Καπιταλισμός και Οικονομική Κρίση

Οδεύει η παγκόσμια οικονομία σε κραχ;

του Άρη Μαραβά

Βρισκόμαστε στο χείλος ενός νέου παγκόσμιου κραχ ή ζούμε ήδη μέσα σε μια μακρόσυρτη κρίση του καπιταλισμού, που από καιρό σε καιρό ξεσπά σε βίαιους κλυδωνισμούς; Πίσω από κλειστές πόρτες, κεντρικοί τραπεζίτες, αξιωματούχοι του ΔΝΤ και «στρατηγοί» των αγορών παραδέχονται αυτό που δημόσια σπανίως ομολογούν: έρχονται δύσκολες μέρες. Πίσω από τα ιστορικά υψηλά των χρηματιστηρίων και τα πανηγυρικά ρεπορτάζ για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις «ανθεκτικές αγορές» και την «ανάπτυξη», κρύβεται ένα διάτρητο σύστημα: χρηματοπιστωτικές φούσκες, αδιαφανής ιδιωτική πίστη, δημόσια χρέη που δεν «βγαίνουν», χρόνια αδυναμία για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις. Δεν έχουμε να κάνουμε με μερικές λαθεμένες αποφάσεις τεχνοκρατών αλλά με τις ίδιες τις θεμελιακές αντιφάσεις ενός συστήματος που έχει ωριμάσει και σαπίσει ταυτόχρονα. Σε αυτό το σκηνικό, οι κυβερνήσεις μετρούν ποσοστά ανάπτυξης, οι τράπεζες αποτιμήσεις, τα επενδυτικά κεφάλαια αποδόσεις χαρτοφυλακίων, ενώ οι εργαζόμενοι μετρούν υπερωρίες, απλήρωτους λογαριασμούς, ενοίκια που εκτινάσσονται, φόβο για το αν αύριο θα έχουν δουλειά. Η άβυσσος ανάμεσα στον πλούτο «στα χαρτιά» και στη φτώχεια της καθημερινότητας δεν είναι παρενέργεια αλλά η ίδια η ουσία τού ώριμου, χρηματιστικού καπιταλισμού: οι δείκτες πετούν, αλλά η ζωή των πολλών βαραίνει.

Στην επιφάνεια, ο καπιταλισμός μοιάζει πλουσιότερος από ποτέ. Σε μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η συνολική καθαρή περιουσία των νοικοκυριών μετριέται σε δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αντιστοιχούν σε πολλαπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες καταρρίπτουν ρεκόρ, κάθε άνοδος παρουσιάζεται ως «δημιουργία πλούτου» και στήνονται ολόκληρες αφηγήσεις γύρω από την ευημερία που δήθεν πλησιάζει. Όμως αυτός ο πλούτος είναι σε μεγάλο βαθμό πλασματικός: δεν είναι νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές κατοικίες, δίκτυα μεταφορών ή υποδομές καθαρής ενέργειας, αλλά αξιώσεις πάνω σε μελλοντικά κέρδη, συμπυκνωμένες σε μετοχές, ομόλογα και παράγωγα, ισορροπημένες επισφαλώς πάνω σε μια παραγωγική βάση που δεν αναπτύσσεται με τον ίδιο ρυθμό. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος συγκεντρώνεται ακραία: μια χούφτα κολοσσοί της τεχνολογίας κυριαρχούν στους δείκτες και στα κέρδη, διαμορφώνοντας προσδοκίες που θυμίζουν τις μεγάλες φούσκες του παρελθόντος. Αν έρθει μια μεγάλη «διόρθωση», οι απώλειες δεν θα είναι απλώς νούμερα που σβήνονται από οθόνες, αλλά συντάξεις που εξανεμίζονται, αποταμιεύσεις που χάνονται, δημόσιοι προϋπολογισμοί που στεγνώνουν, θέσεις εργασίας που εξαφανίζονται. Για τον δισεκατομμυριούχο, θα είναι μια «κακή χρονιά». Για εκατομμύρια εργαζόμενους και φτωχούς, θα σημαίνει παγωμένους μισθούς, απολύσεις, κατασχέσεις σπιτιών, νέα λιτότητα – άλλη μια πράξη στο ίδιο έργο όπου οι ζημιές κοινωνικοποιούνται και τα κέρδη μένουν ιδιωτικά.

