Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Τροχαίου Τραύματος

Σκέψεις προσωπικές και… επαναστατικές

της Μαργαρίτας Κουτσανέλλου

Κάθε χρόνο, την τρίτη Κυριακή του Νοέμβρη (φέτος είναι η Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2026) τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Τροχαίου Τραύματος. Πριν το θάνατο του παιδιού μου σε τροχαίο, στις 13/2/2025, η ημέρα αυτή μού ήταν άγνωστη. Όπως και η μάστιγα των τροχαίων, κατά μία έννοια. Αν και κάποιος θα ήταν άδικος αν μου καταλόγιζε αδιαφορία γενικά για τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, εν τούτοις, για την απώλεια της ζωής του ίδιου του παιδιού μου, σε τροχαίο συμβάν, καταλογίζω στον εαυτό μου ένα είδος ευθύνης. Ο λόγος είναι ότι υποτίμησα ασυγχώρητα αυτόν τον φανερό και κοινότοπο θα μπορούσε να πει κάποιος, εχθρό και επαναπαύθηκα στο γεγονός ότι είχα εμπιστοσύνη στο Γιάννη μου για τα ατομικά μέτρα προστασίας που έπαιρνε ως οδηγός, είχα εμπιστοσύνη στις οδηγικές ικανότητές του και  γενικά εμπιστοσύνη στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και μία ασυγχώρητη, αφελή, ενδόμυχη αίσθηση ότι η τύχη θα παραμείνει με το μέρος μου. Είχα υποτιμήσει τις πιθανότητες! Γιατί ήμουν ανενημέρωτη. Ή γιατί –να το πω καλύτερα– απωθούσα αυτή την αγωνία, θεωρώντας ότι δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να αποτρέψω ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Άφηνα τον παράγοντα «τύχη» να καθορίζει τη ζωή του παιδιού μου, τη δική μου, της οικογένειάς μου. Και έχω τεράστιες τύψεις γι’ αυτό. Αυτή την εξομολόγηση την έχω ακούσει και από άλλους χαροκαμένους γονείς, που έχασαν τα παιδιά τους με αυτό τον αδόκητο και παράλογο τρόπο. «Έχω μετανιώσει σκληρά, για το ό,τι δεν έκανα τίποτα για να σταματήσει αυτή η εκατόμβη. Χρειάστηκε να σκοτωθεί το παιδί μου για να το καταλάβω…», έχω ακούσει να λένε πολλοί. Είναι η ίδια σκέψη που κάνει πια, όλους εμάς που μέσα από το Σύλλογο SOS-Τροχαία Εγκλήματα παλεύουμε για να μην αφήσουμε αυτό να συμβεί και σε άλλους γονείς και σε άλλους συνανθρώπους μας.

Χρειάστηκε να συμβεί στα παιδιά μας και στην οικογένειά μας αυτή η καταστροφή για να σκεφτούμε λίγο περισσότερο τι είναι αυτή η περιβόητη «τύχη», στην οποία έχουμε μάθει εμείς οι άνθρωποι να συνοψίζουμε ό,τι δεν μπορούμε αντικειμενικά να αντιμετωπίσουμε (ακόμα) ή… ό,τι επιλέγουμε να μην αντιμετωπίζουμε γιατί οι κοινωνίες μας είναι οργανωμένες για να προέχει, όχι ο άνθρωπος, αλλά το κέρδος. Και τίποτα υπερβολικό δεν υπάρχει σε αυτή τη σκέψη και στη σχέση της με τα τραγικά δυστυχήματα στις συγκοινωνίες.

Τέμπη, Ελλάδα 28/2/2023 – Ούρδα, Ισπανία, 29/10/2026 – 1.300.000 νεκροί κάθε χρόνο στον κόσμο από τροχαία – Μία πόλη 10.000 κατοίκων ξεκληρίζεται κάθε δέκα χρόνια στην Ελλάδα, στους δρόμους

Ο καπιταλισμός σκοτώνει και στην ειρήνη και στον πόλεμο!

