Η Δημοκρατία με Στολή και Ασπίδα
Η ταξική λογική της αστυνομικής βίας
του Άρη Μαραβά
Στο Λος Άντζελες, ο καπνός από τις χειροβομβίδες κρότου-λάμψης δεν έχει ακόμη διαλυθεί, αλλά το μήνυμα έχει με σαφήνεια δοθεί: το καθεστώς Τραμπ έχει κηρύξει πόλεμο -κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά- εναντίον του εργαζόμενου πληθυσμού της Καλιφόρνιας. Η ανάπτυξη 2.000 μελών της Εθνοφρουράς υπό ομοσπονδιακή διοίκηση, η απειλή επέμβασης ενεργού στρατού, οι σφαίρες από καουτσούκ εναντίον δημοσιογράφων και οι συλλήψεις συνδικαλιστών και νομικών υπεράσπισης μεταναστών δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια. Συνιστούν την ενορχηστρωμένη εφαρμογή ενός συστήματος σε κρίση, που αντιδρά βίαια απέναντι σε εκείνους που αρνούνται να σιωπήσουν μπροστά στην παρακμή του.

Οι διαδηλώσεις κατά της ICE [Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ] που ξέσπασαν στις αρχές Ιουνίου 2025 δεν προέκυψαν από το κενό. Γεννήθηκαν από την απελπισία και την αντίσταση. Από την απελπισία μεταναστευτικών κοινοτήτων που βρίσκονται ξανά στο στόχαστρο στρατιωτικοποιημένων ομοσπονδιακών επιδρομών σε χώρους εργασίας και καταστήματα. Και από την αντίσταση εργαζομένων, νέων και συνδικαλιστών που κατέκλυσαν τους δρόμους για να σταματήσουν όχι μόνο τις ίδιες τις επιδρομές, αλλά ολόκληρο το σύστημα της ταξικά οργανωμένης καταστολής και της θεσμικής βαρβαρότητας που τις συνοδεύει.
Η απόφαση του Τραμπ να θέσει υπό ομοσπονδιακό έλεγχο την Εθνοφρουρά της Καλιφόρνιας, παρακάμπτοντας τις τοπικές αρχές, δεν είναι απλώς μια αυθαίρετη πράξη εξουσίας· είναι μια συνειδητή κίνηση ταξικού πολέμου. Ο κρατικός μηχανισμός στρατολογείται προκειμένου να επιβάλει τάξη με βάση τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οι μετανάστες που στελεχώνουν τις αποθήκες, τις οικοδομές, τα καταστήματα και τις αγροτικές καλλιέργειες δεν αντιμετωπίζονται ως εργαζόμενοι, αλλά ως απειλές για την «ασφάλεια». Η παρουσία τους χαρακτηρίζεται «εξέγερση». Η διαμαρτυρία τους, «ανταρσία». Η φωνή τους, «κίνδυνος».
Πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια: αυτό που παρακολουθούμε είναι η επιβολή ενός αυταρχικού, εθνικιστικού καπιταλισμού. Είναι κρατική τρομοκρατία προς όφελος του κεφαλαίου.
Το απόγευμα της 8ης Ιουνίου 2025, κατά την τρίτη συνεχόμενη ημέρα μαζικών διαδηλώσεων στο κέντρο του Λος Άντζελες ενάντια στις ομοσπονδιακές μεταναστευτικές επιδρομές, η Αυστραλή δημοσιογράφος Λόρεν Τομάσι του τηλεοπτικού δικτύου 9News τραυματίστηκε από σφαίρα καουτσούκ που εκτοξεύτηκε από την αστυνομία. Μετέδιδε ζωντανά, κρατώντας το μικρόφωνο, όταν επλήγη από μικρή απόσταση – δευτερόλεπτα αφότου είχε δηλώσει on air πως «η αστυνομία πυροβολεί με σφαίρες καουτσούκ τους διαδηλωτές». Το περιστατικό καταγράφηκε σε βίντεο, αναμεταδόθηκε παγκοσμίως και καταγγέλθηκε από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όμως: δεν ήταν ατύχημα. Ήταν το προβλεπόμενο αποτέλεσμα ενός συστήματος όπου η καταστολή είναι δομική και αναγκαία.