Μετά το 2008, η πολιτική εξουσία διακήρυξε ότι «θωράκισε» τις τράπεζες: αυξήθηκαν τα κεφαλαιακά αποθέματα, ενισχύθηκαν οι εποπτείες, γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες κανονισμών. Όμως το κεφάλαιο έκανε αυτό που πάντα κάνει: γλίστρησε από τις χαραμάδες και βρήκε νέους δρόμους αναπαραγωγής, πιο σκοτεινούς, πιο αδιαφανείς, πιο επικίνδυνους. Έτσι, αναπτύχθηκε εκρηκτικά η ιδιωτική πίστη και ο ευρύτερος κόσμος του «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος: δάνεια που δεν περνούν από κλασικές τράπεζες αλλά από επενδυτικά κεφάλαια, διαχειριστές περιουσίας, ειδικούς δανειστές και πολύπλοκες νομικές κατασκευές που ο απλός άνθρωπος δεν θα δει ποτέ μπροστά του. Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ήδη πιεσμένες από την ακρίβεια και τον ανταγωνισμό, στρέφονται σε τέτοιους δανειστές και φορτώνονται χρέος με εξοντωτικά επιτόκια και όρους που τις δένουν χειροπόδαρα. Μεγάλες εταιρείες εξαγοράζονται από ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, φορτώνονται νέο χρέος για να πληρωθούν μερίσματα και αμοιβές «επενδυτών», και όταν ο κύκλος κλείσει, κλείνουν κι αυτές μαζί του, αφήνοντας πίσω τους εργοστάσια φαντάσματα και στρατιές ανέργων. Αυτός ο παράλληλος κόσμος είναι αδιαφανής – τα πραγματικά ρίσκα κρύβονται κάτω από στρώσεις νομικής τεχνικής –δύσκολα ρευστοποιήσιμος– δεν μπορείς να ξεφορτωθείς γρήγορα τα δάνεια χωρίς τεράστιες ζημιές – και ελαφρά ρυθμισμένος, χωρίς τα όρια που, έστω στα χαρτιά, ισχύουν για τις τράπεζες. Στην πράξη, βλέπουμε ένα νέο κύμα δανείων υψηλού ρίσκου, όχι μόνο σε νοικοκυριά αλλά και σε επιχειρήσεις, που φουσκώνει όσο «όλα πάνε καλά» και γίνεται θηλιά μόλις φυσήξει αντίθετος άνεμος. Κάθε φορά που ο κύκλος γυρίζει, οι ζημιές ταξιδεύουν προς τα κάτω: οι επενδυτές προσπαθούν να καλύψουν τις τρύπες τους, οι επιχειρήσεις κόβουν μισθούς και προσωπικό, τα κράτη καλούνται να «στηρίξουν την οικονομία» με νέα πακέτα – και στο τέλος τις συνέπειες τις πληρώνει η κοινωνία.

Την ίδια στιγμή, η έκρηξη γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως ένας νέος ναός πλασματικού κεφαλαίου. Η σημερινή άνοδος των χρηματιστηρίων είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη σε λίγες γιγάντιες εταιρείες τεχνολογίας που αυτοπαρουσιάζονται ως πρωταγωνιστές της νέας εποχής. Κατασκευαστές μικροεπεξεργαστών, πλατφόρμες λογισμικού αποτιμώνται όχι μόνο με βάση τα σημερινά τους κέρδη αλλά στη βάση μεγαλοϊδεατικών προβολών: ότι θα ελέγχουν τις ροές δεδομένων, τον χρόνο εργασίας, τις αγορές, ακόμα και τις δημόσιες υπηρεσίες. Μια μικρή ομάδα εταιρειών συγκεντρώνει δυσανάλογο βάρος στους δείκτες, θυμίζοντας –και ξεπερνώντας σε ορισμένες περιπτώσεις– τις υπερβολές της «φούσκας του διαδικτύου» στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Την ίδια στιγμή, όμως, ακόμα και οι εσωτερικές αξιολογήσεις πολλών εταιρειών παραδέχονται ότι μεγάλο μέρος των έργων Τεχνητής Νοημοσύνης είναι πειραματικό, αβέβαιο, ή απλώς γίνεται «για να μη μείνουμε πίσω». Δεν σημαίνει αυτό ότι η τεχνολογία είναι ψέμα, αλλά ότι αναπτύσσεται με αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος: μονοπωλιακά υπερκέρδη, μείωση του κόστους εργασίας, μετατροπή των μελλοντικών προσδοκιών σε σημερινές τιμές μετοχών. Πίσω από τα εντυπωσιακά βίντεο και τις θριαμβευτικές παρουσιάσεις, υπάρχουν εξουθενωμένοι προγραμματιστές που δουλεύουν εξοντωτικά ωράρια υπό τη μόνιμη απειλή της «αναδιοργάνωσης», εργάτες σε αποθήκες και κέντρα δεδομένων που ζουν σε συνθήκες άγριας εντατικοποίησης, δημόσιο χρήμα που μεταφέρεται μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών στις εταιρείες τεχνολογίας, ενώ σχολεία, νοσοκομεία και κοινωνικές δομές στεγνώνουν. Για τον διευθύνοντα σύμβουλο, η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι νέο πεδίο κερδοφορίας. Για τον εργαζόμενο, είναι ένας ακόμη μοχλός πίεσης. Για τον άνεργο, ένα ακόμη πρόσχημα: «φταίει η τεχνολογία», όχι το σύστημα που αξιοποιεί την τεχνολογία για να αυξήσει την εκμετάλλευση αντί να μειώσει τον χρόνο εργασίας.

