MAX HORKHEIMER: ΟΠΟΙΟΣ ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΜΙΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ

Φοβού τους φορούντες «αντιφασιστική» περιβολή 

Max Horkheimer: “Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό”

 

[Tο άρθρο που δημοσιεύουμε γράφτηκε στα μέσα Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, ωστόσο διατηρεί όλη την επικαιρότητά του. Tότε, ο Bενιζέλος του εκφυλισμένου ΠAΣOK είχε την πρωτοβουλία των δηλώσεων για την αντιμετώπιση της φασιστικής Xρυσής Aυγής. Aλλά εκείνη την εποχή η «πατριωτική» δεξιά της NΔ και ο στενός πρωθυπουργικός κύκλος του Σαμαρά, επιδίδονταν στη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με τους ναζί προσδοκώντας σε ενδεχόμενη μελλοντική κυβερνητική συνεργασία των «εθνικών δυνάμεων». Tώρα, μετά τη δολοφονία του 34χρονου Παύλου Φύσσα στο Kερατσίνι από ναζιστή της X.A., και την επίθεση σε ομάδα του KKE στο Πέραμα, είναι η σειρά των υπουργών δημόσιας τάξης Δένδια και δικαιοσύνης Aθανασίου, να πάρουν την σκυτάλη της καμπάνιας για νομοθετική «δράση» και διαμόρφωση «κατάλληλου νομικού πλαισίου» για την αντιμετώπιση της ναζιστικής οργάνωσης ως τρομοκρατικής κ.λπ.]

 

Ι) Την προηγούμενη βδομάδα (3-10/2/2013) ο αρχηγός του (εναπομείναντος μέχρι στιγμής) ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος, παραχώρησε συνέντευξη τύπου σ’ ένα απελπιστικά ολιγάριθμο ακροατήριο δημοσιογράφων όπου ανακοίνωσε, με επίπλαστη αυτοπεποίθηση, την εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ ανάληψη νομοθετικής και πολιτικής πρωτοβουλίας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαφαινόμενη περαιτέρω άνοδος της φασιστικής Χρυσής Αυγής, να αποτραπεί ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας και να τεθεί φραγμός στην «ανάρμοστη συμπεριφορά» βουλευτών, μέσω της τροποποίησης του κανονισμού της Βουλής. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε πως το «αντικοινοβουλευτικό κοινοβούλιο της Βαϊμάρης» ήταν η μήτρα του χιτλερικού κακού και πως δεν συγχωρείται άγνοια της «κοινωνικής δυναμικής και της ιστορίας».

Έτσι, ο Ευάγγελος Βενιζέλος φόρεσε την «αντιφασιστική» του περιβολή, ύψωσε την «αντιφασιστική» του σημαία επιχειρώντας να κολακεύσει, τα αντιφασιστικά αισθήματα μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. Μ’ αυτήν την απλοϊκή και διάτρητη μεθόδευσή του, επιχειρεί να αντιστρέψει την πορεία κατακρήμνισης του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ προς τον καιάδα της πλήρους πολιτικής και ηθικής απαξίωσής του. 

Στην πραγματικότητα, η προπεριγραφείσα κίνησή του πέρα από το ότι τείνει να συγκαλύψει τις καθοριστικές ευθύνες του ΠΑΣΟΚ για την κατεδάφιση της ελληνικής κοινωνίας, είναι και ΚΙΒΔΗΛΗ. Ας δούμε το θέμα εκτενέστερα.

II) Σε μιαν αποστροφή του λόγου του, ο «αντιφασίστας» πολιτικός μας, αναφέρθηκε και στο μεσοπολεμικό γερμανικό καθεστώς της Βαϊμάρης και, τούτο το έπραξε, προκειμένου να νομιμοποιήσει, ιστορικά και ιδεολογικά, την «αντιφασιστική του πρωτοβουλία». Στο σημείο αυτό, ουδόλως πρωτοτύπησε· περιορίστηκε να επαναλάβει όσα αναμασούν τελευταίως πολυάριθμοι δημοσιογραφούντες υπάλληλοι του αστικού Τύπου που, επισείοντας το τραγικό τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (άνοδος των χιτλεροφασιστών στην εξουσία), αποσκοπούν στο να τρομοκρατήσουν τον χειμαζόμενο ελληνικό λαό ώστε να περιστείλει, να εγκαταλείψει, ει δυνατόν, τις αγωνιστικές του κινητοποιήσεις κατά του καθεστώτος έσχατης λεηλασίας που ήδη επιβάλλεται απ’ την τρικομματική ελληνόφωνη συγκυβέρνησή μας. Η επιδίωξή τους εδράζεται στον υπόρρητο συλλογισμό τους τον συνιστάμενο στο ότι η πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης οφείλεται στην απουσία κλίματος «κοινωνικής ειρήνης» και στους έντονους και διαρκείς κοινωνικούς-ταξικούς αγώνες της γερμανικής εργατικής τάξης. Το συμπέρασμα ενός τέτοιου συλλογισμού τους ανακύπτει, μετά ταύτα, μόνο του: η αγωνιστική εναντίωση των εργαζομένων στην καταστροφική, για τα λαϊκά συμφέροντα, πολιτική της αστικής τάξης, εγκυμονεί βάσιμους κινδύνους για την δημοκρατία μας. Γι’ αυτόν τον λόγο και πρέπει να σταματήσουν πάραυτα. Διαφορετικά, πρέπει, για το καλό της δημοκρατίας, να παταχθούν αμείλικτα! Και ήδη κάτι τέτοιο πραγματοποιείται στις μέρες μας, με τις αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις απεργών και την απροσχημάτιστη κρατική βία επικαλυπτόμενη απ’ την δίδυμη αδελφή της, την τηλεοπτική χυδαιότητα. 