Το γεγονός αυτό, τόσο κυριολεκτικό όσο και συμβολικό, προσφέρει ένα αναγκαίο πρίσμα για την κατανόηση του κατασταλτικού μηχανισμού του αμερικανικού καπιταλιστικού κράτους. Δεν πρόκειται για «υπέρβαση εξουσίας», αλλά για την ενσάρκωση της ίδιας της ταξικής εξουσίας: ενός καθεστώτος στρατιωτικοποιημένης αστυνόμευσης που δεν υπάρχει για να «προστατεύει και να υπηρετεί», αλλά για να καταστέλλει και να πειθαρχεί.
Η ταξική φύση της καταστολής: Ο καπιταλισμός σε θωράκιση
Σε κάθε κοινωνία διαχωρισμένη σε τάξεις, η αστυνομία δεν είναι ουδέτερη. Η μαρξιστική θεωρία είναι ξεκάθαρη: το κράτος -και μαζί του η αστυνομία- είναι ο οργανωμένος καταναγκασμός της κυρίαρχης τάξης επί των εκμεταλλευομένων. Στον καπιταλισμό, η αστική τάξη -δηλαδή όσοι ελέγχουν τα μέσα παραγωγής- εξαρτάται από έναν μόνιμο κατασταλτικό μηχανισμό για να διατηρεί την εξουσία της επί της εργατικής τάξης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Από τα τεθωρακισμένα οχήματα και τα drones επιτήρησης, μέχρι τα τάγματα κρούσης και την καταγραφή προφίλ μέσω τεχνητής νοημοσύνης, η αστυνομία έχει εξελιχθεί σε εσωτερικό στρατό κατοχής. Η κύρια αποστολή της δεν είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος, αλλά η καταστολή της κοινωνικής αντίστασης. Προστατεύει την ιδιοκτησία, όχι τους ανθρώπους. Διαφυλάσσει την ανισότητα, όχι τη δικαιοσύνη.
Η αστυνομία του Λος Άντζελες είναι χαρακτηριστική. Από την εξέγερση του Γουότς μέχρι τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ, από την καταστολή των κινητοποιήσεων του 2020 μέχρι τις σημερινές επιδρομές κατά μεταναστών και διαδηλωτών, η αστυνομία λειτουργεί ως η σιδερένια γροθιά ενός καθεστώτος δομημένου πάνω στον ρατσισμό, την ανισότητα και τον φόβο.
Μεταναστευτικές επιδρομές και το θέαμα της κρατικής τρομοκρατίας

Οι διαδηλώσεις που κάλυπτε η Τομάσι ξεπήδησαν ως αντίδραση στις μαζικές μεταναστευτικές επιδρομές που διέταξε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ – επιχειρήσεις που στοχοποιούν τους πιο ευάλωτους εργάτες, διαλύουν οικογένειες και σπέρνουν τον τρόμο σε κοινότητες που ήδη ζουν στο περιθώριο.
Οι περισσότεροι στοχοποιημένοι είναι λατίνοι και ασιάτες εργάτες -αγρεργάτες, καθαριστές, διανομείς, εργάτες οικοδομής- που απασχολούνται στους πιο σκληρούς και ανασφαλείς τομείς της οικονομίας. Αντί το κράτος να προστατεύει αυτούς τους ανθρώπους, εξαπολύει εναντίον τους παραστρατιωτικές επιδρομές, με τη συνεργασία της ICE και της τοπικής αστυνομίας, νομιμοποιώντας τη βία με τη σφραγίδα τού νόμου.
Αυτή η πρακτική δεν είναι απόκλιση· είναι η ουσία της πολιτικής του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για «υπέρβαση αρμοδιοτήτων», αλλά για το ίδιο το δίκαιο του καπιταλισμού σε εφαρμογή. Οι επιδρομές, όπως και η καταστολή των διαδηλώσεων, αποσκοπούν στη διάσπαση της εργατικής τάξης, στην υπονόμευση της ταξικής αλληλεγγύης και στη γενίκευση ενός καθεστώτος φόβου και υποταγής.
