ή των μεγάλων γαιοκτημόνων.
Η ρητορική παρέμενε πάντοτε η ίδια: προστασία της δημοκρατίας, υπεράσπιση της ελευθερίας, αποκατάσταση της σταθερότητας. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.
Πίσω από τις στρατιωτικές επεμβάσεις βρίσκονταν οι ανάγκες ενός καπιταλισμού που είχε πλέον ξεπεράσει τα εθνικά του όρια και αναζητούσε νέες αγορές για την εξαγωγή κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Ακριβώς αυτό περιέγραφε ο Λένιν όταν υποστήριζε ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια της κυριαρχίας των μονοπωλίων.
Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι επιτάχυναν ακόμη περισσότερο αυτή τη διαδικασία.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στον μεγαλύτερο πιστωτή του κόσμου. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η υπεροχή τους έγινε σχεδόν απόλυτη. Ενώ η Ευρώπη και η Ιαπωνία είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο, η αμερικανική βιομηχανία λειτουργούσε στο μέγιστο των δυνατοτήτων της. Το δολάριο μετατράπηκε στο βασικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα μέσω της συμφωνίας του Bretton Woods, δημιουργήθηκαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα υπό αμερικανική ηγεσία, ενώ το Σχέδιο Μάρσαλ συνέδεσε οικονομικά τη δυτική Ευρώπη με την Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική ηγεμονία δεν στηριζόταν πλέον μόνο στη στρατιωτική ισχύ. Στηριζόταν στην οικονομική κυριαρχία, στην τεχνολογική υπεροχή, στον έλεγχο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και σε ένα τεράστιο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο Ψυχρός Πόλεμος παρείχε το ιδεολογικό πλαίσιο αυτής της παγκόσμιας επέκτασης.
Στο όνομα της ανάσχεσης του κομμουνισμού, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν σε πολέμους, πραξικοπήματα και επιχειρήσεις ανατροπής κυβερνήσεων σε κάθε ήπειρο. Από την Κορέα και το Βιετνάμ μέχρι το Ιράν, τη Γουατεμάλα, το Κονγκό, τη Χιλή και την Ινδονησία, η εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον στόχευε στη διατήρηση ενός διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλούς για τις επενδύσεις του αμερικανικού κεφαλαίου.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 δημιούργησε την εντύπωση ότι η αμερικανική κυριαρχία είχε γίνει πλέον αδιαμφισβήτητη.
Πολλοί μίλησαν για το «τέλος της ιστορίας» και για την οριστική νίκη του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα θριάμβου άρχιζε ήδη να διαμορφώνεται μια νέα αντίφαση.
Από τη δεκαετία του 1980, η παραγωγή μεταφερόταν σταδιακά σε περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους, ενώ το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τη βιομηχανική παραγωγή. Η οικονομία μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε οικονομία των χρηματιστηρίων, των τραπεζών, των επενδυτικών κεφαλαίων και της κερδοσκοπίας.
Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αύξησε θεαματικά τα κέρδη των πολυεθνικών, αλλά ταυτόχρονα επιτάχυνε την αποβιομηχάνιση μεγάλων περιοχών των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Παραδοσιακά βιομηχανικά κέντρα παρήκμασαν, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν και η οικονομική ισχύς συγκεντρώθηκε ακόμη περισσότερο σε μια μικρή ομάδα χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κολοσσών.
Η κρίση του 2008 αποκάλυψε τα όρια αυτού του μοντέλου. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες έγινε φανερό ότι ακόμη και η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία του κόσμου δεν μπορούσε να αποφύγει τις βαθιές αντιφάσεις της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας.
Έτσι, η δημοκρατία που γεννήθηκε το 1776 ως η πρώτη μεγάλη αστική δημοκρατία είχε πλέον μετατραπεί στο κέντρο ενός παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, του οποίου η οικονομική, στρατιωτική και ιδεολογική κυριαρχία άρχισε να αμφισβητείται ολοένα περισσότερο στον 21ο αιώνα.
Και μαζί με την κρίση αυτής της ηγεμονίας, επανεμφανίστηκαν και οι κοινωνικές αντιθέσεις που για δεκαετίες παρέμεναν κάτω από την επιφάνεια της αμερικανικής ευημερίας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η αφετηρία της σύγχρονης πολιτικής κρίσης των Ηνωμένων Πολιτειών και της επιστροφής της ταξικής σύγκρουσης στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής.
Η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας και η επιστροφή της ταξικής πολιτικής
Διακόσια πενήντα χρόνια μετά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη και μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η αμερικανική ηγεμονία δεν μοιάζει πλέον αδιαμφισβήτητη. Η εποχή κατά την οποία η Ουάσιγκτον μπορούσε να καθορίζει σχεδόν μόνη της τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας και των διεθνών σχέσεων φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι η ιστορία είχε ολοκληρωθεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στη μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη και πολλοί διανοούμενοι μίλησαν για έναν «μονοπολικό κόσμο», όπου ο φιλελεύθερος καπιταλισμός θα αποτελούσε το μοναδικό οικονομικό και πολιτικό πρότυπο. Για ένα διάστημα, αυτή η εκτίμηση φάνηκε να επιβεβαιώνεται. Η αμερικανική οικονομία κυριαρχούσε στις διεθνείς αγορές, το δολάριο παρέμενε το βασικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και οι στρατιωτικές επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών πραγματοποιούνταν χωρίς την ύπαρξη κάποιου αντίπαλου ικανού να αμφισβητήσει ουσιαστικά την ισχύ τους.