III) Η Γερμανία του Κάιζερ είχε καλωσορίσει την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914 ως διέξοδο απ’ τις ταπεινές έγνοιες της μη στρατιωτικής ζωής! Το τέλος του πολέμου, όμως,(φθινόπωρο του 1918) την βρήκε να έχει «πετύχει» 1,8 εκατομμύρια νεκρούς, πάνω από 4 εκατομμύρια τραυματίες, να έχει απωλέσει περίπου το 13% της έκτασης της παλιάς της επικράτειας, έξι (6) εκατομμύρια πληθυσμό, πολύτιμους φυσικούς πόρους, όλες τις αποικίες της κι’ επί πλέον, να έχει υποστεί ένα ανυπολόγιστο κόστος σε υλικό, σπαταλημένα ταλέντα, ακρωτηριασμένα μυαλά και σκέτη απελπισία (ΠΗΤΕΡ ΓΚΑΙΥ-(Peter Gay) Η πνευματική ζωή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Γερμανία 1919-1933, εκδόσεις Νησίδες, 2010, σελ. 27, 145). Ο Κάιζερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί και ο νεοτοποθετηθείς καγκελάριος Μαξ φον Μπάντεν όρισε διάδοχό του τον σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Φρήντριχ Έμπερτ. Ο επίσης σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν, πρώτος πρωθυπουργός, έσπευσε να ανακηρύξει την Δημοκρατία, νωρίς το απόγευμα της 9-11-1918, όχι από γνήσιο αβασίλευτο-δημοκρατικό ενθουσιασμό, αλλά από την αγωνία του να ΠΡΟΛΑΒΕΙ την ανακήρυξη της ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ από τον Σπαρτακιστή Καρλ Λήμπνεχτ!

