του Σάββα Μιχαήλ
Ομιλία στο Αφιέρωμα στον Ανδρέα Εμπειρίκο που οργάνωσε το Πολιτιστικό Κέντρο Μπενετάτου, με την υποστήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο Παλαιό Ψυχικό στις 16 Ιανουαρίου 2008
1. Σε καιρούς χαλεπούς, εν καιρώ πολέμου, την Πρωτοχρονιά του 1942, μετά τις νίκες του Κόκκινου Στρατού κατά των Ναζί στις μάχες της Μόσχας και του Ροστώφ, μετά τη νίκη των βρετανικών στρατευμάτων επί του Ράιχ στην Αγκετάμπια της Βόρειας Αφρικής, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος χαιρετίζει τη νέα χρονιά γράφοντας το βαρυσήμαντο ποίημα Εν όψει όλων των καιρών, όπως τιτλοφορείται στην ύστερη μεταμόρφωσή του στη συλλογή Οκτάνα[1].
Εν όψει όλων των καιρών
Εν όψει όλων των εκτάσεων
Μια πρώτη μέρα προχωρεί.[2]
Ο τίτλος δείχνει καθαρά ότι ο ποιητής την ιστορικά σημαδιακή εκείνη πρώτη μέρα του χρόνου ατενίζει τον ορίζοντα του σύμπαντος χρόνου

Εν όψει όλων των καιρών
Ενός χρόνου αδιαχώριστου από τον σύμπαντα χώρο
Εν όψει όλων των εκτάσεων
Ο ποιητής βλέπει τον χωροχρόνο στην ενότητά του και σε όλη την απεραντοσύνη του Καθολικού. Η ολότητα, όμως αυτή δεν είναι το στατικό Ον του Παρμενίδη αλλά το δυναμικό Γίγνεσθαι του Hegel που ξεδιπλώνεται σε βακχικό χορό σαν αυτόν που ο μεγάλος Γερμανός διαλεκτικός ιδεαλιστής βλέπει να χορεύει η αλληλουχία των μορφών του Πνεύματος[3].
Η Πρώτη Μέρα του χρόνου κατά τον ποιητή

μοιάζει με τον πρώτον άνδρα που βαδίζει προς τα εμπρός. Ο πρώτος που σέρνει έναν χορό, ο κορυφαίος, η κορυφαία, ένας Κρητικός με το μαχαίρι στο ζωνάρι, μια κόρη με ωραία βυζιά, οι πρώτοι των χορών εν γένει…[4]
είναι η Πρώτη Μέρα που σέρνει τον χορό όσων ακολουθούν, χωρίς να διαφέρει κατά βάθος από τις άλλες που έπονται.[5] Η διαφορά βρίσκεται όχι στη σειρά αλλά στην ανάπτυξη του ίδιου του χορού συνολικά.
Έτσι προχωρεί και αναπτύσσεται εν όψει όλων των καιρών και των εκτάσεων η συνοχή των αλληλουχιών, των πράξεων, των λόγων, των γραπτών και των ονείρων.[6]
Η αλληλοσύνδεση της πράξης και του λόγου των ανθρώπων, της γραφής και του ονείρου τους αλλά και εν γένει του χώρου και του χρόνου, όλων των καιρών και όλων των εκτάσεων, δεν συντελείται εν σειρά, σε μια γραμμική πρόοδο και παράταξη αλλά διαλεκτικά, δηλαδή μέσα από αντιφάσεις. Η ανάπτυξη γίνεται ενώ το πρίσμα των αντιθέσεων συναρμολογεί και συναρμολογείται,[7] μέσα από την ανάδυση εσωτερικών αντιφάσεων που οι ίδιες διαμεσολαβούν τον εαυτό τους και την αυτό-υπέρβασή τους.