Η εικόνα αυτή, όμως, αποδείχθηκε προσωρινή.
Ο 21ος αιώνας σημαδεύτηκε από τη σταδιακή μετατόπιση του παγκόσμιου οικονομικού κέντρου βάρους προς την Ασία. Η Κίνα εξελίχθηκε από χώρα φθηνής βιομηχανικής παραγωγής σε μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές και οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη. Σήμερα πρωταγωνιστεί σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι τηλεπικοινωνίες, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι υποδομές και η ηλεκτροκίνηση, ενώ παράλληλα επεκτείνει την οικονομική και διπλωματική της επιρροή σε ολόκληρη την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Ταυτόχρονα, νέοι διεθνείς οργανισμοί και συμμαχίες, όπως οι BRICS, αντανακλούν τη σταδιακή μετάβαση προς έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο. Χώρες που επί δεκαετίες βρίσκονταν στην περιφέρεια του διεθνούς συστήματος διεκδικούν πλέον μεγαλύτερο ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις, αμφισβητώντας την αποκλειστική κυριαρχία των δυτικών δυνάμεων.
Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα της ανόδου μιας νέας δύναμης. Αντανακλά τον νόμο της άνισης και συνδυασμένης ανάπτυξης. Καμία ηγεμονία δεν είναι αιώνια. Όπως η Μεγάλη Βρετανία υποχώρησε απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα, έτσι και η αμερικανική υπεροχή αντιμετωπίζει σήμερα νέους ανταγωνιστές που μεταβάλλουν τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.
Η εξωτερική αυτή μεταβολή συμπίπτει με μια βαθιά εσωτερική κρίση.
Η οικονομική ανισότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από τη δεκαετία του 1920. Η αποβιομηχάνιση μεγάλων περιοχών, η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής οικονομικής ολιγαρχίας, η στεγαστική κρίση, το δυσβάστακτο κόστος της υγείας και της εκπαίδευσης και η επισφαλής εργασία έχουν διαβρώσει τις κοινωνικές βάσεις πάνω στις οποίες στηριζόταν το λεγόμενο «Αμερικανικό Όνειρο».
Η πολιτική έκφραση αυτής της κρίσης εμφανίστηκε αρχικά με την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο τραμπισμός δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως αποτέλεσμα της προσωπικότητας ενός πολιτικού. Αποτελεί έκφραση της αγωνίας σημαντικών τμημάτων της αμερικανικής αστικής τάξης αλλά και των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων που αισθάνονται ότι χάνουν τα κοινωνικά και οικονομικά προνόμια τα οποία θεωρούσαν δεδομένα επί δεκαετίες. Το σύνθημα «Make America Great Again» δεν εκφράζει αυτοπεποίθηση αλλά νοσταλγία. Υποδηλώνει ότι η «μεγάλη Αμερική» ανήκει ήδη στο παρελθόν και ότι απαιτείται μια πολιτική επιστροφής σε μια εποχή που δεν μπορεί πλέον να αναβιώσει.
Αυτό εξηγεί και την επιστροφή του αντικομμουνισμού ως κεντρικού στοιχείου της πολιτικής ρητορικής του Τραμπ. Σε περιόδους βαθιάς κρίσης, οι κυρίαρχες τάξεις επιχειρούν συχνά να μεταθέσουν τη δημόσια συζήτηση από τις πραγματικές αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων προς κατασκευασμένους ή υπερβολικά διογκωμένους εχθρούς. Στη δεκαετία του 1950 ήταν ο “κομμουνισμός” της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα, οι στόχοι διευρύνονται: η Κίνα, οι μετανάστες, οι πανεπιστημιακοί, τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και όσοι διεκδικούν στοιχειώδεις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις παρουσιάζονται ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη του αμερικανικού έθνους.
Την ίδια στιγμή, όμως, η κρίση δεν εκδηλώνεται μόνο στη Δεξιά.
Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, εμφανίζεται μια νέα γενιά πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων που αμφισβητούν ανοιχτά τον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της αμερικανικής πολιτικής. Η επιρροή προσωπικοτήτων όπως ο Μπέρνι Σάντερς, η άνοδος των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής, η εκλογή νέων προοδευτικών υποψηφίων και η αυξανόμενη απήχηση της λέξης «σοσιαλισμός» μεταξύ των νέων αποτελούν ενδείξεις μιας βαθύτερης μεταβολής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στα πρόθυρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι περισσότερες από αυτές τις δυνάμεις κινούνται ακόμη μέσα στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και προτείνουν κυρίως κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός ότι τέτοιες ιδέες αποκτούν ευρύτερη απήχηση αποδεικνύει ότι η ιδεολογική κυριαρχία του αμερικανικού νεοφιλελευθερισμού δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη.