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λοιπόν, ήρθε στον κόσμο, σχεδόν κατά τύχη, με καθαρά ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ ΥΦΟΣ (στο ίδιο, σελ. 25, 146). Ποιά ήταν η έμπρακτη πορεία αυτής της απρόθυμης και ανεπιθύμητης δημοκρατίας; Ήδη από την επομένη της ανακήρυξής της (10-11-1918) ο «σοσιαλιστής» Έμπερτ είχε συνάψει μια μεγαλεπήβολη συμφωνία με τον στρατηγό Groener, αποδεχόμενος την βοήθεια του στρατού για «να διατηρήσει την τάξη». Τακτικές μονάδες, βοηθούμενες από τα εν τάχει σχηματισθέντα Freikorps [ελεύθερα σώματα: παραστρατιωτικές μονάδες στελεχωμένες από πρώην αξιωματικούς του στρατού και από την avant garde του υποκόσμου], τουφέκιζαν κατά δεκάδες τους μαχόμενους Σπαρτακιστές· ο «σοσιαλιστής» Νόσκε, το «μαντρόσκυλο» της Δημοκρατίας, έδωσε σε δεξιές στρατιωτικές μονάδες μεγάλη ελευθερία δράσης, δηλαδή την άδεια για οργανωμένες δολοφονίες αριστερών.(στο ίδιο σελ.30). Η δεξιά, οπλισμένη, ευερέθιστη, σκότωνε -με κυβερνητική άδεια- ανενδοίαστα και ατιμώρητα. Στις 15-1-1919 δολοφονήθηκαν φρικωδώς οι ηγέτες των Σπαρτακιστών Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λήμπνεχτ. Στις 21-2-1919 δολοφονήθηκε ο ιδεαλιστής και ανεξάρτητος σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Κουρτ Άισνερ. Η νεοιδρυθείσα Σοβιετική (Συμβουλιακή) Δημοκρατία της Βαυαρίας, συντρίφτηκε βίαια απ’ τον τακτικό στρατό και τους συμμορίτες των Freikorps περί τα τέλη Απρίλη –  αρχές Μάη του 1919. Οι ηγέτες της σφαγιάστηκαν (στο ίδιο σελ. 26). Μεταξύ αυτών ο Λαϊκός Επίτροπος Δημόσιας Εκπαίδευσης Γκούσταβ Λαντάουερ που δολοφονήθηκε μέσα στο κελί της φυλακής του στις 2-5-1919 και ο Εζέν Λεβινέ, ο Σπαρτακιστής ηγέτης των Εργατικών Συμβουλίων της Βαυαρίας, που θα φυλακισθεί, θα «δικαστεί» συνοπτικά και θα εκτελεσθεί για «έγκλημα εσχάτης προδοσίας». Η συμπεριφορά του περιβάλλεται από μια αύρα αυτοθυσίας για την οποία μαρτυρεί η φράση που θα εκστομίσει-και θα γίνει διάσημη- ενώπιον των «δικαστών» του: «Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε όλοι νεκροί υπό προθεσμίαν» (Michael Lowy: Λύτρωση και ουτοπία, εκδόσεις Ψυχογιός, 2002, σελ. 211, 265, 357). Ο διοικητής των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Βαυαρικού Κόκκινου Στρατού Ernst Toller, αυτός που «ο Θεός τον μετέτρεψε σε πολιτικό σε μια στιγμή οργής» κατά τον Max Weber, κατόρθωσε να επιβιώσει για να αυτοκτονήσει (τον Μάη του 1939) στην Νέα Υόρκη, εξόριστος, άνεργος και παραδομένος στην μιζέρια (στο ίδιο σελ. 259-260).

Στις 2-2-1919, περισσότερο από ένα μήνα πριν την διαβόητη διαταγή του σοσιαλιστή Νόσκε προς τα στρατεύματά του να πυροβολούν χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον βρίσκουν με όπλο στο χέρι, και τρεις μήνες πριν η λευκή τρομοκρατία ξεσπάσει το μένος της πάνω στην κατακτημένη Σοβιετική (Συμβουλιακή) Δημοκρατία της Βαυαρίας, ο κόμης Κέσλερ έλεγε ότι το καθεστώς αυτό (δηλαδή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) ΔΕΝ μπορούσε να έχει διάρκεια: «Το παράδοξο μιας αβασίλευτης δημοκρατικής-σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, που επιτρέπει στον εαυτό της και στα χρηματοκιβώτια των καπιταλιστών να δεχθούν υπεράσπιση από μισθωτούς άνεργους και βασιλόφρονες αξιωματικούς, είναι απλώς ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΝΟΣΗΡΟ» (Πήτερ Γκαίυ, στο ίδιο σελ. 31). Οι γερμανικές δημόσιες υπηρεσίες, εγκατέλειψαν την παροιμιώδη νομιμοφροσύνη τους στους ανωτέρους τους, όταν οι τελευταίοι ΔΕΝ ήσαν ακροδεξιοί. Οι εισαγγελείς, δικαστές και ένορκοι της Δημοκρατίας, όλοι σχεδόν προερχόμενοι απ’ τις προνομιούχες τάξεις κι’ έχοντας στενούς δεσμούς με αριστοκράτες, αξιωματικούς και συντηρητικούς πολιτικούς, έδειχναν ελάχιστο οίκτο για τους κατηγορούμενους κομμουνιστές, αλλά περισσήν επιείκεια προς τους πρώην αξιωματικούς των Freikorps, το πρόπλασμα των μετέπειτα ναζιστικών «ταγμάτων εφόδου». Ας δούμε κάποια συγκριτικά στοιχεία: Το χρονικό διάστημα μεταξύ 1918 και 1922, αποδόθηκαν στους αριστερούς 22 δολοφονίες. Στις 10 περιπτώσεις από αυτές οι κατηγορούμενοι τιμωρήθηκαν με την θανατική ποινή, ενώ για τις υπόλοιπες περιπτώσεις επιβλήθηκαν αυστηρές ποινές. Απ’ την άλλη, οι δεξιοί συμμορίτες αντιμετωπίστηκαν από μιαν ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΗ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ: από 354 δολοφονίες που διέπραξαν, μόνο μια τιμωρήθηκε αυστηρά και ΟΧΙ με την θανατική ποινή. Οι μέσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε όσους διέπραξαν πολιτικές δολοφονίες, αντανακλούν την ίδια ταξική-πολιτική προκατάληψη: 15 χρόνια για την Αριστερά, 4 μήνες για την Δεξιά! Δεξιοί πραξικοπηματίες όπως ο Καπ, που είχε επιχειρήσει να ανατρέψει την Δημοκρατία με την βία -οι συνεργοί του οποίου διέπραξαν αρκετές ανατριχιαστικές δολοφονίες- αθωώθηκαν, αφέθηκαν ελεύθεροι για «τεχνικούς λόγους» ή τους επιτράπηκε να «δραπετεύσουν» στο εξωτερικό (στο ίδιο πιο πάνω).