Η δυναμική ολότητα μιας κινούμενης αλληλουχίας εναλλασσόμενων αντιφάσεων, ιδού ο χωροχρόνος κατά τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ο ποιητής με τα μέσα της τέχνης μεταμορφώνει σε ποίηση την φιλοσοφική απόφανση της χεγκελιανής διαλεκτικής. Ενώ μαίνεται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ο Εμπειρίκος μετατρέπει σε ποιητικό «σύνθεμα» την ίδια ιδέα που σημείωνε ο Λένιν διαβάζοντας Χέγκελ στην αρχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου:
«Η κίνηση είναι η ενότητα της συνέχειας (του χώρου και του χρόνου) και της ασυνέχειας (του χώρου και του χρόνου). Η κίνηση είναι αντίφαση, μια ενότητα αντιφάσεων».[8]
Ο ποιητής κι ο επαναστάτης -που κάποτε συναντήθηκαν οι δρόμοι τους για να χωρίσουν μέσα στις τραγωδίες τού αιώνα μέχρι να ξαναδεί ο ποιητής τον επαναστάτη Βλαδίμηρο Ουλιάνωφ Λένιν ανάμεσα στους Μπεάτους της Οκτάνας του[9]– την ώρα της δοκιμασίας, σε καιρούς χαλεπούς, εν πολέμω, αναζήτησαν κι οι δυο όχι μια ψεύτικη παραμυθία, μια φενάκη, αλλά μια διαλεκτική πυξίδα στην τρικυμία των καιρών, σαν αυτή που συναρμολογήθηκε στην Λογική του Χέγκελ – μια βαθύτερη κατανόηση της υφής του χρόνου, της ίδιας της ύφανσής του από την Κλωθώ, την Λάχεση και την Άτροπο των αντιφάσεων.
2. Ο ιστορικός χρόνος είναι η διαμεσολάβηση του κοσμικού χρόνου με τον χρόνο της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι ο Ανδρέας Εμπειρίκος, αντίθετα από ό,τι μπορεί να λένε οι μύθοι γι’ αυτόν και για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, ποτέ δεν γύρισε την πλάτη του στην Ιστορία, ποτέ δεν υπήρξε ένας αν-ιστορικός, α-πολίτικος ποιητής κλεισμένος σε χρυσελεφάντινους πύργους ερωτικών φαντασιώσεων.
Το ποίημα Εν όψει όλων των καιρών της Οκτάνας είναι μόνο το ορατό τμήμα ενός γιγάντιου παγόβουνου που πλέει στον ζοφερό, παγωμένο Ωκεανό της εποχής προς το υπέρλαμπρο βόρειο σέλας. Το αθέατο τμήμα του ποιητικού παγόβουνου μπορέσαμε να το δούμε με την δημοσίευση το 1998, σε επιμέλεια Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ενός ευρύτερου ποιητικού συνόλου, με ημερομηνία πάντα την 1η Ιανουαρίου 1942, και με τίτλο Our Dominions beyond the Seas ή Η βίωσις των στίχων.[10] Οι τρεις πρώτοι στίχοι και η συνθετική κατάληξη αυτού του ποιήματος αποσπώνται κι ανασυνδέονται για να εμφανιστούν στην Οκτάνα ως το ποίημα Εν όψει όλων των καιρών. Από την ίδια μήτρα προέρχονται, σύμφωνα με τον Λεωνίδα Εμπειρίκο,[11] και δυο άλλα ποιήματα της ίδιας συλλογής, το Μία Χιονοστιβάς κρημνιζομένη[12] με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1942 και το ποίημα Δύο άλογα του Giorgio de Chirico[13] με ημερομηνία 8 Ιανουαρίου 1942.
Στο Our Dominions beyond the Seas… ξετυλίγεται μια τρόπον τινά «κλασική» χεγκελιανή αλληλουχία. Στην αρχή, ως Θέση, προτάσσονται σαν όλο οι στίχοι ενός ποιήματος που, στη συνέχεια, τα μέρη του, ένας-ένας στίχος, αναλύονται διεξοδικά και πρωτότυπα, για να καταλήξει η όλη κίνηση σε ένα Σύνθεμα.