Πάνω σε όλα αυτά, έρχεται και το φαινόμενο του κράτους–χρέους. Τα δημόσια χρέη στις μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες έχουν εκτοξευθεί σε ιστορικά υψηλά, που πριν λίγες δεκαετίες θα θεωρούνταν αδιανόητα. Δεν μιλάμε απλώς για αφηρημένους μεγάλους αριθμούς, αλλά για μια μόνιμη θηλιά γύρω από κάθε σχολείο, κάθε νοσοκομείο, κάθε κοινωνική παροχή. Τα κράτη χρησιμοποιήθηκαν ως τελευταίος σωτήρας του συστήματος – το 2008–2009 για να σωθούν οι τράπεζες και οι αγορές, το 2020 για να απορροφηθεί το σοκ της πανδημίας. Τα δημόσια ταμεία άνοιξαν σαν αλεξίπτωτο, αγόρασαν «τοξικά» ομόλογα, εγγυήθηκαν τράπεζες, στήριξαν επιχειρήσεις, στήριξαν τη ζήτηση – κυρίως για να μην καταρρεύσουν οι μηχανισμοί του κέρδους. Σήμερα, ο λογαριασμός αυτής της διάσωσης παρουσιάζεται σαν «δημοσιονομικό πρόβλημα» και μεταφράζεται σε μόνιμη λιτότητα: περικοπές σε υπηρεσίες υγείας και παιδείας, αύξηση ορίων συνταξιοδότησης, ιδιωτικοποιήσεις, βαρύτερους έμμεσους φόρους για τους πολλούς, την ώρα που το μεγάλο κεφάλαιο απολαμβάνει φοροαπαλλαγές και «κίνητρα». Το κράτος εμφανίζεται ως «υπερφορτωμένο», οι κοινωνίες κατηγορούνται ότι «έζησαν πάνω από τις δυνατότητές τους», ενώ αυτό που πραγματικά έχει φουσκώσει είναι ο λογαριασμός της διάσωσης των τραπεζών και των αγορών. Αν δούμε την κατάσταση με μαρξιστικά γυαλιά, αυτό που παρουσιάζεται σαν «αστοχία πολιτικής» είναι η κανονική λειτουργία ενός κράτους που δρα ως συλλογικός οργανωτής της αστικής τάξης στην εποχή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου: σε περιόδους κρίσης κοινωνικοποιεί τις ζημιές, σε περιόδους «ομαλότητας» ιδιωτικοποιεί το κόστος μέσω λιτότητας και επιθέσεων στα κοινωνικά δικαιώματα.