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση των «σοσιαλιστών» εκείνου του καιρού βρισκόταν στην πράξη στα χέρια των Freikorps που, τυπικά ήταν «εκτός νόμου» αλλά, ταυτόχρονα, έχαιραν της πλήρους υποστήριξης του Νόσκε, του «σοσιαλιστή» ειδήμονα σε θέματα εθνικής άμυνας και στρατιωτικών υποθέσεων. Το γεγονός τούτο, το αναγνώρισε μεταπολεμικά, η Δυτικογερμανική κυβέρνηση της Βόννης -υπερπρόθυμη να ξαναζωντανέψει τα πιο ολέθρια χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης- δηλώνοντας στις 8-2-1962 πως ίσα-ίσα, χάρη στα Freikorps απέτυχε η Μόσχα να εντάξει ολόκληρη την Γερμανία στην κόκκινη αυτοκρατορία της μετά τον Α’ Παγκ. Πόλεμο και ότι η δολοφονία του Λήμπνεχτ και της Λούξεμπουργκ ήταν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΝΟΜΙΜΗ, ήταν ’’εκτέλεση σε συμφωνία με τον στρατιωτικό νόμο’’. Έτσι εξηγείται γιατί η «δικαιοσύνη» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης «τιμώρησε» τους δολοφόνους της Λούξεμπουργκ και του Λήμπνεχτ, τον μεν αυτουργό με φυλάκιση δύο (2) μηνών και δύο (2) εβδομάδων, τον δε αξιωματικό του με φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών (Χάννα Άρεντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ, 1998 σελ. 15 και 16 και περαιτέρω παραπομπή σε πρωτογενή πηγή). Την ίδια επονείδιστη ταξική μεροληψία επέδειξε η «δικαιοσύνη» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης όταν δίκαζε τον Χίτλερ για το πραξικόπημα του Νοέμβρη 1923: Τον «κατεδίκασαν» σε πέντε χρόνια Festungshaft (άνετη μορφή κράτησης) απ’ την οποία, άλλωστε, εξέτισε λιγότερο από ένα (1) χρόνο!

Άνεργοι φανατικοί και χωρίς απασχόληση πρώην αξιωματικοί, μέλη «παράνομων» τυπικά, οργανώσεων άμυνας, έδερναν μέχρι θανάτου με κλομπ άνδρες και στραγγάλιζαν γυναίκες συχνά μόνο για υποψία «αντιπατριωτικών δραστηριοτήτων». Διέπραξαν αποτρόπαια εγκλήματα. Λίγοι δολοφόνοι εξ αυτών δικάστηκαν, λίγοι απ’ αυτούς που δικάστηκαν καταδικάστηκαν και ΚΑΝΕΝΑΣ απ’ αυτούς που καταδικάστηκαν ΔΕΝ κρατήθηκε για πολύ καιρό ούτε και ΑΠΟΤΡΑΠΗΚΕ μεταγενέστερη εγκληματική δραστηριότητά τους. Οι Γερμανοί δικαστές όποτε μπορούσαν να στραμπουλήξουν τον νόμο προς όφελος της αντίδρασης το έκαναν. Ο Χίτλερ μετά το πραξικόπημά του, έπρεπε, ως Αυστριακός, να απελαθεί· παρ’ όλα αυτά, του επιτράπηκε να παραμείνει στην Γερμανία, επειδή ο ίδιος θεωρούσε πως ήταν Γερμανός! (ΠΗΤΕΡ ΓΚΑΙΥ, πιο πάνω σελ. 32). Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης απαγόρευσε τον Δεκέμβρη του 1930 την κινηματογραφική ταινία «Ουδέν νεώτερο απ’ το Δυτικό Μέτωπο», κατ’ απαίτηση των φασιστών (Ναζί). Τον ίδιο χρόνο (1930) επέβαλε στο Πανεπιστήμιο της Ιένας καθηγητή της «φυλετικής επιστήμης» (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 114 και 116). Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης στηρίχτηκε πάνω στο αίμα των Σπαρτακιστών. Ήταν τέκνο μιας τραυματικής ήττας. Οι βουλευτές του κοινοβουλίου της (Ράιχσταγκ) ήσαν παθητικοί δέκτες ανακοινώσεων από εκείνους που κυβερνούσαν πραγματικά. Τελικά, οι δημοκράτες και οι «σοσιαλιστές» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης «δεν αρκέστηκαν να βάλουν μέσα στην πόλη τον Δούρειο Ίππο, αλλά επέβλεψαν ΚΑΙ την κατασκευή του ΚΑΙ φρόντισαν να προστατεύσουν τους σχεδιαστές του» (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 32).