Η ανάλυση ξεκινά με μια πολιτικο-στρατιωτική εκτίμηση της ιστορικής στιγμής στην οποία βρίσκεται η εξέλιξη του πολέμου:
Ο χρόνος ήρχισε καλά. Μεγάλες επιτυχίες του Ερυθρού Στρατού στη Ρωσσία, σημαντικές επιτυχίες των Άγγλων πέρ’ απ’ την Βεγγάζη, στη Μέση Ανατολή.[14]
Παρά την αναγνώριση της σημασίας των νικών των Συμμάχων και την ακλόνητη βεβαιότητα του ποιητή για την τελική «περίλαμπρη νίκη», η ανάλυση της συγκυρίας διακρίνεται από τον ρεαλισμό της, την αποφυγή κάθε υποτίμησης της ισχύος και της αντοχής της Γερμανίας ή υπερτίμησης των συμμαχικών δυνατοτήτων. Υπολογίζεται με σχετική ακρίβεια ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σε δύο ή τρία χρόνια, δηλαδή το 1944-45. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Εμπειρίκος εκφράζει όχι απλώς την επιθυμία αλλά την ανάγκη η αντιφασιστική Νίκη να είναι «ποιοτική», δημιουργώντας τις προϋποθέσεις «να προχωρήσουμε ο καθένας και όλοι μαζί στην τόσο ποθητή και τόσο αναγκαία ανάπλασι του κόσμου τούτου».[15]
Από το επίπεδο του χρόνου της Ιστορίας και της ανίχνευσης των ρυθμών του, ο ποιητής ξεκινά à la recherche du temps perdu, αναζητώντας τον χαμένο χρόνο της προσωπικής ζωής, αναλύοντας τον κάθε στίχο με την βίωσί του, συνδέοντάς τον με προσωπικά βιώματα και μνήμες που διαρκώς περιστρέφονται γύρω από το Πραγματικό του ερωτικού πόθου.
Αλλά με την καταβύθιση στα ενδόμυχα της ψυχής και της προσωπικής ύπαρξης δεν μένει ο Εμπειρίκος στο επίπεδο του ατομικού. Στη συνέχεια, το «ανάλυμα»στο Our Dominions beyond the seas… προχωρά σε μια διεισδυτική σύγκριση δύο κατεξοχήν ερωτικών συγγραφέων της Αμερικής, του Walt Whitman και του Henry Miller, η οποία ξεπερνά τα όρια μιας εύστοχης λογοτεχνικής κριτικής παρατήρησης για να γίνει ιστορικοφιλοσοφικός στοχασμός πάνω στον Έρωτα και την ανθρώπινη απελευθέρωση (που φωτίζει, συν τις άλλοις, την όλη στάση τού Εμπειρίκου που συγκλίνει με εκείνη του Ουίτμαν). Ο Χένρυ Μίλλερ παρά την ερωτογραφική ελευθεριότητά του εκφράζει μια σεξουαλικότητα που φαινομενικά απελευθερωμένη παραμένει πάντα με το στίγμα της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό – με τον τρόπο που στις μέρες μας έδειξε ο Stanley Kubrick στο κύκνειο αριστούργημά του, την ταινία Eyes Wide Shut (τίτλος που μεταφράστηκε κακώς Μάτια ερμητικά κλειστά ενώ θα έπρεπε να αποδοθεί σε όλη του την άλυτη αντίφαση Μάτια διάπλατα σφαλιστά). Αντίθετα, ο ευλογημένος Ουίτμαν υμνεί μέσα στην αθωότητά του την ελεύθερη Λιβιδώ της ενιαίας ανθρωπότητος που κατά τον Εμπειρίκο, στο ποίημα Τα τεκταινόμενα, είναι αναπόσπαστη με την τόσο ποθητή και τόσο αναγκαία ανάπλασι του κόσμου τούτου και την οποία στο ποίημα της Πρωτοχρονιάς του 1942 την βλέπει σαν καρπό μιας αντιφασιστικής Νίκης πραγματικά ποιοτικής κι όχι ποσοτικής κι εφήμερης.
