Μία ταξική ανάγνωση της συμφωνίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις

της Μαργαρίτας Κουτσανέλλου

Με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041, τα κράτη-μέλη καλούνται να λάβουν μέτρα για τον καθορισμό και την προσαρμογή των κατώτατων μισθών, βάσει «αντικειμενικών» κριτηρίων (με ένα αλγόριθμο δηλαδή, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του κεφαλαίου) και να ενισχύσουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, με σκοπό την αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Στόχος είναι η επίτευξη κάλυψης από συλλογική σύμβαση εργασίας του 80% των εργαζόμενων σε βάθος πενταετίας! Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται σήμερα στο 24%. Η Κυβέρνηση συμμορφούμενη με την οδηγία, απέσπασε καταρχάς από τη ΓΣΕΕ με το νόμο 5163/2024, που ψηφίστηκε στο τέλος του 2024, την αρμοδιότητα να ορίζει τον εθνικό κατώτατο μισθό, θέτοντας και τυπικά την τριτοβάθμια οργάνωση στο περιθώριο της διαπραγμάτευσης της αγοράς εργασίας, χωρίς ικανότητα εκπροσώπησης των εργαζόμενων σε θέματα μισθολογικά. Από την άλλη, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια αποψιλώθηκαν απολύτως από άποψη ισχύος, αφού καταργήθηκαν όλοι οι πυλώνες πάνω στους οποίους αποκτούσε πραγματική σημασία ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων (αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, επεκτασιμότητα, μετενέργεια, μονομερής προσφυγή στη διαιτησία κ.λπ.). Οι όροι αμοιβής και εργασίας εγκαταλείφθηκαν στο έλεος των εργοδοτών με ατομικές συμβάσεις εργασίας, που παραπέμπουν σε δουλεμπόριο. Με αυτές τις εξελίξεις ακόμα και η ΓΣΕΕ, η οποία όλα αυτά τα χρόνια ξεπούλησε ξεδιάντροπα κάθε εργατικό δικαίωμα και θεσμική θωράκιση της οργανωμένης εργασίας, βρέθηκε να είναι δυσαρεστημένη, με τον Παναγόπουλο να αρνείται να προσέλθει στις επιτροπές της Κεραμέως, αφού ο ρόλος του κατέληξε να είναι ούτε καν διακοσμητικός. Εν τούτοις, και αφού μεσολάβησε ακόμα μία ιστορική ήττα του συνδικαλισμού, με τη ψήφιση του 13ωρου, στην οποία και πάλι η ΓΣΕΕ επιβεβαίωσε τον προδοτικό ρόλο της, προέκυψε ξαφνικά για τους πολλούς, αλλά σίγουρα όχι για τους εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ ΑΕ, η Κοινωνική Συμφωνία με τον Παναγόπουλο από τη μία και την Κεραμέως και τους μεγαλοεργοδότες από την άλλη. Αν ακούσουμε δε τους επικοινωνιακούς διθυράμβους τους, με τη συμφωνία αυτή επαναφέρεται η θεσμική υπόσταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Γιατί παραμένουμε όμως επιφυλακτικοί σε αυτήν την εξέλιξη, αφού δύο σημαντικά ζητήματα που προσθέτουν ισχύ στο θεσμό –η μετενέργεια και η επεκτασιμότητα των συμβάσεων– επανέρχονται εκ του μηδενός, έστω και ακρωτηριασμένες; Από πού προέκυψε άραγε, αυτή η ανάγκη από την πλευρά των εργοδοτών για αλλαγή στην πολιτική αμοιβών, μέχρι ποιου βαθμού και σε ποιο πλαίσιο της αστικής πολιτικής εντάσσεται; Πώς διαμορφώνεται στην εγχώρια αγορά εργασίας ο συσχετισμός των συνδικαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες θα μειονεκτήσουν ή θα πλεονεκτήσουν ως προς τη διαπραγματευτική ισχύ τους, με δεδομένους τους όρους της κατ’ ευφημισμό «Κοινωνικής Συμφωνίας»;