IV) Αυτή ήταν η «ανεπιθύμητη Δημοκρατία» της Βαϊμάρης. Δραστηριοποιούνταν μόνον όταν επρόκειτο να πυροβολήσει τους πολίτες της (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 24). Τελικά, δολοφονήθηκε στις 30-1-1933 όταν ο στρατάρχης Χίντεμπουργκ, αχνή σκιά του παλαιού εαυτού του, διόρισε καγκελάριο τον Χίτλερ! Το τραύμα της γέννησής της εμπεριείχε τον θάνατό της. [Η απόφαση να συγκληθεί η συντακτική εθνοσυνέλευση στην Βαϊμάρη, ελήφθη διότι το Βερολίνο ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΣΦΑΛΕΣ, όπως ομολόγησε ο πρώτος της πρωθυπουργός «σοσιαλιστής» Φίλιπ Σάιντεμαν. Φυσικά, η ίδρυση μιας χώρας στην γενέθλια πόλη (Βαϊμάρη) του Γκαίτε, δεν εγγυόταν μια χώρα κατ’ εικόνα του Γκαίτε. Δεν εγγυόταν ούτε καν την επιβίωσή της.(στο ίδιο πιο πάνω σελ. 18)]. Η πτώση της οφείλεται πρωτίστως στην απρόθυμη παραδοχή της εκ μέρους των εξωνημένων σοσιαλιστών ιδρυτών της και στην εξώφθαλμη θεωρητική ανεπάρκεια της γερμανικής Αριστεράς που, μετά την δολοφονία της Λούξεμπουργκ, αποδυναμώθηκε στον ύψιστο βαθμό και ΟΧΙ στις εργατικές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις. Όσοι Κακαντέρηδες υποστηρίζουν το δεύτερο, είναι δέσμιοι των ιδιοτελών αστικών τους συμφερόντων και της αντίστοιχης ιδεολογικής σκευής τους.

V) Ο Δημήτρης Γληνός, όντας εξόριστος της βασιλο-μεταξικής φασιστικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου στην Ανάφη, έγραψε το περίφημο έργο του «Η τριλογία του πολέμου». Οριοθετώντας σημασιολογικά τον φασισμό, τον προσδιόρισε ως «την ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ της αστικής τάξης που αποσκοπεί στην σταθεροποίηση της εκμεταλλευτικής σχέσης εργοδότη-εργάτη, μιας σχέσης που κινδυνεύει να ανατραπεί, αφενός μεν απ’ τις ενδογενείς αντιφάσεις της, αφετέρου δε, απ’ το διεκδικητικό-ανατρεπτικό κίνημα της εργατικής τάξης και των λοιπών εργαζομένων» (το παράθεμα γίνεται από μνήμης. Την σχετική έκδοση του 1956 με πρόλογο του Κώστα Βάρναλη, την… χάσαμε). Όντως, έτσι είναι. «Η αστική κοινωνία αναπτύσσεται ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΑ πέρα και έξω από τον εαυτό της» (Alfred Schmidt: Ο Hegel για τη Γαλλική Επανάσταση και την αστική κοινωνία, σε μετάφραση του καθηγητή Γιώργου Σταμάτη στα Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, αριθμός 4, Άνοιξη 1989 σελ. 77 επ, ιδία σελ. 88). Η ίδια, συνεπεία της δομής της και όχι συνεπεία της κακής βούλησης μεμονωμένων ατόμων, «παρά το υπέρμετρον του πλούτου… δεν είναι αρκετά πλούσια… για να ρυθμίσει… το υπέρμετρον της φτώχειας» (Hegel, στο ίδιο πιο πάνω με περαιτέρω παραπομπή στην πρωτογενή γερμανική πηγή).