3. Αλλά από την γόνιμη ποιητική μήτρα της σύνθεσηςOur Dominions beyond the Seas… δεν γεννώνται μόνο το Εν όψει όλων των καιρών και τα άλλα δύο προαναφερθέντα ποιήματα που αποκομμένα από τον ομφάλιο λώρο τους ενσωματώνονται στην παραδείσια θέρμη της Οκτάνας, της Ουτοπίας του ανθρώπινου μέλλοντος. Όπως το έδειξε ο Γ. Γιατρομανωλάκης, το ποίημα-κλειδί Εν όψει όλων των καιρών παραπέμποντας άμεσα σε σύνθεση με τίτλο Φωνές και υδατοπτώσεις συνδέεται και με την συλλογή Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθές που η τρίτη και πέμπτη ενότητά της φέρουν αυτόν ακριβώς τον τίτλο.[16]
Με την σειρά της η συλλογή αυτή του 1966, όπως πάλι δείχνει στο Επίμετρό του ο Γιατρομανωλάκης, περιλαμβάνει ποιήματα από τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους της ποιητικής δημιουργίας του Εμπειρίκου: «α) ποιήματα που αποσπώνται από το corpus της Ενδοχώρας β) ποιήματα που γράφονται από το 1950 έως το 1955 και γ) ποιήματα που γράφονται από το 1963 ως το 1966».[17] Υπάρχουν δηλαδή κυριολεκτικά αι γενεαί πάσαι της εμπειρίκιας ποίησης. Συνάμα αναπτύσσεται κι ο ποιητικός στοχασμός περί χρόνου, εμφανής και στον διττό ακόμα τίτλο της συλλογής, μέσα από όλες τις γενεές των ποιημάτων, εν όψει όλων των καιρών τής Σήμερον, της Αύριον και του Χθες.
Ο τίτλος δεν υπονοεί καμιά μοιραία επανάληψη του μέλλοντος και του παρελθόντος στο παρόν. Ο χρόνος στον Εμπειρίκο δεν είναι κυκλικός αλλά σπειροειδής, ταυτόχρονα συνεχής και ασυνεχής, με προοπτική μια τελική ρήξη, αυτό που η βιβλική παράδοση αλλά κι ο ιστορικός υλισμός ενός Walter Benjamin ονομάζουν το Μεσσιανικό κι ο ποιητής της Οκτάνας χαιρετίζει ως τον ερχομό και την ανάγκη των νέων Παραδείσων[18]
Στον Εμπειρίκο ο Έρωτας εγγράφεται σ’ αυτήν την υλιστική μεσσιανική-εσχατολογική προοπτική. Στο ποίημα Τώρα και παρομοίως
Περιφερόμεθα στο ακρογιάλι των ερώτων μας
Χωρίς καμιάν υστεροβουλίαν χωρίς ιδιοτέλεια
Φροντίζοντας για τα μελλούμενα του κόσμου
…..
Ως ιεράρχαι μεγαλόπρεποι με σιγουράδα
Υπερποντίου οράματος που μας μαγεύει[19]
Το υπερπόντιο όραμα δεν είναι άλλο από εκείνο του απελευθερωμένου Νέου Κόσμου στο οποίο ποντοπορεί ο εμπειρίκειος Μέγας Ανατολικός. Οι αναταραχές κι οι θύελλες που συναντά η πορεία της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, οι παγκόσμιοι πόλεμοι κι οι καταβυθίσεις σε ρουφήχτρες της Ιστορίας δεν μπορούν να την ματαιώσουν
Κατήφορε της ιστορίας
Ζέσι τροπική σαν όμορφη γυναίκα
Θ’ ανηφορίσης πάλι[20]
Στην ομορφιά των πλασμάτων της Φύσης, ο ποιητής δεν διστάζει να δει την ουτοπική προέκφανση, το Vorschein, όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch μιας τελικής δικαιοσύνης, για την οποία τολμά να χρησιμοποιήσει τον όρο του Ωριγένη για την αποκατάσταση των πάντων
Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης
Κ’ αίφνης η θλάσις των λεπτοτέρων μίσχων
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασις πληρότης[21]
Το αρχέγονο κάλλος ενός χαμένου Παραδείσου ανασταίνεται και προβάλει στον ορίζοντα του Αύριο