Όλα αυτά γεννούν εύλογα το ερώτημα: πάμε για θεαματικό κραχ ή για παρατεταμένη, πνιγηρή στασιμότητα; Η απάντηση είναι πως και τα δύο είναι πιθανά και μπορούν να συνδυαστούν: ένα βίαιο ξέσπασμα μπορεί να ανοίξει μια μακρά περίοδο ύφεσης, κι αυτή να γεννήσει νέες κρίσεις. Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για ένα μεγάλο κραχ υπάρχουν ήδη: υπερβολικές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις συγκεντρωμένες σε λίγες εταιρείες, ένα τεράστιο και σκοτεινό σύμπλεγμα ιδιωτικής πίστωσης, δημόσια χρέη που περιορίζουν τη δυνατότητα νέων διασώσεων, ασθενική παραγωγικότητα και στάσιμες πραγματικές επενδύσεις. Σε πιο βαθύ επίπεδο, κάτω από τα επεισόδια της χρηματοπιστωτικής αναταραχής, δουλεύει η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους: για να διατηρηθεί η κερδοφορία, το κεφάλαιο επιτίθεται στους μισθούς και στα δικαιώματα, μεταφέρει παραγωγή σε φθηνότερες αγορές εργασίας, επενδύει σε τεχνολογίες που μειώνουν το εργατικό κόστος και βυθίζεται όλο και περισσότερο στη σφαίρα της κερδοσκοπίας. Αυτές οι κινήσεις μπορούν να αναβάλουν την κρίση, να τη μεταθέσουν σε άλλους τόπους και χρόνους, αλλά δεν μπορούν να την ακυρώσουν. Αργά ή γρήγορα, το σύστημα «ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του» με τον δικό του βάρβαρο τρόπο: απαξιώνοντας κεφάλαιο και διαγράφοντας πλασματικές αξίες, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος.

Για τον μέσο άνθρωπο, όμως, η κρίση δεν εμφανίζεται πάντα με κραυγαλέους τίτλους τύπου «Κραχ», αλλά σαν μια διαρκής κούραση: μόνιμη ανασφάλεια, λογαριασμοί που δεν βγαίνουν, μια αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά» όσο κι αν οι κυβερνήσεις και τα δελτία ειδήσεων μιλούν για «ανάπτυξη» και «ευκαιρίες». Αν κοιτάξουμε τις ζωές της Μαρίας, του Τζαμάλ, της Λι, της Έλενας – της νοσηλεύτριας σε ένα υποστελεχωμένο νοσοκομείο, του εργάτη σε εργοστάσιο που πουλήθηκε σε fund, της προγραμματίστριας που ζει κρεμασμένη από την πορεία μιας μετοχής, της δασκάλας που αγωνιά για τη σύνταξή της – βλέπουμε ότι η κρίση δεν είναι μελλοντική απειλή, αλλά παρόν καθεστώς. Οι δικές τους ζωές συμπιέζονται για να κρατηθεί «ζωντανό» ένα σύστημα που πολλαπλασιάζει τους τίτλους πλούτου στην κορυφή και τις μορφές φτώχειας στη βάση.

Μπροστά σε αυτό το τοπίο, το πρόβλημα δεν είναι η μια ή η άλλη «κακή πολιτική», αλλά το ίδιο το καθεστώς του κέρδους. Όσο η παραγωγή και η πίστωση οργανώνονται για ιδιωτικό κέρδος και ανταγωνισμό, η κρίση δεν είναι ατύχημα αλλά τρόπος λειτουργίας: κάθε τόσο το σύστημα «εξυγιαίνεται» καταστρέφοντας δυνάμεις εργασίας, ζωές, κοινωνικά αγαθά, για να ξαναβρεί προσωρινά την κερδοφορία του. Μια πραγματική διέξοδος δεν μπορεί να περιοριστεί σε ρυθμιστικές διορθώσεις και αλλαγές διαχειριστών. Προϋποθέτει αλλαγή στα χέρια της εξουσίας: από το κεφάλαιο στην εργατική τάξη, από την τυφλή εξουσία των αγορών σε συνειδητή, δημοκρατική, σοσιαλιστική οργάνωση της οικονομίας. Αυτό σημαίνει εργατικό έλεγχο στους χώρους δουλειάς και στα βασικά χρηματοπιστωτικά κέντρα, άνοιγμα των βιβλίων των επιχειρήσεων, ενοποίηση των μεγάλων τραπεζών σε ένα δημόσιο τραπεζικό σύστημα υπό δημοκρατικό εργατικό έλεγχο, μέτρα όπως η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση μισθών και η αυτόματη τιμαριθμική προστασία των αμοιβών, ρήξη με τη δικτατορία των αγορών ομολόγων και των προγραμμάτων λιτότητας.