Η ελευθερία του Τύπου υπό τον καπιταλισμό: όταν η αλήθεια απειλεί
Το ότι η αστυνομία πυροβόλησε δημοσιογράφο με διακριτή ταυτότητα και διεθνή παρουσία δεν είναι σύμπτωμα αδυναμίας, αλλά στοιχείο τακτικής. Σε περιόδους κρίσης, όταν το κρατικό κύρος αμφισβητείται μαζικά στον δρόμο, ο καπιταλισμός αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο: δημοκρατία για τους πλούσιους, καταστολή για όλους τους άλλους.

Η πολυδιαφημισμένη «ελευθερία του Τύπου» στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι πάντοτε υπό αίρεση. Υπάρχει στο μέτρο που οι δημοσιογράφοι λειτουργούν εντός του κυρίαρχου ιδεολογικού πλαισίου – καταδικάζοντας τη «βία των διαδηλωτών», εξανθρωπίζοντας τους αστυνομικούς, επικαλούμενοι «νόμο και τάξη». Όταν όμως οι ρεπόρτερ κάνουν τη δουλειά τους -όταν δείχνουν τα δακρυγόνα, τα γκλομπ, τις σφαίρες, την καταστολή- παύουν να θεωρούνται «ουδέτεροι παρατηρητές» και αντιμετωπίζονται ως εχθροί.
Ο τραυματισμός της Τομάσι αποτελεί έναν ακόμα κρίκο στη μακριά αλυσίδα της φίμωσης: συλλήψεις δημοσιογράφων στις διαδηλώσεις του Black Lives Matter, ξυλοδαρμοί εικονοληπτών, παρακολούθηση ανεξάρτητων μέσων. Και φυσικά, η δίκη του Τζούλιαν Ασάνζ, που στέλνει σαφές μήνυμα: η αλήθεια είναι επικίνδυνη. Και το κράτος δεν θα διστάσει να εξοντώσει όσους τη φανερώνουν.
Ποιοι είναι οι πραγματικοί ταραχοποιοί;
Σε κάθε ιστορική κρίση της κυρίαρχης τάξης, ο χαρακτήρας του κράτους απογυμνώνεται. Υπό το πρόσχημα της «αποκατάστασης της τάξης», αποκαλύπτεται ο βαθύτερός του ρόλος: η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας, η διαιώνιση της κοινωνικής ιεραρχίας, η φίμωση της αντίστασης. Οι ταραχές δεν βρίσκονται στους δρόμους του Παράμαουντ ούτε στις συγκεντρώσεις έξω από τα καταστήματα. Η πραγματική ταραχή εκπορεύεται από τον Λευκό Οίκο, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και τα διοικητικά κέντρα των πολυεθνικών εταιρειών που επωφελούνται από τη βιομηχανία κράτησης μεταναστών.
Η καταστολή δεν στοχεύει μόνο τους “παράτυπους” μετανάστες. Αφορά το σύνολο της εργατικής τάξης. Είναι προειδοποίηση προς κάθε εργάτη, εκπαιδευτικό, υγειονομικό, συνδικαλιστή, που τολμά να σηκώσει κεφάλι. Η βίαιη σύλληψη του προέδρου της SEIU Νταβίντ Ουέρτα, ο οποίος απλώς παρατηρούσε ειρηνικά μια επιδρομή, αποδεικνύει πως ακόμη και η παρατήρηση της κρατικής βίας αντιμετωπίζεται ως έγκλημα. Το μήνυμα είναι σαφές: η αλληλεγγύη διώκεται.
Η χρήση δυνάμεων της Εθνοφρουράς, παραστρατιωτικών ομοσπονδιακών μονάδων και χημικών όπλων εναντίον άοπλων διαδηλωτών αποτελεί την εγχώρια μορφή του ίδιου ιμπεριαλισμού που οι ΗΠΑ εξάγουν στο εξωτερικό. Οι τεχνικές που εφαρμόστηκαν στη Βαγδάτη, στη Γάζα και στην Καμπούλ χρησιμοποιούνται τώρα στο Λος Άντζελες – εναντίον εργατών ρούχων, μεταναστών, εργαζομένων χωρίς χαρτιά και μαθητών.
