της Βίκυς Κανατά

Η κυβέρνηση, μέσα στις σκιές της κοινωνικής κρίσης, της ακρίβειας και της καταστολής, προχωρά αθόρυβα αλλά αποφασιστικά σε μια νέα τροποποίηση του στρατολογικού πλαισίου που σηματοδοτεί μια βαθιά πολιτική τομή: την καθιέρωση της προαιρετικής στράτευσης των γυναικών, «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του ισραηλινού μοντέλου. Ένα μέτρο που ντύνεται με το ψευδεπίγραφο μανδύα της «ισότητας των φύλων», αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια επικίνδυνη αναβάθμιση του κρατικού μιλιταρισμού και μια προσπάθεια να εμπεδωθεί η λογική της εθνικής ομοψυχίας υπό τις σημαίες του ευρωνατοϊκού στρατηγήματος.
Η αστική τάξη, όταν μιλά για ισότητα, το κάνει πάντοτε ταξικά: θέλει οι εργάτριες να γίνουν «ίσες» με τους εργάτες μόνο στον βαθμό που θα είναι εξίσου εκμεταλλεύσιμες, εξίσου πειθαρχημένες και εξίσου χρήσιμες στους μηχανισμούς της καταστολής. Η προαιρετική στράτευση των γυναικών εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική: να μετατρέψει τις κοινωνικές σχέσεις σε μία απέραντη εθνική κινητοποίηση όπου η καθεμία και ο καθένας θα υπηρετούν την «πατρίδα» – δηλαδή το κράτος και τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Δεν πρόκειται για «δικαίωμα», αλλά για ιδεολογικό όπλο. Πρόκειται για μια προπαγανδιστική κίνηση που στοχεύει να νομιμοποιήσει τη στρατιωτικοποίηση της νεολαίας και των γυναικών, να εξοικειώσει την κοινωνία με τη στρατιωτική πειθαρχία, την ιεραρχία και τον αυταρχισμό. Επικαλούνται τη χειραφέτηση για να επιβάλουν υποταγή. Επικαλούνται την ισότητα για να δικαιολογήσουν νέες μορφές εκμετάλλευσης. Όπως έγραψε ο Τρότσκι στη δεκαετία του ’30, «η αστική δημοκρατία είναι ικανή να μεταμφιέζει τον ιμπεριαλισμό με τα πιο απατηλά συνθήματα ελευθερίας».
Η αναφορά στο ισραηλινό μοντέλο δεν είναι καθόλου τυχαία. Για δεκαετίες, το κράτος του Ισραήλ έχει οικοδομήσει μια κοινωνία-στρατόπεδο, όπου οι γυναίκες στρατεύονται υποχρεωτικά στο πλαίσιο ενός συστήματος εθνικιστικής ολοκλήρωσης που διαμορφώνει συνειδήσεις και καταργεί τις ταξικές ή κοινωνικές αντιθέσεις στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας». Η γυναίκα-στρατιώτης στο Ισραήλ δεν είναι παρά σύμβολο της πλήρους υποταγής της εργαζόμενης τάξης –αντρών και γυναικών– στον μιλιταριστικό μηχανισμό τού κράτους-αποικιοκράτη, που συντρίβει τον παλαιστινιακό λαό.
Η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί αυτό το πρότυπο με προθυμία, όχι από ζήλια για το ισότιμο «δικαίωμα» των γυναικών στην άσκηση βίας, αλλά γιατί επιδιώκει να εμπεδώσει στη νέα γενιά την ιδεολογία της άμυνας του έθνους απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Είναι το ίδιο δόγμα που βλέπουμε να αναπτύσσεται παντού στην Ευρώπη: η έννοια του πολίτη-στρατιώτη επιστρέφει ως απαίτηση του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού στις παρούσες συνθήκες κρίσης και παρακμής του συστήματος. Είναι μέρος των προετοιμασιών για μια ανυπολόγιστης κλίμακας μαζικής, παγκόσμιας πολεμικής καταστροφής – το ReArm Europe είναι μέρος αυτής της καταβύθισης σε έναν καταστροφικό Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μέσα στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, η άρχουσα τάξη δεν έχει πλέον θετικό όραμα να προσφέρει. Δεν μπορεί να υποσχεθεί ούτε κοινωνική δικαιοσύνη ούτε σταθερότητα ούτε ευημερία. Γι’ αυτό και στρέφεται στην πιο παλιά μέθοδο διατήρησης της εξουσίας της: τον εθνικισμό και την στρατιωτική πειθαρχία. Η νέα στρατολογική πολιτική δεν είναι ξεκομμένη από το υπόλοιπο αντιδραστικό παζλ: εθνικά αφήγηματα, πολεμοκαπηλεία, εξοπλισμοί δισεκατομμυρίων, ένταση στο Αιγαίο, στενότερη πρόσδεση στο ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ.
Η συμμετοχή γυναικών στον στρατό –με δήθεν προαιρετικό και εθελοντικό χαρακτήρα– είναι το εργαστήριο για να εμπεδωθεί αυτή η νέα «εθνική ενότητα». Στην πράξη, αποτελεί ένα ακόμα εργαλείο ιδεολογικής θωράκισης του αστικού κράτους, σε μια περίοδο που οι αντιφάσεις του συστήματος απειλούν να ξεγυμνώσουν την κοινωνική του νομιμοποίηση.