Είναι τελικά η κακιά στιγμή, η τύχη που θερίζει με τόση φρίκη, τόσα εκατομμύρια ζωές κάθε χρόνο στους δρόμους; Που κάνει τα τρένα να συγκρούονται; Τα πλοία να βυθίζονται; Τα αεροπλάνα να πέφτουν; Είναι το λάθος ενός ανθρώπου, ο καθοριστικός παράγοντας αυτής της καταστροφής ή μήπως όχι; Πολλά μπορεί να πει καθένας, εγώ θα σταθώ στα όσα συγκλονιστικά εξέφρασε ο σύζυγος ενός θύματος στη σιδηροδρομική τραγωδία της Ισπανίας, η οποία μας θύμισε το συλλογικό τραύμα των Τεμπών και το πόσο κοντά βρισκόμαστε κάθε στιγμή στη βιολογική και ψυχική συντριβή, εξαιτίας του καπιταλιστικού αμόκ για κέρδος.

Πρόκειται για τον Χαβιέρ Μπάριο, σύζυγο της Κάρμεν ντε Σαντάνα, η οποία επέβαινε στο τρένο που συγκρούστηκε στις 28 Οκτωβρίου 2026 στην περιοχή Ούρδα, κοντά στο Τολέδο της Ισπανίας. Στις 30 Οκτωβρίου μίλησε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, καταγγέλλοντας αυτό που ονόμασε «καπιταλισμό της βιασύνης».

Ξεκίνησε λέγοντας ότι οι νεκροί αυτού του δυστυχήματος δεν ανήκουν μόνο στις οικογένειές τους. Είναι νεκροί ολόκληρης της κοινωνίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή έχει οργανωθεί. Μίλησε για μια εποχή όπου ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια αδιάκοπη βιασύνη. Θύμισε τις εποχές που μικρά παιδιά αναγκάζονταν να σέρνονται μέσα στα ορυχεία για να μαζεύουν κάρβουνο. Υποστήριξε ότι σήμερα η εκμετάλλευση συνεχίζεται με άλλες μορφές: οι επιχειρήσεις απαιτούν να αποκτούν όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και γρηγορότερα.

Εξήγησε ότι αυτή η πίεση υπάρχει παντού, σε κάθε χώρο εργασίας. Συνέδεσε αυτή τη λογική με τους ανθρώπους που χάθηκαν, ανάμεσά τους και τη γυναίκα του, αλλά και με εκείνους που, όπως φοβάται, θα συνεχίσουν να χάνονται. Κάλεσε όλους να αντισταθούν συλλογικά και να αλλάξουν τον κόσμο. Κατήγγειλε την εντατικοποίηση της εργασίας, λέγοντας ότι εκεί όπου παλαιότερα χρειάζονταν τρεις εργαζόμενοι, σήμερα οι επιχειρήσεις απαιτούν να κάνει ο ένας τη δουλειά και των τριών. Ολοκλήρωσε εξηγώντας ότι στάθηκε μπροστά στις κάμερες μόνο και μόνο επειδή ήθελε να ακουστεί η φωνή του.

Κι εγώ πιστεύω ότι ο Γιάννης μου σκοτώθηκε μέσα σε μία βάρβαρη πόλη. Σε μία πόλη που σκοτώνει στους δρόμους της, τους ανθρώπους της, και μάλιστα τους νέους,  τον ανθό της κοινωνίας, όπως ήταν και το δικό μου παιδί. Ο καπιταλισμός ήταν παρών και στο θάνατο του δικού μου παιδιού, για χίλιους λόγους, που μπορώ εύκολα να εξηγήσω, αλλά δεν είναι κατάλληλη η στιγμή να το κάνω, από εδώ.

Πλέον, έχω όλους τους λόγους για να είμαι επαναστατημένη. Όλοι έχουμε όλους τους λόγους για να επαναστατήσουμε απέναντι στην απανθρωποποίησή μας, που είναι το «πρωταρχικό κεφάλαιο» του καπιταλισμού, είτε σε καιρό «ειρήνης», είτε σε καιρό πολέμου. Γιατί στην ερώτηση αν έχουμε δικαίωμα επιλογής στη ζωή μας, ανάμεσα στην ελπίδα και στην απελπισία, η απάντηση είναι μόνο μία: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Και είναι τώρα, που αρχίζουν να χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου, η ώρα που εμείς καλούμαστε να δώσουμε τη μάχη για να γίνει η βαρβαρότητα παρελθόν, παλεύοντας για ένα μέλλον που για να υπάρξει, μπορεί να είναι μόνο σοσιαλιστικό.