Κ’ αίφνης κοντά στης πανηγύρεως τον χώρο
Μέσα από σπήλαιον βαθύ προβαίνει
Ως άνθρωπος ξαφνικός νεαντερντάλιος
Ως πιθηκάνθρωπος τεράστιος erectus
Πολύ πριν ακουσθή η κλαγγή των λεγεώνων
Πρωτόκλητος και αρχέτυπος προβαίνει
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ως μέγας αναμάρτητος Αδάμ
Με ένα λαλίστατον ειρηνικό πουλί στον ώμο
Ως άρχων της γης μοιραίος προβαίνει
Αναζητών λαόν πιστόν και αγέλας καλλιμάστων νεανίδων
Βαρύγδουπος κισσοστεφής προβαίνει
Θανάτω θάνατον πατήσας
Ο νέος αιών.[22]
Ο νέος αιών, ο βιβλικός Ολάμ Αμπά, ο Κόσμος που έρχεται έχει τα χαρακτηριστικά του Αρχάνθρωπου Αδάμ Καδμόν ή, όπως λέει ο ποιητής αλλού, έχει το πρόσωπο
Χριστού- Αδώνιδος ερωτικού και ανθρώπου[23]
Στο σήμερα φανερώνεται το αύριο να λυτρώνει το χθες. Ο Χριστός-Άδωνις μα και ο τίτλος της συλλογής τού Ανδρέα Εμπειρίκου έρχονται σαν ηχώ των λόγων της Προς Εβραίους Επιστολής:
Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας. [24]
Ο χρόνος του Μεσσιανικού είναι το αντίθετο της γραμμικής εξέλιξης, μιας στατικής αιωνιότητας και προπαντός μιας Αιώνιας Επιστροφής του Ίδιου. Στον Εμπειρίκο απέναντι στο μύθο κάποιου παντοδύναμου Τροχού της μοίρας που γυρίζει χωρίς τέλος αντιπαρατάσσονται
Οι όρθιοι υπέρμαχοι των ινδαλμάτων
Της τελικής μας νίκης όλων των καιρών[25]
Παρόλες τις διαψεύσεις, το έρεβος και τα τραύματα της Ιστορίας, ο Ανδρέας Εμπειρίκος δεν αμφιβάλει καθόλου γι’ αυτό το Τέλος
Διότι βέβαιον απολύτως είναι
Ότι θα έλθη γρήγορα μια μέρα
Μια μέρα σαν λευκή γυναίκα
Μια μέρα τελέσεως θριάμβου
Αφού η βούλησις η ελευθέρα
Τα «Άαχ!» και «΄Ωωχ!» του διαπύρου πάθους
Η έξοδος από τα δάση της ανίας
Η θραύσις των δεσμών πάσης δουλείας
Κυοφορούν στη σάρκα μας
Τις πράξεις και την δόξαν της μελλούσης ιστορίας[26]
4. Η βεβαιότητα για τα μελλούμενα των ανθρώπων δεν αφήνει τυφλό τον Εμπειρίκο μπροστά στην αρχή της πραγματικότητας σήμερα. Από μιαν άποψη είδαμε τον ρεαλισμό του υπερρεαλιστή ποιητή στη νηφάλια ανάλυση της πολεμικής συγκυρίας το 1942 στο Our Dominions beyond the seas… Σε ένα ποίημα που αποσπάστηκε από την ίδια μήτρα για να δημοσιευτεί πολύ αργότερα στην Οκτάνα, στα Δύο Άλογα του Giorgio de Chirico, στοχαζόμενος πάνω στον θαυμάσιο πίνακα του Ιταλο-Βολιώτη μεταφυσικού ζωγράφου, βλέπει τα δυο υπέροχα άλογα που ξέφυγαν ή διώχτηκαν από τα κτίσματα του λόφου να έχουν σταματήσει εμπρός σε απροσπέλαστο φραγμό, στον φραγμό που βάζει η θάλασσα μπροστά των, στο φράγμα που τόσο συχνά θέτει η πραγματικότητα σε πόθους παμμεγίστους, που όσο πιο ανικανοποίητοι μένουν, άλλο τόσο γεννούν, τρέφουν και διατηρούν ανείπωτη νοσταλγία, την νοσταλγία του άπω παρελθόντος ή του απωτάτου μέλλοντος, τη νοσταλγία που ένα παρόν σφικτά πολιορκημένο δημιουργεί…[27]
Ακόμα, όμως, κι όταν οι φραγμοί του παρόντος εμφανίζονται ανυπέρβλητοι, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς, εν καιρώ πολέμου ή και στην τύρβη μιας αποπνιχτικής καθημερινότητας οι όρθιοι υπέρμαχοι των ινδαλμάτων μιας τελικής νίκης όλων των καιρών δεν παύουν να φροντίζουν για τα μελλούμενα του κόσμου.