Μ’ άλλα λόγια, μεταγλωττίζοντας τον ορισμό του Δημήτρη Γληνού και την βαθειάς σημασίας επισήμανση του Hegel, αναποδράστως καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ» (MAX HORKHEIMER, ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ, εκδόσεις Έρασμος, επανέκδοση 2006, σελ. 38). Όσοι, λοιπόν, καμώνονται, σαν τον αρχηγό του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο, πως αντιτίθενται στην φασιστική ολοκληρωτική κοινωνία που ευαγγελίζεται με ανατριχιαστικές άναρθρες κραυγές η καθ’ ημάς Χρυσή Αυγή, και, ταυτόχρονα, με λόγια ΚΑΙ ΕΡΓΑ εξυμνούν, εκείνην ακριβώς την κατάσταση στην οποία οφείλεται η έλευσή της αφενός, και καταπολεμούν την θεωρία και την πολιτική πρακτική που αποκάλυπτε τις κρυφές (ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ) ρίζες της αφετέρου, διαφημίζουν τον φιλισταϊσμό της αστικής τάξης και αδικούν κατάφωρα την όποια νοημοσύνη τους!

Ο φασισμός δεν είναι παρά, το προηγούμενο ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ, χωρίς τις αναστολές του· στερεοποιεί τις ακραίες ταξικές διακρίσεις που παράγει αναπότρεπτα ο νόμος της υπεραξίας (στο ίδιο σελ. 38 και 39). Ο φασισμός είναι η απάντηση του καπιταλιστικού κόσμου στην σοσιαλιστική πρόκληση, είναι ο καπιταλισμός που περνάει συνειδητά στην επίθεση. Είναι το πολιτικό σύστημα του μεγάλου κεφαλαίου όταν βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης (ΑΝΤΟΝ ΠΑΝΕΝΟΥΚ, Τα εργατικά συμβούλια, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1996, σελ. 183, 185). Έτσι, καθίσταται αυτόδηλο ότι ο φασισμός, όχι μόνο ΔΕΝ αντιπαρατίθεται στον καπιταλισμό, ως ιδιοτελώς υποστηρίζουν δημαγωγικά οι φασίστες «ακτιβιστές» με τους ψευδεπίγραφους «αντικαπιταλιστικούς» φιλιππικούς τους προς άγραν φενακισμένων λαϊκών συνειδήσεων, αλλά, τουναντίον, αποσκοπεί στο να τον διασώσσει, να τον ισχυροποιήσει, διαφυλάττοντας τα ΜΕΣΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ για την μειονότητα εκείνη που εξήλθε πιο αποφασισμένη από τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό. Το αδιαμφισβήτητο τούτο γεγονός το αντιλαμβάνονται πλήρως οι αστοί, οι οποίοι ήσαν ανέκαθεν πραγματιστές. Δεν χάνουν ΠΟΤΕ απ’ τα μάτια τους την ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ τους! Παλαιότερα -την εποχή της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης- για χάρη της ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ, καταργήθηκαν τα προνόμια που διασφάλιζε η φεουδαρχική κοινωνία. Οι εγκαθιδρυθείσες τότε πολιτικές και αστικές ελευθερίες, το νέο αστικό σταθερό πολιτικό πλαίσιο, το ερμήνευσαν (οι αστοί) ως νέες δυνατότητες για την παραγωγική αξιοποίηση του πλούτου τους. Γι’ αυτό και το αποδέχθηκαν και το υπερασπίστηκαν. Όταν οι εσωτερικές αντιφάσεις της αστικής ανταγωνιστικής κοινωνίας, έφτασαν στο σημείο, με την πάροδο του χρόνου, να καταξεσχίσουν την επίπλαστη συνοχή της αναδεικνύοντας νομοτελειακά νέες κοινωνικές δυνάμεις με ανατρεπτική προοπτική, τότε ήσαν οι ίδιοι οι αστοί που έσπευσαν ασμένως να ποδοπατήσουν το δίκαιό τους, τους νόμους τους, και τα «ιδανικά» τους, προκειμένου να διαφυλάξουν και να στερεοποιήσουν την απειλούμενη ιδιοκτησία τους στα ΜΕΣΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ. Κι’ αυτό είναι διατεθειμένος να κάνει ο φασισμός. Γι’ αυτό τον ανέχονται, τον πριμοδοτούν και τον στηρίζουν (MAX HORKHEIMER πιο πάνω σελ. 57, 59). Το να επικαλούμαστε σήμερα –ιδίως σήμερα!– την φιλελεύθερη αστική νοοτροπία και την αστική νομιμότητα και μάλιστα σε περίοπτη, αποκλειστική θέση ενάντια στον φασισμό, σημαίνει να επικαλούμαστε αυτήν ακριβώς την αρχή (αιτία) που στο παρελθόν του έδωσε την νίκη και, ενδεχομένως, κάτω από άλλες συνθήκες και συγκυρίες, να του την ξαναδώσει! 