Η κρίση εκδηλώνεται ταυτόχρονα και στο πολιτικό σύστημα.
Το παραδοσιακό δικομματικό μοντέλο, που επί περισσότερο από έναν αιώνα εξασφάλιζε τη σταθερότητα της αμερικανικής αστικής δημοκρατίας, εμφανίζει ολοένα και μεγαλύτερες ρωγμές. Η πόλωση ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς και τους Δημοκρατικούς έχει λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις, ενώ σημαντικά τμήματα της κοινωνίας θεωρούν ότι κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν εκφράζει πραγματικά τα συμφέροντά τους.
Η εξέλιξη αυτή δεν προκαλεί έκπληξη. Ο Μαρξ είχε ήδη επισημάνει ότι οι πολιτικοί θεσμοί δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από την οικονομική βάση της κοινωνίας. Όταν μεταβάλλονται οι σχέσεις παραγωγής και οι ταξικοί συσχετισμοί, αργά ή γρήγορα μετασχηματίζεται και το πολιτικό εποικοδόμημα. Η σημερινή κρίση του αμερικανικού δικομματισμού αντανακλά ακριβώς τις βαθύτερες αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Διακόσια πενήντα χρόνια μετά το 1776, ποιος είναι, λοιπόν, ο ιστορικός απολογισμός της Αμερικανικής Επανάστασης;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε μονοσήμαντα απορριπτική ούτε άκριτα πανηγυρική.
Η Αμερικανική Επανάσταση υπήρξε μια μεγάλη προοδευτική τομή για την εποχή της. Συνέβαλε στην κατάρρευση της αποικιακής μοναρχικής κυριαρχίας, επιτάχυνε την ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων και άσκησε τεράστια επιρροή στη Γαλλική Επανάσταση και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Υπό αυτή την έννοια αποτέλεσε έναν ιστορικό σταθμό στην πορεία μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό.
Ταυτόχρονα, όμως, η επανάσταση του 1776 δεν κατήργησε τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Απλώς τις αναδιοργάνωσε πάνω σε νέες βάσεις. Η πολιτική ισότητα δεν συνοδεύτηκε από κοινωνική ισότητα. Η κατάργηση της μοναρχίας δεν σήμανε την κατάργηση της κυριαρχίας της ιδιοκτησίας πάνω στην εργασία. Η ελευθερία που διακήρυττε η νέα δημοκρατία περιοριζόταν από την ίδια τη λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Γι’ αυτό και ο αγώνας για δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένος μέσα στα όρια του καπιταλισμού.
Όσο η οικονομική εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας, όσο οι βασικές αποφάσεις για την παραγωγή, τις επενδύσεις και την κατανομή του κοινωνικού πλούτου λαμβάνονται με κριτήριο το ιδιωτικό κέρδος και όχι τις κοινωνικές ανάγκες, η πολιτική αστική δημοκρατία παραμένει αναγκαστικά περιορισμένη. Η τυπική ισότητα των πολιτών συνυπάρχει με βαθιές υλικές ανισότητες, οι οποίες υπονομεύουν την ίδια τη δυνατότητα ουσιαστικής δημοκρατικής συμμετοχής.
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη ιστορική παρακαταθήκη του 1776. Η Αμερικανική Επανάσταση άνοιξε μια νέα εποχή, αλλά δεν ολοκλήρωσε το έργο της ανθρώπινης χειραφέτησης. Έθεσε τις βάσεις για την πολιτική δημοκρατία, χωρίς όμως να καταργήσει την οικονομική κυριαρχία του κεφαλαίου. Οι αντιφάσεις που γεννήθηκαν τότε —ανάμεσα στην ελευθερία και την εκμετάλλευση, στην πολιτική ισότητα και την κοινωνική ανισότητα, στη δημοκρατία και την οικονομική ολιγαρχία— εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο κόσμο.
Διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, η επέτειος της αμερικανικής ανεξαρτησίας δεν αποτελεί μόνο αφορμή για ιστορικό απολογισμό. Αποτελεί και υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν τελείωσε το 1776 ούτε το 1991, όπως πίστεψαν πολλοί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η ιστορία παραμένει ανοικτή. Και όσο οι αντιφάσεις του καπιταλισμού συνεχίζουν να παράγουν ανισότητες, πολέμους -και σήμερα λόγω της άλυτης κρίσης του 2008 μια πορεία προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο-, κοινωνική ανασφάλεια και νέες μορφές εκμετάλλευσης, τόσο θα παραμένει ανολοκλήρωτο και το ιστορικό αίτημα που διατύπωσε η ίδια η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας: η πραγματική ισότητα, η ελευθερία και η ανθρώπινη χειραφέτηση για όλους και όχι μόνο για όσους κατέχουν τον πλούτο και την εξουσία – με την παγκοσμιοποίηση της επανάστασης.