Κλειδί σε αυτή την προσπάθεια ανάγνωσης, αποτελούν οι κλαδικές συμβάσεις, καθώς η πλευρά των εργοδοτών στοχεύει με την σύναψη συμφωνιών σε κλαδικό επίπεδο να επιτύχει προβλεψιμότητα του κόστους εργασίας, να περιορίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό, θέτοντας ίδιους βασικούς κανόνες μεταξύ των παικτών, να περιορίσει τις συγκρούσεις με τους εργαζόμενους και τις απεργίες, να προσελκυστεί εργατικό δυναμικό και να συγκρατηθεί το ειδικευμένο. Επιπλέον και αν θέλουμε να συμπεριλάβουμε στην επισκόπησή μας την αναδυόμενη πολεμική βιομηχανία, τα παραπάνω ζητούμενα (προβλεψιμότητα κόστους εργασίας, προσέλκυση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού κ.λπ.) συνιστούν προϋπόθεση για την απόκτηση πρόσβασης σε χρηματοδότηση, ζητήματα που η Ευρωπαϊκή Ένωση στοχεύει να εξασφαλίσει, σε συνθήκες αύξησης αμυντικών δαπανών και στρατηγικής αναδιάρθρωσης της βιομηχανίας.

Πέρα όμως από το τελευταίο, στο πλαίσιο της Ε.Ε., οι κλάδοι όπου παρατηρούνται συχνότερα μεγάλες αποκλίσεις στους όρους αμοιβής και εργασίας —και άρα μεγαλύτερος κίνδυνος αθέμιτου ανταγωνισμού— είναι κυρίως αυτοί που στηρίζονται σε εντάσεως-εργασίας δραστηριότητες ή στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών. Κλάδοι στην Ευρώπη όπως αυτοί των μεταφορών, των κατασκευών, της γεωργίας και του αγροδιατροφικού τομέα, του τουρισμού και επισιτισμού, των υπηρεσιών καθαρισμού και φύλαξης καθίστανται προνομιακοί χώροι για κάθε είδους εκμετάλλευση, η οποία ξεπερνά και αυτά ακόμα, τα όρια της αστικής νομιμότητας. Τα ανάλογα ισχύουν για τους κλάδους αυτούς και στην ελληνική αγορά εργασίας. Κατασκευές, γεωργία, τουρισμός-επισιτισμός, πλατφόρμες, μεταποίηση, οδικές μεταφορές, καθαριότητα και φύλαξη κ.ο.κ.  Με το λεγόμενο εργασιακό/κοινωνικό ντάμπινγκ, οι εταιρείες κερδίζουν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Δηλαδή μειώνουν το εργατικό κόστος εκμεταλλευόμενες χαμηλούς μισθούς, κακές συνθήκες εργασίας και χαμηλές κοινωνικές ασφαλιστικές εισφορές, αυξάνοντας έτσι την κοινωνική φτώχεια.

Φαίνεται λοιπόν εύλογο ότι η ζύμωση αυτής της συμφωνίας ξεκίνησε από τους Προέδρους ΓΣΕΕ και ΣΕΒ (Παναγόπουλος και Θεοδωρόπουλος αντίστοιχα) με αφορμή την υπογραφή και επέκταση της συλλογικής σύμβασης που συμφωνήθηκε με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Μετάλλου, την οποία το Υπουργείο Εργασίας δεν επέκτεινε, λόγω του ότι δεν υπήρχε αντιπροσώπευση 50%+1 από τις επιχειρήσεις σε έναν κλάδο, ο οποίος βρίσκεται σε ανάπτυξη λόγω της οικοδομικής και κατασκευαστικής έξαρσης, και παρόλο που ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπίζεται το δημιουργούμενο καρτέλ στις πλάτες των εργαζόμενων.