Το να απαιτούμε λοιπόν, απ’ το κράτος της ελληνικής αστικής τάξης και την αστυνομία του να εφαρμόσει την υφιστάμενη νομιμότητα και να διαλύσει τον ιδιωτικό στρατό (συμμορίες) της φασιστικής Χρυσής Αυγής, σημαίνει πως αγνοούμε εθελοτυφλώντας (δίκην Βενιζέλου, Παπαδημούλη κλπ) πως αυτός ο φασιστικός ιδιωτικός στρατός της Χρυσής Αυγής, ΔΕΝ αντιμετωπίζεται απ’ το κράτος της αστικής μας τάξης ως ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ, αλλά ως ΜΙΑ ΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΥΝΑΜΗΣ!!! (παράβαλε HEINRICH MANN: Η Γερμανία στο σταυροδρόμι, στο βιβλίο «Φωνές από την Βαϊμάρη», εκδόσεις Ύψιλον-βιβλία, 2011 σελ. 71 επ. και ιδία σελ.74). Εξ άλλου, και τα διαβόητα Freikorps ήσαν, τυπικά, εκτός Νόμου (ex lex)!

VI) Και οι εργαζόμενοι; Η ατελεύτητη στρατιά των ανέργων; Το σύνολο της εργαζομένης χειμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας; Όλοι αυτοί αφού είναι μάρτυρες της υποκριτικής γλώσσας των αστών πολιτικών, της έλλειψης αρχών, των πρόστυχων παρασκηνιακών παζαρεμάτων, σχηματίζουν την πεποίθηση ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι ένα τέλμα διαφθοράς και η δημοκρατία μια χίμαιρα· όλοι αυτοί παρατηρούν ότι τα κατεστημένα ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ και οι γραφειοκράτες τους έχουν μεταμορφωθεί σε ανώτερους ΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ που ενσταλάζουν πνεύμα νομιμοφροσύνης και συμμετέχουν στον ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. Κάτω απ’ αυτήν την συγκυρία, η πίστη σ’ ένα «χαρισματικό», «ισχυρό» ηγέτη που επικαλείται το «αίμα», την «τιμή» και την «ιστορία» της ελληνικής φυλής, που κολακεύει τον συλλογικό εγωϊσμό τους, μοιάζει σαν διαφυγή από μιαν ΑΘΛΙΑ ΥΠΑΡΞΗ. Μέσα από συνθήκες ματαίωσης, εκμετάλλευσης και αδικίας του εργαζόμενου πληθυσμού, σε συνδυασμό με την απουσία κριτικής σκέψης και τον πολιτικό νηπιασμό των υλικά, πνευματικά και πολιτικά άστεγων λαϊκών μαζών, υπαιτιότητι των Χοιρεατών της ΝΔ, των Ονεατών του ΠΑΣΟΚ και των Υατών της ΔΗΜΑΡ*, ο φονικός ρατσισμός της Χρυσής Αυγής, οι αντικαπιταλιστικές ηχηρές πομφόλυγές της που αιωρούνται σε μιαν ατμόσφαιρα που μυρίζει βλακεία και ανία, κατακλύζουν τα μυαλά δυστυχισμένων ανθρωπίνων υπάρξεων. Κάποτε (την εποχή του αστικού φιλελευθερισμού), το κοινοβούλιο αποφάσιζε ερήμην των λαϊκών μαζών, οι οποίες δεν είχαν τρόπο να εκπροσωπηθούν· σήμερα, στην εποχή του ύστερου, «ολοκληρωτικού» καπιταλισμού, οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην αυτών των ΙΔΙΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ (Φώτη Τερζάκη: Τί είναι η άμεση δημοκρατία; Στο περιοδικό ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, αριθμός 16, σελ. 48 επ. και ιδία σελ. 55). Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα ανήκουστης νοσηρότητας, αξεπέραστης χυδαιότητας και αθεράπευτης ηλιθιότητας, ΔΕΝ πρέπει να μας ξενίζει η ερωτοτροπία με τον ανορθολογισμό της Χρυσής Αυγής, τα στελέχη της οποίας «σκέφτονται» με το αίμα τους και ζητούν να θεραπεύσουν τις χαίνουσες πληγές της ελληνικής υπό κατεδάφιση κοινωνίας, φυτεύοντας μέσα σ’ αυτές γαλανόλευκες σημαίες!

