Η στημένη τράπουλα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας στην Ελλάδα

της Μαργαρίτας Κουτσανέλλου

Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μπήκαν στο στόχαστρο του εργοδοτικού κεφαλαίου και των μνημονιακών κυβερνήσεων από την πρώτη στιγμή, όταν το 2010 τεθήκαμε επισήμως υπό διεθνή επιτροπεία.  Έκτοτε, με νομοθετήματα κάθε είδους από τις κυβερνήσεις που διαδέχονταν η μία την άλλη, άρχισε να χτίζεται ένα αποκρουστικό οικοδόμημα στο εργατικό δίκαιο, το οποίο επέδρασε σαν μία ατομική βόμβα στην οργάνωση της αγοράς εργασίας, οι πυλώνες της οποίας ήταν, εκτός βέβαια από το οκτάωρο, η εξαρτημένη σχέση εργασίας και τα συστήματα αμοιβών που συνδέονταν με το  χρόνο εργασίας και το πλήρες ωράριο και φυσικά οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Κοντά στις συλλογικές συμβάσεις, ως alter-ego τους, πρέπει κανείς να βλέπει τα εργατικά σωματεία, από τα οποία, όμως, έχει αφαιρεθεί σταδιακά η πρωταρχική τους δικαιοδοσία για διαπραγμάτευση και συμφωνία των μισθών, όπως επίσης έχει πληγεί ισχυρά το δικαίωμα κήρυξης απεργίας.

Παρά τους ευφημισμούς και τις θριαμβολογίες περί αναβίωσης των ΣΣΕ, με τον πρόσφατο νόμο 5278/2026, όπου είδαμε το σφιχτό εναγκαλισμό Κεραμέως, Παναγόπουλου, Θεοδωρόπουλου, στην περιβόητη Εθνική Κοινωνική Συμφωνία, η πραγματικότητα είναι ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας υφίστανται μόνο κατ’ όνομα. Εάν μεν μιλήσουμε για τον ιδιωτικό τομέα, οι ατομικές συμβάσεις με τη σύνδεση μισθού – παραγωγικότητας, οι ευέλικτες σχέσεις εργασίας, αλλά κυρίως εξαιτίας της ευθείας κρατικής παρέμβασης στον προσδιορισμό των κατώτατων μισθών, όπως επίσης και της μεγάλης εσκεμμένης δυσκολίας που αντιμετωπίζουν τα κλαδικά σωματεία, στο να «αποκτήσουν» συνομιλητή, αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για την επίτευξη συλλογικών συμφωνιών, το οποίο βέβαια είναι και ο στόχος!

Ανάλογη είναι και η κατάσταση στο δημόσιο τομέα. Όσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας εμφανίζονται, είναι κενές περιεχομένου στην πραγματικότητα. Οι μόνες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται και μόνο αφού πάρουν την έγκριση του ΓΛΚ, το οποίο πετσοκόβει τα πάντα χωρίς αιτιολόγηση, περιέχουν εκτός από κάποια άδεια, μόνο οικειοθελείς παροχές του εργοδότη σε είδος (μη μισθολογικές παροχές σε είδος περιγράφονται στις εγκυκλίους), το οποίο σημαίνει ότι η χορήγησή τους δεν είναι συμβατική υποχρέωση και ο εργοδότης-κράτος διατηρεί το δικαίωμα όποτε θέλει χωρίς εξηγήσεις, να σταματήσει να τις χορηγεί. Την ίδια στιγμή βέβαια, απαγορεύει ο νόμος οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, πολύ περισσότερο σύναψη συλλογικής συμφωνίας, με μισθολογικές ρυθμίσεις. Πρόκειται εν ολίγοις για μία στημένη τράπουλα, με την οποία καλούν τους εργαζόμενους να παίξουν ένα παιχνίδι, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσουν, όσο παίζεται με τους όρους αυτούς.

Αυτό που συχνά εκφράζεται ως γύρισμα της πλάτης των εργαζόμενων στα σωματεία, εκτός από τους γενεσιουργούς λόγους (ενδοτικότητα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, προδοσία του κυβερνητικού-εργοδοτικού συνδικαλισμού) οφείλεται το γεγονός ότι τα εργατικά σωματεία έχουν μέσα σε αυτά τα χρόνια χάσει μεγάλο μέρος της ισχύος τους, που είναι εν τέλει και η πεμπτουσία τους, δηλαδή τη δυνατότητά τους να συνάπτουν συλλογικές συμφωνίες με περιεχόμενο οικονομικό, μισθολογικό.

Αυτή η απαξίωση του συνδικαλιστικού θεσμού μπορεί να αλλάξει μόνο από τα κάτω και μόνο αφού εξουδετερωθούν οι δυνάμεις της αντίδρασης μέσα στο συνδικαλισμό, με τις αποφάσεις και τη δράση να περνούν στα χέρια των ίδιων των εργαζόμενων, με όρους ταξικής πάλης και όχι ταξικής συμφιλίωσης, όπως μας πλασάρει η ΓΣΕΕ και οι ακόλουθοί της.