Οι μετανάστες εργάτες: από την αορατότητα στη δύναμη
Οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα προς καταστολή. Είναι η σπονδυλική στήλη της οικονομίας. Εργάζονται σε συνθήκες ακραίας επισφάλειας, χωρίς νομική προστασία, χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Κι όμως, η εργασία τους είναι εκείνη που κρατά όρθια τη βιομηχανία, την εστίαση, τη γεωργία, την εφοδιαστική αλυσίδα. Το κράτος δεν τους «αγνοεί» – τους εκμεταλλεύεται συστηματικά και οργανώνει τον αποκλεισμό τους από τη δημόσια σφαίρα.
Ο Τραμπ και οι ομοϊδεάτες του φοβούνται την πολιτική δυναμική του μεταναστευτικού εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό καταστέλλουν βίαια τους συνδικαλιστές, γι’ αυτό διώκουν δικηγόρους υπεράσπισης, γι’ αυτό ποινικοποιούν τη διαμαρτυρία. Βλέπουν σε αυτές τις συμμαχίες τη δυνατότητα ανατροπής του συστήματος.
Η τάξη των εργαζομένων οφείλει να σταθεί δίπλα στους μετανάστες όχι ως φιλάνθρωπη πράξη, αλλά ως ταξικό καθήκον. Ο αγώνας ενάντια στις απελάσεις είναι ταυτόχρονα αγώνας για συλλογικές συμβάσεις, για δημόσια υγεία, για αξιοπρεπή κατοικία. Είναι ο ίδιος αγώνας: για την υπεράσπιση της ζωής απέναντι στην κυριαρχία του κεφαλαίου.
Ο τραμπισμός ως λογική του αυταρχικού καπιταλισμού
Το καθεστώς Τραμπ δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το ακραίο αλλά συνεπές προϊόν του αμερικανικού καπιταλισμού σε κρίση: εθνικιστικό, στρατοκρατικό, εχθρικό προς τις δημοκρατικές ελευθερίες. Το δόγμα του «νόμου και τάξης» είναι κάλυμμα για τη στρατηγική του χάους. Προκαλεί κρίση ώστε να τη διαχειριστεί με καταστολή, κανονικοποιώντας τη μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης και διευρύνοντας τις εξουσίες τού προεδρικού θεσμού.
Η πολιτική του στόχευση είναι ταξική και φυλετική: δημιουργεί τεχνητούς εσωτερικούς εχθρούς, κατασκευάζει μια «εθνική απειλή» και κινητοποιεί το κράτος σε ρόλο τιμωρού. Όταν ο υπουργός Άμυνας απειλεί με χρήση πεζοναυτών σε αμερικανικό έδαφος, πρόκειται για την πολιτική ωρίμανση ενός καθεστώτος που βλέπει τον ίδιο του τον πληθυσμό ως εχθρό και την κοινωνία ως δυνητικό εμπόδιο στην αναπαραγωγή της εξουσίας.
Η αστυνομική καταστολή δεν είναι ατύχημα – είναι η τάξη τους
Το να μιλάμε για «μεταρρύθμιση» της αστυνομίας είναι ψευδαίσθηση. Το πρόβλημα δεν είναι η υπερβολική βία, αλλά η ίδια η φύση και λειτουργία της βίας στον καπιταλισμό. Η αστυνομία δεν λειτουργεί εσφαλμένα – εκτελεί ακριβώς τον ρόλο για τον οποίο εκπαιδεύεται, χρηματοδοτείται και ιδεολογικά συγκροτείται.
Καμία κάμερα σώματος, κανένα σεμινάριο «αποκλιμάκωσης», καμία επιτροπή «διαφάνειας» δεν θα μεταμορφώσει έναν μηχανισμό που έχει ως αποστολή τη διατήρηση της κοινωνικής ιεραρχίας σε προστάτη της ελευθερίας. Το πρόβλημα δεν είναι «μερικά κακά μήλα», αλλά ολόκληρη η καπιταλιστική μηλιά.
Προς μια επαναστατική απάντηση: Τι πρέπει να γίνει;
Οι φιλελεύθερες καταγγελίες περί «υπέρβασης εξουσίας» είναι ανεπαρκείς. Η κρατική καταστολή δεν είναι ατύχημα. Είναι το σύστημα όπως λειτουργεί. Δεν χρειαζόμαστε συναίνεση με την εξουσία. Χρειαζόμαστε μαχητική οργάνωση.
Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων διαδηλωτών, την κατάργηση της ICE, την αποστρατιωτικοποίηση της Εθνοφρουράς και τον τερματισμό των εγχώριων μηχανισμών πολέμου. Υποστηρίζουμε τη δημιουργία λαϊκών επιτροπών υπεράσπισης, εργατικών συνελεύσεων και δικτύων αλληλεγγύης για την οργάνωση της αντίστασης.
Και επιμένουμε: αυτό που εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες δεν είναι τοπικό ζήτημα. Η απελευθέρωση απαιτεί ένα επαναστατικό κίνημα πανεθνικό και διεθνιστικό. Ένα κόμμα της εργατικής τάξης, όχι δωρητών. Έναν Τύπο των εργατών, όχι των πολυεθνικών. Ένα κράτος των εργατών, όχι των δισεκατομμυριούχων.
Προς μια κοινωνία χωρίς σφαίρες καουτσούκ: Όχι μεταρρύθμιση – επανάσταση
Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι εποπτεία, αλλά ανατροπή. Όχι καλύτερους κανονισμούς καταστολής, αλλά κατάργηση του κοινωνικού συστήματος που τους απαιτεί. Χρειαζόμαστε μια ριζική επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας – μια σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της ζωής με βάση την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, όχι τη λογική του κέρδους.
Αυτό σημαίνει την πολιτική απαλλοτρίωση της αστικής τάξης. Τη διάλυση των κατασταλτικών της θεσμών -της αστυνομίας, των φυλακών, των υπηρεσιών απέλασης- και την οικοδόμηση ενός εργατικού κράτους, βασισμένου στη συλλογική ιδιοκτησία, στα λαϊκά συμβούλια και στην επαναστατική αλληλεγγύη.
Σε μια τέτοια κοινωνία, ο Τύπος δεν θα υπηρετεί το κεφάλαιο αλλά θα είναι η φωνή των εργαζομένων. Η δημοσιογραφία δεν θα είναι εμπορική επιχείρηση, αλλά κοινωνική ανάγκη. Δεν θα υπάρχουν σφαίρες καουτσούκ – γιατί δεν θα υπάρχει κυρίαρχη τάξη που να φοβάται την αλήθεια.
Για ένα επαναστατικό κόμμα, για έναν μαχητικό Τύπο
Η εργατική τάξη δεν χρειάζεται απλώς οργή – χρειάζεται οργάνωση. Η αστυνομική βία στο Λος Άντζελες δεν είναι μεμονωμένη. Είναι το εσωτερικό μέτωπο ενός παγκόσμιου καπιταλιστικού πολέμου – από την Παλαιστίνη έως την Αϊτή, από τις Φιλιππίνες έως την Ουκρανία. Είναι παγκόσμια, συστημική και συντονισμένη. Και η απάντηση πρέπει να είναι το ίδιο: διεθνιστική, αντικαπιταλιστική, επαναστατική.
Αγωνιζόμαστε για τη συγκρότηση ενός κόμματος, ριζωμένου στους αγώνες της εργατικής τάξης – που θα ενώσει ντόπιους και μετανάστες, εργαζομένους και άνεργους, σε ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στην καταπίεση του κεφαλαίου. Χρειαζόμαστε έναν Τύπο μαχητικό, που δεν περιορίζεται στην καταγραφή της σύγκρουσης, αλλά συμμετέχει σε αυτήν – αποκαλύπτοντας την εκμετάλλευση, διαμορφώνοντας συνείδηση και χτίζοντας δύναμη.
Σήμερα ήταν η Λόρεν Τομάσι. Αύριο μπορεί να είναι κάποιος άλλος δημοσιογράφος. Ένας διαδηλωτής. Ένα παιδί. Η καταστολή δεν είναι λάθος – είναι η μέθοδος ενός συστήματος σε κρίση.
Για κάθε σφαίρα καουτσούκ που πυροδοτεί αυτό το σύστημα, εμείς απαντάμε με μια αλεξίσφαιρη ιδέα:
Ένας κόσμος χωρίς ΜΑΤ. Χωρίς επιδρομές της ICE. Χωρίς δισεκατομμυριούχους. Ένας σοσιαλιστικός κόσμος χτισμένος πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη και την ελευθερία.