Το κεφάλαιο, όμως, είναι παγκόσμιο, και παγκόσμια είναι και η κρίση του. Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι εθνική αναδίπλωση μέσα στα ίδια καπιταλιστικά πλαίσια. Χρειάζεται η συγκρότηση ενός διεθνιστικού, επαναστατικού εργατικού κινήματος, που θα αντλεί από τις καλύτερες παραδόσεις του μαρξισμού και των μεγάλων επαναστατικών εμπειριών, θα ριζώνει σε χώρους δουλειάς, γειτονιές, σχολεία, σχολές, και θα ενώνει τους αγώνες –για μισθούς, για στέγη, για δημόσια υγεία, για ειρήνη, για δικαιώματα– γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα ανατροπής.

Τέλος, αλλά όχι έσχατο, μια σημαντική όψη της κρίσης που συχνά παραβλέπεται είναι και το ζήτημα του πολέμου. Η διολίσθηση του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού προς τον παγκόσμιο πόλεμο –σ’ έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο– δεν είναι «παρέκκλιση» από την κανονικότητα, αλλά η «εξωτερίκευση» όλων των άλυτων εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η στροφή της Γερμανίας, της Γαλλίας, συνολικά της Ευρώπης και των ΗΠΑ προς την πολεμική βιομηχανία δεν είναι απλώς μια «αμυντική προσαρμογή», αλλά ένας τρόπος να απαλύνουν πρόσκαιρα την κρίση κερδοφορίας – και ταυτόχρονα ένας επιταχυντής προς τον Γ΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αν κανείς ξεφύγει για λίγο από τα καθημερινά δελτία ειδήσεων και κοιτάξει τα στοιχεία, η εικόνα είναι αποκαλυπτική: οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν το 2024 τα 2,7 τρις δολάρια, περίπου το 2,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ύστερα από δέκα συνεχόμενα χρόνια ανόδου και συνολική αύξηση 37% σε σχέση με το 2015 – η μεγαλύτερη ετήσια άνοδος από τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, σε μια εποχή που «δεν υπάρχουν λεφτά» για συντάξεις, υγεία, παιδεία. Πίσω από τις λέξεις «αμυντικοί προϋπολογισμοί» κρύβονται κλειστά σχολεία, ελλείψεις σε νοσοκομεία, προγράμματα στέγασης που κόβονται, ενώ οι κοινωνίες καλούνται να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι στο όνομα της «ασφάλειας».

Στο εσωτερικό αυτού του παγκόσμιου άλματος, η Δύση –το μπλοκ ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ– παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Μετά τα τελευταία γεγονότα στην Ουκρανία, οι χώρες του ΝΑΤΟ επιτάχυναν μια κούρσα εξοπλισμών χωρίς ιστορικό προηγούμενο για τη μεταψυχροπολεμική εποχή: το 2024, κατά μέσο όρο, διέθεταν ήδη πάνω από 2,6% του ΑΕΠ τους στην άμυνα, ενώ από το 2025 και μετά έχουν δεσμευτεί για «ελάχιστο» όριο το 2% του ΑΕΠ, με τη δημόσια συζήτηση να μετατοπίζεται στο 3,5% και ακόμα παραπέρα. Πίσω από αυτά τα ποσοστά κρύβονται εκατοντάδες δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος κάθε χρόνο, που εκτρέπονται από κοινωνικές ανάγκες προς τα ταμεία της πολεμικής βιομηχανίας: εκεί όπου για έναν εργαζόμενο σημαίνει περικοπές μισθών ή νέους φόρους, για έναν μεγαλομέτοχο σημαίνει νέα συμβόλαια, μερίσματα και «συμβάσεις στρατηγικής σημασίας». Την ίδια ώρα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλά ανοιχτά για στροφή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε «λειτουργία οικονομίας πολέμου», με κίνητρα για κοινές αγορές όπλων, επιδοτήσεις σε «αμυντικές» εταιρείες και απίστευτες διακηρύξεις για «ετοιμότητα ως το 2030» – δηλαδή για μια Ευρώπη απολύτως επανεξοπλισμένη μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Για τον κάτοικο μιας ευρωπαϊκής πόλης, αυτό μεταφράζεται σε ένα πολύ απλό: δεν θα πάνε τα χρήματα σε τρένα, νοσοκομεία και σχολεία αλλά σε άρματα μάχης, αεροπλάνα, πολεμικά πλοία, πυραύλους και drones.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί σαν εργαστήριο αυτής της στροφής. Από το 2022 μέχρι σήμερα, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν δεσμεύσει πάνω από 250–280 δισ. δολάρια σε στρατιωτική, οικονομική και «ανθρωπιστική» βοήθεια προς την Ουκρανία. Οι ΗΠΑ, με διαδοχικά πακέτα που φτάνουν συνολικά τα 170–180 δισ. δολάρια, έχουν διαθέσει περίπου 65–70 δισ. αποκλειστικά για στρατιωτική βοήθεια, ενώ η ΕΕ και τα κράτη–μέλη της έχουν κινηθεί σε αντίστοιχα επίπεδα μέσα από συνδυασμό επιχορηγήσεων και δανείων. Για έναν Ουκρανό εργάτη αυτό σημαίνει χρόνια πολέμου, προσφυγιά, κατεστραμμένα σπίτια, νεκρούς και σακατεμένους ανθρώπους. Για έναν Αμερικανό ή Ευρωπαίο φορολογούμενο σημαίνει ότι τεράστια ποσά βγαίνουν από τις τσέπες του για να χρηματοδοτήσουν πολεμικές επιχειρήσεις. Για τις Lockheed Martin, Northrop Grumman, Rheinmetall, Thales, Dassault και τους υπόλοιπους κολοσσούς της πολεμικής βιομηχανίας σημαίνει γεμάτα βιβλία παραγγελιών για χρόνια. Στο όνομα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας», η κρατική ζήτηση για όπλα μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό απορρόφησης λιμναζόντων κεφαλαίων, εξασφάλισης κερδών και επιτάχυνσης μιας γενικευμένης εξοπλιστικής κούρσας, που κάνει την Ουκρανία πεδίο δοκιμών νέων οπλικών συστημάτων και τον ουκρανικό λαό αναλώσιμο κομμάτι της «λύσης» στην κρίση κερδοφορίας.

