Η μάχη για την παγκόσμια ηγεμονία και το μέλλον της παλαιστινιακής υπόθεσης

Σαλάχ Μούσα

Πριν εισέλθουμε στο θέμα του άρθρου, πρέπει να ξεκινήσουμε από μια βασική διαπίστωση: όσα συμβαίνουν δεν αποτελούν απλώς μια νέα αντιπαράθεση, αλλά έναν πόλεμο που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Ο πόλεμος αυτός δεν αποσκοπεί μόνο στην καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και των βαλλιστικών πυραύλων ούτε στον τερματισμό της ιρανικής υποστήριξης προς τους συμμάχους του. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος. Αν το ζήτημα περιοριζόταν αποκλειστικά στο πυρηνικό πρόγραμμα, οι διαπραγματεύσεις στον τελευταίο τους γύρο είχαν ήδη καταλήξει σε προσχέδιο συμφωνίας, όπως δήλωσε ο μεσολαβητής, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο πραγματικός στόχος είναι να τερματιστεί η πρόκληση που θέτει το Ιράν στην αμερικανοϊσραηλινή ηγεμονία και να ανακοπεί η άνοδος της Κίνας, δεδομένης της σημασίας του Ιράν στο σχέδιο «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», τον σύγχρονο «Δρόμο του Μεταξιού». Η Κίνα εισάγει περίπου το 13% του πετρελαίου της από το Ιράν, ενώ περίπου το 40% των πετρελαϊκών εισαγωγών της διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Κατά συνέπεια, ο ευρύτερος στόχος είναι να αποτραπεί η γέννηση ενός νέου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, ακόμη και αν αυτό επιτευχθεί με την επιτάχυνση της κατάρρευσης του παλαιού διεθνούς συστήματος που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, στην κρατική κυριαρχία και στους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας. Το σύστημα αυτό, παρότι προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η πρωτοκαθεδρία ανήκε στην Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, επέτρεψε την άνοδο της Κίνας και τη μετατροπή της σε πραγματικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια ηγεσία.

Η μετάβαση που επιδιώκεται, σύμφωνα με αυτή τη λογική, είναι προς έναν «νέο-παλαιό» κόσμο που βασίζεται στον νόμο της ζούγκλας και στην επιβολή της βούλησης μέσω ωμής δύναμης. Γι’ αυτό είδαμε όσα συνέβησαν στη Βενεζουέλα, καθώς και τις απειλές προς την Κούβα, τη Γροιλανδία και αρκετές άλλες χώρες. Υπό αυτό το πρίσμα, η επίθεση εναντίον του Ιράν αποτελεί μια καθοριστική δοκιμασία για το μέλλον ολόκληρου του διεθνούς συστήματος. Αν το Ιράν αντέξει και επιβιώσει, αυτό σημαίνει ότι το πολυπολικό σύστημα θα προχωρήσει. Αν όμως καταρρεύσει ή ηττηθεί γρήγορα, τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την επανάληψη του ίδιου μοντέλου εναντίον άλλων χωρών στη Μέση Ανατολή και αλλού, προετοιμάζοντας το έδαφος όχι μόνο για μια «νέα Μέση Ανατολή», αλλά και για έναν «νέο-παλαιό» κόσμο που θα κυριαρχείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες με τη βοήθεια των συμμάχων τους, και στην κορυφή αυτών το Ισραήλ.

Το σενάριο μετατροπής της σύγκρουσης σε αγώνα για πολιτικά και αστικά δικαιώματα μέσα σε έναν ενιαίο χώρο παραμένει πιθανό, εάν οι Παλαιστίνιοι δεν οργανωθούν ενιαία για να αντιμετωπίσουν το ρατσιστικό εποικιστικό σχέδιο στη βάση ενός κοινού οράματος και προγράμματος.

Μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να κατανοηθεί γιατί ο πόλεμος μετατράπηκε από τις πρώτες κιόλας ημέρες του σε περιφερειακό πόλεμο και γιατί ενδέχεται να εξελιχθεί ακόμη και σε τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Όπως εκτίμησαν επτά διακεκριμένα κέντρα μελετών για το μέλλον, η πιθανότητα να μετατραπεί σε παγκόσμιο πόλεμο κυμαίνεται μεταξύ 26,7% και 40,5%, σύμφωνα με όσα έγραψε ο καθηγητής μελλοντολογικών σπουδών Ουαλίντ Αμπντ αλ-Χάι.