Η προαιρετική στράτευση είναι ο προθάλαμος της υποχρεωτικής. Η «εθελοντική» συμμετοχή είναι ο μηχανισμός δοκιμής ιδεολογικής αποδοχής: αν η κοινωνία δεν αντιδράσει, το επόμενο βήμα θα είναι η καθολική υποχρέωση, η δημιουργία ενός πλήρως έμφυλου, καθολικού στρατού. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια εργαζόμενους που σκέφτονται, αλλά πολίτες που εκτελούν εντολές, πολίτες-στρατιώτες έτοιμους να πολεμήσουν για τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τις αλλαγές στη στράτευση ως ζήτημα «άμυνας», στο φόντο των εντάσεων με την Τουρκία. Όμως ο κίνδυνος για τους λαούς τής Ελλάδας και της Τουρκίας δεν βρίσκεται ο ένας στον άλλον, αλλά στους ίδιους μηχανισμούς που τους χωρίζουν και τους οδηγούν να αιματοκυλούνται για τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων. Η προαιρετική στρατολόγηση των γυναικών δεν είναι μέτρο «ισότητας», αλλά βήμα εμβάθυνσης αυτής της πολιτικής εξάρτησης από το ΝΑΤΟ, τη Δύση και τις οικονομικές ελίτ.
Οι γυναίκες της εργατικής τάξης –είτε ως μητέρες, είτε ως φοιτήτριες, είτε ως εργάτριες– δεν χρειάζονται στρατιωτικά παράσημα για να αποδείξουν την αξία τους. Χρειάζονται δουλειά, παιδεία, φροντίδα, ισότητα, ελευθερία. Και καμιά από αυτές τις αξίες δεν ανθίζει στα στρατόπεδα, κάτω από τα σύμβολα της πειθαρχίας και της υποταγής.
Απέναντι στον αστικό μιλιταρισμό, το επαναστατικό εργατικό κίνημα έχει ιστορικά προτείνει έναν άλλο δρόμο: την εργατική πολιτοφυλακή, την αυτοοργάνωση των μαζών για την υπεράσπιση των κοινωνικών τους κατακτήσεων, όχι για την υπεράσπιση των τραπεζών και των πετρελαϊκών ομίλων. Ο στρατός του κράτους είναι πάντα όργανο ταξικής κυριαρχίας. Μόνο ένας δημοκρατικός, εργατικός, λαϊκός έλεγχος μπορεί να αποτρέψει τη μετατροπή του σε μηχανισμό καταστολής.
Ο τροτσκισμός υπενθυμίζει πως η απάντηση στον ταξικό πόλεμο του κεφαλαίου δεν είναι η αποδοχή του εθνικού χρώματος του όπλου, αλλά η οργάνωση της δικής μας δύναμης – της διεθνούς, ενωμένης εργατικής τάξης. Καμία γυναίκα και κανένας άνδρας δεν έχει θέση στον στρατό του κεφαλαίου, αλλά στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση
Το «δικαίωμα» στη στράτευση είναι στην ουσία το δικαίωμα να υπηρετείς τον δυνάστη σου. Η κυβέρνηση προσπαθεί να το ντύσει με φεμινιστικό περιτύλιγμα, μα η γυναικεία χειραφέτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στον ίδιο θεσμό που αποτελεί συμπύκνωση της ανδρικής, ιεραρχικής εξουσίας, που στηρίζεται στην πειθαρχία, στον σεξισμό, στην κακοποίηση της εξουσίας και στον θάνατο. Ο πραγματικός φεμινισμός είναι αντιμιλιταριστικός, διεθνιστικός και επαναστατικός.
Οι γυναίκες δεν έχουν κανέναν λόγο να ενταχθούν σ’ έναν μηχανισμό που τις αντιμετωπίζει ως σύμβολα πειθαρχίας. Αντίθετα, έχουν κάθε λόγο να σταθούν στην πρωτοπορία τού αντιμιλιταριστικού αγώνα: στα κινήματα ειρήνης, αλληλεγγύης, εργατικής απελευθέρωσης. Από την Παλαιστίνη ως το Κίεβο, από τα Βαλκάνια ως τη Γάζα, η πάλη των γυναικών ενάντια στον πόλεμο είναι η ίδια πάλη ενάντια στο σύστημα που γεννά πολέμους.
Η προαιρετική στράτευση των γυναικών δεν είναι απλώς ένα διοικητικό μέτρο. Είναι πολιτικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που βουλιάζει στη βαρβαρότητα. Η τροποποίηση του στρατολογικού νόμου πρέπει να καταγγελθεί από κάθε εργατικό σωματείο, κάθε φοιτητικό σύλλογο, κάθε οργάνωση γυναικών, κάθε συλλογικότητα που υπερασπίζεται την ελευθερία.
Είναι καθήκον της επαναστατικής αριστεράς να αποκαλύψει τον χαρακτήρα αυτής της πολιτικής – να μην επιτρέψει η λογική του «εθελοντισμού» να μετατραπεί σε εργαλείο προπαγάνδας. Ο μιλιταρισμός δεν είναι ζήτημα φύλου, είναι ζήτημα εξουσίας και η εξουσία αυτή πρέπει να τσακιστεί και η ισχύς να περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης.
Η απάντηση στις τροποποιήσεις της κυβέρνησης δεν είναι η αποδοχή της «ισότητας» στα στρατόπεδα, αλλά η πάλη για ισότητα στην ελευθερία, στη ζωή, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Η νέα γενιά δεν πρέπει να μετατραπεί σε καύσιμο για τον ιμπεριαλιστικό μηχανισμό. Αντί για στολές και όπλα, να πάρουμε πίσω το δικαίωμα να ορίζουμε το μέλλον μας – σε μια κοινωνία χωρίς στρατούς, χωρίς αφέντες, χωρίς εκμετάλλευση.
Ούτε εθελοντική ούτε υποχρεωτική στράτευση!
Κάτω ο μιλιταρισμός, ζήτω η εργατική διεθνής, ζήτω η επανάσταση των ελεύθερων ανθρώπων!