Η ΓΣΕΕ και ο Παναγόπουλος μετά τον παραγκωνισμό τους από το ρόλο τους στη ρύθμιση του εθνικού κατώτατου μισθού τέθηκαν με την πολυδιαφημισμένη συμφωνία εμβόλιμοι στη διαπραγμάτευση των Ομοσπονδιών για τη σύναψη κλαδικών συμβάσεων, εξυπηρετώντας και από αυτή τη θέση τούς μοναδικούς, πραγματικούς εντολείς τους, εργοδότες, αφού απέκτησαν τη δυνατότητα με τη συμμετοχή τους, να επεκτείνουν τις κλαδικές συμβάσεις, χωρίς να ισχύει το όριο του 40%. Εγκατέλειψαν βέβαια οι εγνωσμένοι εργατοπατέρες σε αντάλλαγμα -παρά τους κομπασμούς τους περί ιστορικής συμφωνίας- το ζήτημα της μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία, που μαζί με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποτελούν τα μόνα συμβατικά όπλα των εργαζόμενων απέναντι στην εργοδοτική παντοδυναμία, ενώ οι ρήτρες διασφάλισης της κερδοφορίας, όπως η κατάθεση έκθεσης ανταγωνιστικότητας, παραμένουν στο ακέραιο.

Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλες Ομοσπονδίες, κατά κύριο λόγο ελεγχόμενες από το ΠΑΜΕ, μίλησαν για κρυφές συμφωνίες Παναγόπουλου – Κυβέρνησης και αντέδρασαν με σφοδρότητα στην παρείσφρηση της ΓΣΕΕ στις διαπραγματεύσεις των δευτεροβάθμιων εργατικών οργανώσεων με τις εργοδοτικές, η οποία επιτρέπει τον έλεγχο και την ποδηγέτηση των Ομοσπονδιών. Δεν εξηγείται ικανοποιητικά γιατί πρέπει να εμπλέκεται η ΓΣΕΕ για να ισχύει η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων που καλύπτουν το 40% των εργαζόμενων! Τι άλλο, παρά για να κάνουν τους “θυρωρούς” των αφεντικών τους, στο ποιος θα καλυφθεί από την κλαδική σύμβαση και ποιος θα εγκαταλειφθεί στην αρένα της ατομικής σύμβασης.

Η τριμερής  συμφωνία για τις ΣΣΕ σε καμία περίπτωση δεν αφορά κατάργηση των μνημονίων και κανένας νομικός ειδήμων που σέβεται τον εαυτό του δεν αναγνωρίζει σε αυτήν μία τέτοια εξέλιξη. Γεγονός επίσης είναι ότι αν και πολύ μακριά από το να έχουν προηγηθεί εργατικοί αγώνες με όραμα ικανό να ανατρέψει τις αντεργατικές πολιτικές τεκτονικής κλίμακας που έχουν διαμορφώσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια τη ζούγκλα της αγοράς εργασίας, εν τούτοις θα αδικούσαμε την πίεση που ασκείται από τους εντυπωσιακούς απεργιακούς και άλλους αγώνες που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια και οι οποίοι σταθερά προβάλλουν το στρατηγικό αίτημα της επαναφοράς της συλλογικής αυτονομίας και την υπογραφή γνήσιων συλλογικών συμβάσεων. Πρόκειται για νίκη του εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος; Προφανώς όχι. Πρόκειται για παραχώρηση/υποχώρηση του κεφαλαίου και της δουλικής σε αυτό κυβέρνησης; Από μία άποψη, ναι, καθώς εκτός από την προσπάθεια προσέλκυσης εργατικού δυναμικού και την εξουδετέρωση του αθέμιτου ανταγωνισμού, η κοινωνική έκρηξη επικρεμάται με τρόπο ορατό πάνω από την Ευρώπη, αλλά και τη δική μας χώρα. Έχοντας ρίξει στο ναδίρ τις εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες η πιο δεξιά κυβέρνηση της μεταπολίτευσης και με τα πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα να την περικυκλώνουν με τρόπο απειλητικό, με κάθε κίνηση που μεταθέτει το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε κάτι παραπάνω από το απόλυτο μηδέν στο οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή, προσδοκά ελάχιστη αλλαγή κλίματος υπέρ της. Δεν υπάρχει τέλος, κανείς που να μην επιφυλάσσεται για να διαπιστώσει από το επικείμενο νομοθέτημα που θα επιστεγάσει την ευφημιστική “Κοινωνική Συμφωνία”, τις πραγματικές προθέσεις Κυβέρνησης, εργοδοτών. Άπαντες επικαλούνται το διάβολο και τις λεπτομέρειες στις οποίες αυτός πάντα κρύβεται!