Είναι άραγε μια ισραηλινή νίκη ή η αρχή της πτώσης; Και ποιες θα είναι οι συνέπειες της επίθεσης στο Ιράν για την παλαιστινιακή υπόθεση; Πρόκειται για θεμελιώδη ζητήματα που θα έπρεπε να απασχολούν τους Παλαιστινίους — τον λαό, την ηγεσία, τις οργανώσεις, τις ελίτ και τους θεσμούς τους. Δεν μπορεί να δοθεί πειστική απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα παρά μόνο υπό το φως των πιθανών σεναρίων με τα οποία θα ολοκληρωθεί ο πόλεμος.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να νικήσει ο επιτιθέμενος και να ηττηθεί ο άλλος, στο να είναι η ήττα συντριπτική ή περιορισμένη, στο να τελειώσει ο πόλεμος χωρίς νικητή και ηττημένο ή ακόμη και με ήττα όλων των πλευρών. Είναι επίσης ουσιαστική η διαφορά ανάμεσα στο να πετύχει η επίθεση την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση ενός άλλου καθεστώτος πρόθυμου να υποταχθεί στην αμερικανοϊσραηλινή ηγεμονία -αποδεχόμενο τους όρους σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα και τον εξοπλισμό, ιδιαίτερα τους βαλλιστικούς πυραύλους και τη διακοπή της υποστήριξης προς συμμάχους- και στο να οδηγήσει η επίθεση στον κατακερματισμό του ιρανικού κράτους και στην έκρηξη εσωτερικού χάους, ανοίγοντας τον δρόμο για εσωτερικές συγκρούσεις και ίσως για περιφερειακή επέκταση του πολέμου, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την πιθανότητα παγκόσμιας σύρραξης.

Από την άλλη πλευρά, ο πόλεμος μπορεί να λάβει τη μορφή ενός μακροχρόνιου πολέμου φθοράς, κάτι που είναι πιθανό, ιδιαίτερα αν δεν επιτευχθεί συμφωνία στη σύνοδο κορυφής ΗΠΑ-Κίνας στα τέλη Μαρτίου. Ένας πόλεμος φθοράς θα βυθίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ιρανικό τέλμα, εκτός αν η Ουάσιγκτον προσφύγει στη πυρηνική επιλογή — κάτι που θεωρείται απίθανο. Θα μπορούσε επίσης να επιλέξει περιορισμένες χερσαίες επιχειρήσεις που θα περιορίζονται σε ειδικές αποστολές εναντίον διαφόρων στόχων ή στην κατάληψη στρατηγικών περιοχών και θέσεων.

Είναι επίσης πιθανό το Κογκρέσο να καταφέρει να συγκρατήσει τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και να τον ωθήσει προς διαπραγματεύσεις και συμφωνία, είτε με κάποια αλλαγή στην ιρανική πολιτική είτε χωρίς αυτήν. Αυτό το σενάριο θα μπορούσε να είναι προς όφελος του Ιράν, ιδίως δεδομένης της αντίθεσης της πλειονότητας των Αμερικανών στον πόλεμο -ακόμη και σε τμήματα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του ρεύματος «America First»- καθώς και λόγω των τεράστιων απωλειών. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι το ημερήσιο κόστος του πολέμου μπορεί να φτάσει περίπου τα 900 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται οι οικονομικές απώλειες για την περιοχή και τον κόσμο.

Η μη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, μετά τη διαπίστωση της δυσκολίας ανατροπής του, μπορεί να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου με κάποια τροποποίηση των πολιτικών του και σε συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα που θα διασφαλίζει ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα — κάτι στο οποίο υπαινίχθηκε ο Τραμπ, ο οποίος άλλαξε τη στάση του 13 φορές μέσα στην πρώτη εβδομάδα. Αντίθετα, η κυβέρνηση Νετανιάχου προτιμά την πλήρη ανατροπή του καθεστώτος, ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει στη διάλυση του Ιράν και στην είσοδό του σε εσωτερικές συγκρούσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Τσαχί Χανέγκμπι, έγραψε στην εφημερίδα Yedioth Ahronoth ότι η τύχη της Γάζας θα κριθεί στην Τεχεράνη: αν αυτή επιβιώσει, θα επιβιώσει και η Χαμάς· αν πέσει, θα πέσει και εκείνη. Το ίδιο είχε εκφράσει και ο Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, όταν δήλωσε ότι η ήττα του Ιράν θα επιβεβαιώσει την αμερικανοϊσραηλινή ηγεμονία στην περιοχή και θα καθορίσει τα χαρακτηριστικά της για πολλά χρόνια.