Την ίδια στιγμή, στη Μέση Ανατολή, η γενοκτονική επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα και η συνολικότερη ανάφλεξη της περιοχής συνοδεύονται από έναν πραγματικό πυρετό στρατιωτικών δαπανών. Οι στρατιωτικές δαπάνες στη Μέση Ανατολή έφτασαν τα 243 δισ. δολάρια το 2024, αυξημένες κατά περίπου 15% μέσα σε έναν χρόνο, με τη Σαουδική Αραβία να παραμένει έβδομη με τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο. Το Ισραήλ, πέρα από τις δικές του δαπάνες και τις εγχώριες εξαγωγές οπλικών συστημάτων, στηρίζεται σε μια άνευ προηγουμένου ροή αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας: μόνο από τον Οκτώβρη του 2023 μέχρι το φθινόπωρο του 2024, οι ΗΠΑ δαπάνησαν τουλάχιστον 17,9 δισ. δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια, ενώ συνολικά, από την αρχή του πολέμου στη Γάζα έως το 2025, υπολογίζεται ότι έχουν δοθεί πάνω από 20–21 δισ. δολάρια, πέρα από το ετήσιο «σταθερό» πακέτο των 3,8 δισ. δολαρίων που προβλέπεται από δεκαετή συμφωνία. Αυτά τα νούμερα δεν είναι αφηρημένη στατιστική: μεταφράζονται σε δεκάδες χιλιάδες βόμβες, πυραύλους, βλήματα πυροβολικού και τεχνολογίες επιτήρησης – στην υλική βάση για τη μαζική καταστροφή της Γάζας, για την κατοχή, για τις μόνιμες απειλές κλιμάκωσης απέναντι σε όλη την περιοχή. Όπως και στην Ουκρανία, η «γεωπολιτική» διαπλέκεται στενά με το κέρδος: η πολεμική μηχανή του Ισραήλ λειτουργεί ως κόμβος για εξαγωγές όπλων, ανάπτυξη νέων τεχνολογιών καταστολής και πολέμου, προβολή ισχύος που ανοίγει νέες αγορές στην Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική – και νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο καπιταλισμός, στην ιμπεριαλιστική του φάση, «λύνει» τις εσωτερικές του αντιφάσεις εξάγοντάς τες προς τα έξω, με τη μορφή πολέμου και προετοιμασίας για πόλεμο. Η στροφή σε πολεμική οικονομία απορροφά μέρος των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων, εξασφαλίζει κρατικές παραγγελίες για τις μεγάλες βιομηχανίες, ενσωματώνει την έρευνα και την τεχνολογία σε στρατιωτικά προγράμματα, επιτρέπει την καταστροφή υλικού κεφαλαίου –υποδομών, εργοστασίων, πόλεων– και την ανασυγκρότησή του σε «νέα βάση», με πιο φθηνή εργασία και τσακισμένα δικαιώματα. Ταυτόχρονα όμως βαθαίνει την κρίση: διογκώνει τα δημόσια χρέη, οξύνει τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ευρώπη, περιφερειακά μπλοκ στη Μέση Ανατολή και την Ασία), πολλαπλασιάζει τα σημεία ανάφλεξης όπου μια «τοπική» σύρραξη μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένη. Ο πόλεμος δεν είναι πια εξωτερική «παρένθεση» σε μια κατά τα άλλα ειρηνική καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα επιχειρεί να διαχειριστεί την ίδια του την κρίση – πληρώνοντας το τίμημα σε αίμα, προσφυγιά, ερείπια.

Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, η πολεμική οικονομία σημαίνει διπλή επίθεση. Από τη μια, οι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν, μέσω φόρων, ακρίβειας και λιτότητας, τις κούρσες εξοπλισμών: ο νοσηλευτής που δουλεύει διπλοβάρδιες, η δασκάλα που βλέπει το σχολείο της να υποβαθμίζεται, ο άνεργος που δεν βρίσκει δουλειά, όλοι τους συμμετέχουν –χωρίς να ερωτηθούν– στη χρηματοδότηση των στρατιωτικών προγραμμάτων. Από την άλλη, καλούνται να χύσουν και το αίμα τους στα πεδία των μαχών, στο όνομα των συμφερόντων «της πατρίδας», που ταυτίζονται με τα συμφέροντα των δικών τους αστικών τάξεων. Η φαινομενική αντίθεση ανάμεσα στον «ειρηνικό» καπιταλισμό της ανεργίας, της ακρίβειας και της λιτότητας και στον «πολεμικό» καπιταλισμό των βομβαρδισμών και των μαζικών σφαγών είναι απατηλή: πρόκειται για δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε έναν ιστορικά εξαντλημένο τρόπο παραγωγής. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την κρίση του συστήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στην κατάρρευση των χρηματιστηρίων ή στα δημόσια χρέη. Πρέπει να συμπεριλάβει κεντρικά την πορεία προς έναν νέο γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο – και μαζί της, την ανάγκη για μια διεθνιστική, επαναστατική απάντηση που θα ενώνει τον αγώνα ενάντια στην ακρίβεια και τη λιτότητα με τον αγώνα ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στους εξοπλισμούς, ενάντια στο ίδιο το σύστημα που τους γεννά.

Έτσι, το ερώτημα «θα γίνει κραχ;» δεν μπορεί να απαντηθεί απλώς με μια ημερομηνία ή ένα σενάριο. Σε έναν βαθύτερο, ιστορικό χρόνο, ζούμε ήδη μέσα σε μια διαρκή κρίση του συστήματος. Το πραγματικό, πολιτικό ερώτημα είναι άλλο: σε ποια κατάσταση θα βρει την τάξη μας η επόμενη μεγάλη στροφή; Αν μας βρει διαλυμένους, φοβισμένους και ανοργάνωτους, το σενάριο είναι γραμμένο: άλλη μια κρίση θα γίνει αφορμή για ακόμα μεγαλύτερη επίθεση. Αν, όμως, μας βρει οργανωμένους, διεθνιστικά δεμένους, με σωματεία μάχης, επιτροπές βάσης, επαναστατικό κόμμα και καθαρό πρόγραμμα, τότε η κρίση μπορεί να μετατραπεί από απειλή σε ευκαιρία. Όχι ευκαιρία για το κεφάλαιο να ανανεώσει τα κέρδη του, αλλά ευκαιρία για την εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της τον πλούτο που η ίδια παράγει και να αρχίσει το χτίσιμο μιας κοινωνίας όπου το μέτρο δεν θα είναι η απόδοση του κεφαλαίου, αλλά ο βαθμός στον οποίο ικανοποιούνται οι ανθρώπινες ανάγκες και διευρύνονται οι πραγματικές ελευθερίες.