Η δοκιμασία της Γάζας – δοκιμασία της ανθρωπινότητας

του Σαλάχ Μούσα

Ένας χρόνος φεύγει κι ένας άλλος έρχεται…

κι όλα μέσα σου χειροτερεύουν, ω πατρίδα μου.

Μαχμούντ Νταρουίς

——————

Μήπως ο ουρανός συμμαχεί με τη μηχανή του πολέμου σε αυτή τη γενοκτονία που δεν σταματά; Οι βόμβες μαζί με το κρύο και τους ανέμους· κι όποιον δεν σκοτώνει ο πόλεμος, τον σκοτώνουν οι πλημμύρες κι η πείνα, τον πνίγουν τα νερά. Εικόνες ενός λαού που ζει μέσα στη λάσπη και στις άγριες, παγερά σκληρές καταιγίδες, ενώ ο κόσμος τον παρακολουθεί στις οθόνες, καθισμένος στη ζεστασιά των τζακιών και στο ψύχος της συνείδησης και της αδιαφορίας.

Ο ποιητής Χάλεντ Τζούμα διατυπώνει αυτή την υπαρξιακή πρόκληση στο ποίημά του «Γάζα», λέγοντας γι’ αυτήν:

«Η πόλη που οι άνθρωποι δεν τη γνωρίζουν παρά μόνο από τους μόνιμους νεκρούς της, που αναζητούν έναν άδειο τόπο για να κλάψουν.

Μακάρι να περνούσε από εδώ ο Νώε, να μας σώσει από τον χειμωνιάτικο κατακλυσμό και τον κατακλυσμό της εξόντωσης,

να πάρει ό,τι απέμεινε από εμάς στην κιβωτό του ώσπου να σταματήσει ο βομβαρδισμός και ο θάνατος και να ανακτήσουμε τις ψυχές μας.

Εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια δεν έφτασε τίποτα παρά μόνο πύραυλοι καυτοί, εκτοξευτές κι εκρηκτικά που κατεβαίνουν και ανεβαίνουν, συντριπτικά και αφανιστικά.»

Η σαρανταήμερη δοκιμασία της Γάζας δεν είναι απλώς ένα τρίτο ή τέταρτο βαρομετρικό χαμηλό, αλλά μια ανθρώπινη τοιχογραφία που τη ζωγραφίζουν οι βροχές πάνω σε σκηνές δεμένες με σκοινιά απόγνωσης. Εκεί το κρύο μετατρέπεται από κλιματικό φαινόμενο σε υπαρξιακή εμπειρία ζωής στο χείλος, όπου ο Παλαιστίνιος δοκιμάζει ταυτόχρονα τα έσχατα όρια της αδυναμίας και της δύναμης. Οι εκτοπισμένοι ανταλλάσσουν πρωτόγονες συμβουλές για να στερεώσουν τις σκηνές μακριά από τα ορμητικά νερά, και η φωνή τους λέει:

Θα μείνουμε εδώ παρά την καταστροφή· κανείς δεν θα μας ξεριζώσει, ακόμη κι αν τα σώματά μας εξατμιστούν.