Η νίκη της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ σε αυτόν τον πόλεμο θα ενισχύσει τις πιθανότητες εφαρμογής του μέγιστου σχεδίου εκκαθάρισης της παλαιστινιακής υπόθεσης: επέκταση της προσάρτησης, εντατικοποίηση του εξιουδαϊσμού, εσωτερικός και εξωτερικός εκτοπισμός ώστε το κράτος κατοχής να διατηρήσει μεγάλη εβραϊκή πλειοψηφία, μετατροπή της παλαιστινιακής υπόθεσης σε καθαρά ανθρωπιστικό ζήτημα που αφορά τον πληθυσμό και όχι τα δικαιώματα ενός λαού στην αυτοδιάθεση, παράκαμψη των δικαιωμάτων των προσφύγων και ολοκλήρωση του εξιουδαϊσμού της Ιερουσαλήμ, ιδιαίτερα όσον αφορά το τέμενος Αλ-Άκσα.

Ωστόσο, μια αποφασιστική νίκη παραμένει αδύναμο σενάριο. Υπάρχει πιθανότητα να επιτευχθούν μόνο μερικά κέρδη «στα σημεία», με αποτέλεσμα να προκύψει ένας χαμένος απέναντι σε έναν άλλο χαμένο — με τον μεγαλύτερο χαμένο να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αν ο πόλεμος τελειώσει με την παραμονή του ιρανικού καθεστώτος, είτε με συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα είτε χωρίς αυτήν.

Βραχυπρόθεσμα, ο πόλεμος έχει περιθωριοποιήσει την παλαιστινιακή υπόθεση και έχει αποσπάσει την προσοχή από όσα συμβαίνουν στη Λωρίδα της Γάζας, στη Δυτική Όχθη και στο εσωτερικό. Οι ισραηλινές επιθέσεις και τα μέτρα έχουν αυξηθεί, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος του τεμένους Αλ-Άκσα κατά τον μήνα του Ραμαζανιού και του κλεισίματος του περάσματος της Ράφα, χωρίς σχεδόν καμία αραβική ή διεθνή αντίδραση.

Σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο υπάρχουν διάφορα σενάρια για την παλαιστινιακή υπόθεση. Ένα από αυτά είναι η οριστική επίλυση της σύγκρουσης μέσω εκτοπισμού, προσάρτησης και απαρτχάιντ — κάτι που θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε περίπτωση αποφασιστικής νίκης της επίθεσης και αναδιαμόρφωσης του κυβερνητικού συνασπισμού στο Ισραήλ, κάτι που θεωρείται απίθανο.

Ένα άλλο σενάριο είναι η επιστροφή στη «διαχείριση της σύγκρουσης», δηλαδή στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον «Κατακλυσμό Αλ-Άκσα».

Υπάρχει επίσης το σενάριο επιστροφής της παλαιστινιακής υπόθεσης στο επίκεντρο, το οποίο απαιτεί παλαιστινιακό, αραβικό, περιφερειακό και διεθνή φορέα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν υπάρξουν αλλαγές στην αμερικανική πολιτική και αν αναδυθούν αραβικά και περιφερειακά πλαίσια που θεωρούν ότι το Ισραήλ και η ξένη προστασία αποτελούν πηγή κινδύνου και αστάθειας, καθώς και διεθνείς συμμαχίες μεταξύ δυνάμεων που απορρίπτουν τη λογική της απόλυτης ισχύος και ηγεμονίας.

Τέλος, υπάρχει το σενάριο μετατροπής της σύγκρουσης σε αγώνα για αστικά και πολιτικά δικαιώματα μέσα σε έναν ενιαίο χώρο, αν οι Παλαιστίνιοι δεν οργανωθούν ενιαία για να αντιμετωπίσουν το αποικιακό, εποικιστικό και ρατσιστικό σχέδιο στη βάση ενός κοινού οράματος και προγράμματος.

Σε κάθε περίπτωση, η επίδραση αυτών των σεναρίων στην παλαιστινιακή υπόθεση θα καθοριστεί κυρίως από την ικανότητα των Παλαιστινίων -λαού, ηγεσίας, ελίτ και θεσμών- να αλλάξουν τις υφιστάμενες πολιτικές προσεγγίσεις και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής αντιπαράθεσης που θα υπερασπίζεται τα παλαιστινιακά δικαιώματα και συμφέροντα. Η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο του λαού και του πολίτη, καθώς η ηγεσία, οι οργανώσεις και οι περισσότερες ελίτ φαίνεται να ζουν σε έναν άλλο κόσμο.