Και η κοινοβουλευτική Αριστερά; Αντί να εγκαταλείψει τα μουχλιασμένα κοινοβουλευτικά της έδρανα και να ξεχυθεί στους δρόμους και στους χώρους εργασίας και διαμονής των εργαζομένων, αντί να κατέλθει στον πυθμένα της αιχμάλωτης κοινωνίας προκειμένου να φωτίσει μυαλά, να οξύνει αντιλήψεις και συνειδήσεις με τον αντισυστημικό, συνεκτικό λόγο και ΕΡΓΟ της, αναλίσκεται στο να εκστομίζει την «φοβερή» απειλή κατά της αποχαλινωμένης αστικής τάξης «θα σας ταράξουμε στην νομιμότητά» ΣΑΣ (Παπαδημούλης)· επιχειρεί να κατακρημνίσει τα λαοκτόνα μνημόνια με απίθανες ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ενστάσεις (Ζωή Κωνσταντοπούλου που εξέλαβε την ολομέλεια του αστικού κοινοβουλίου, ως το ακροατήριο του Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της… Ραψάνης)· να κατατροπώσει την αποθηριωμένη Χρυσή Αυγή αντιτάσσοντάς της, στεντορεία τη φωνή, την σεξουαλικήν της ευεξία (Πέτρος Τατσόπουλος)· να πείσει τους ηγέτες της Γερμανίας και των ΗΠΑ ότι αποτελεί αξιόπιστη πολιτική δύναμη διαχείρισης της ελληνικής κοινωνίας (Αλέξης Τσίπρας που, εν προκειμένω, ομοιάζει με την αφελή θρησκόληπτη που επιχείρησε να αγοράσει αγίασμα από κατάστημα πώλησης sexshop)· να εκφράζει ανιστόρητη περιφρόνηση απέναντι «στους ’’φουσκωτούς’’ της Χρυσής Αυγής» (Αλέκα Παπαρήγα).

Στο μεταξύ, η αστυνομία της αστικής μας τάξης, στα μεσοδιαστήματα της ανάπαυλάς της από ενασχολήσεις σχετικές με εκβιάσεις, ληστείες, μαστρωπείες και εμπόριο ναρκωτικών, φέροντας δημοκρατικήν αμφίεση και σύμβολα, συμφύρεται με τις παρακρατικές δυνάμεις της Χρυσής Αυγής στο κοινό τους έργο: την συντριβή του διογκούμενου κύματος διαμαρτυρίας των Ελλήνων εργαζομένων και ανέργων. Κι’ αυτό το τελευταίο είναι το μόνο αδιαπραγμάτευτο εμπόδιο στον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Όσοι Έλληνες Αριστεροί διακρίνονται απ’ την φαταλιστική εμπιστοσύνη στο ένστικτο αυτοσυντήρησης του λαού, ας μην λησμονούν ότι η όρασή του δεν είναι πάντα καθαρή και το φρόνημά του εμφανίζεται, ενίοτε, τρομερά διασπασμένο.

Συνακόλουθα, ΔΕΝ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι Έλληνες –πρωτίστως οι τελευταίοι!- θα διατηρήσουν ζωντανή την ευαίσθητη εκείνη αίσθηση που ενεργοποιείται ακόμη και στα ζώα ΟΤΑΝ ΟΔΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟ ΤΟΥ ΧΑΣΑΠΗ. (HEINRICH MANN: Η Γερμανία στο σταυροδρόμι, όπου παραπάνω σελ. 75) 

17-2-2013

Πέτρος Πέτκας

[* Χοιρεάτες, Ονεάτες και Υάτες

Ο τύραννος της Σικυώνας Κλεισθένης (παππούς, απ’ την μητρική γραμμή, του Αθηναίου Κλεισθένη του θεμελιωτή της Δημοκρατίας και προπάππος του Περικλή, επίσης απ’ την μητρική του γραμμή), ευρισκόμενος σε εμπόλεμη κατάσταση με το Άργος, προέβη σε παράδοξες εκδηλώσεις του μίσους του. Μια εξ αυτών ήταν κι’ αυτή: άλλαξε τις Δωρικές ονομασίες των φυλών, επειδή ήσαν ίδιες για την Σικυώνα και το Άργος, κι’ έτσι οι φυλές πια ονομάστηκαν· Χοιρεάτες (Γουρουνίσιοι), Ονεάτες (Γαϊδουρίσιοι) και Υάτες (Ποντικίσιοι). Εξαίρεσε μόνο την δική του φυλή που την ονόμασε «Αρχέλαους» δηλαδή ηγέτες του λαού. (βλ. ΚΛΩΝΤ ΜΟΣΣΕ, Οι τύραννοι στην Αρχαία Ελλάδα, εκδόσεις «το άστυ», Αθήνα, 1989, σελ. 51, 50, 48) και A. ANDREWES, Η Τυραννία στην Αρχαία Ελλάδα, εκδόσεις ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ, Αθήνα, 1982 σελ. 80 και 79) ].

 

τεύχος#556# Σάββατο 28 Σεπτεμβίου 2013