Μιαν άλλη Πρωτοχρονιά, πολύ πριν από εκείνη του 1942, την Πρωτοχρονιά του 1901, του έτους που γεννήθηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος στην Βραΐλα της Ρουμανίας, ο μέντορας του ποιητή στα χρόνια της νιότης του, ο εξόριστος στη Βιέννη, 22χρονος τότε επαναστάτης Λεβ Νταβίντοβιτς Τρότσκυ έγραφε στοχαζόμενος για τη νέα χρονιά και τον καινούργιο αιώνα, την πατρίδα μας μέσα στον χρόνο, όπως αποκαλούσε την εποχή μας
…Αν ήμουνα κάποιο ουράνιο σώμα θα κοίταζα με πλήρη αδιαφορία αυτήν την άθλια σφαίρα από σκόνη και βρωμιά… Θα έλαμπα εξίσου επί δικαίων και αδίκων… Αλλά είμαι άνθρωπος. Η παγκόσμια ιστορία που για σένα αδιάφορε φουσκωμένε διάνε της επιστήμης, για σένα λογιστάκο της αιωνιότητας, δεν είναι παρά μια αμελητέα στιγμή στη ζυγαριά του χρόνου είναι για μένα τα πάντα! Όσο αναπνέω θα παλεύω για το μέλλον, γι’ αυτό το ακτινοβόλο μέλλον στο οποίο ο άνθρωπος, δυνατός και ωραίος, θα γίνει κύριος της ροής της ιστορίας του που τον συμπαρασύρει τώρα και θα την κατευθύνει στον άνευ ορίων ορίζοντα της ομορφιάς, της ευφροσύνης και της ευτυχίας!…
Φαίνεται σάμπως ο νέος αιώνας, αυτός ο νεοφερμένος γίγαντας, να σκύβει, αμέσως μόλις εμφανίστηκε, πάνω στον αισιόδοξο για να τον ρίξει στην απόλυτη απαισιοδοξία και την νιρβάνα της ιδιώτευσης.
«- Θάνατος στην Ουτοπία! Θάνατος στην πίστη!, Θάνατος στην αγάπη! Θάνατος στην ελπίδα!» μας κεραυνοβολεί ο 20ος αιώνας με ομοβροντίες πυρός και κανονιοβολισμούς.
«- Παραδώσου, εσύ, αξιοθρήνητε ονειροπόλε. Εδώ είμαι εγώ, ο 20ος αιώνας που περίμενες τόσο πολύ, εγώ είμαι το μέλλον σου»
«- Όχι» απαντάει ο ανυπόταχτος αισιόδοξος «Εσύ – εσύ δεν είσαι παρά μονάχα το παρόν».[28]
Ο ευλογημένος ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος θα πρόσθετε
Και ιδού που αλλάζουν οι καιροί…[29]
Αθήνα, Πρωτοχρονιά 2008
- 15 Ιανουαρίου 2008
Επέτειος της δολοφονίας της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπκνεχτ
[1] Οκτάνα, Ίκαρος 1980 σελ. 47-48
[2] ό.π., σελ. 47
[3] Βλ. Hegel, Phänomenologie des Geistes
[4] Οκτάνα ό.π., σελ. 47
[5] Ό.π., σελ. 48
[6] Ό.π., σελ. 47
[7] Ό.π., σελ. 47
[8] Lenin, Philosophical Notebooks, Collected Works, Progress-Moscow 1981 σ. 256
[9] Οκτάνα ό.π., σελ. 37 και σελ. 102
[10] Βλ. Πολίτης, Δεκέμβριος 1998, τεύχος 59 σσ. 32-36
[11] Λ. Εμπειρίκος, Επίμετρο στα Τεκταινόμενα, υπό έκδοση.
[12] Οκτάνα ό.π., σελ. 46
[13] Ό.π., σελ. 83
[14] Our Dominions… ό.π., σελ. 32
[15] Ό.π., σελ. 33
[16] Βλ. Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθές, Άγρα 1984, επιμέλεια-επίμετρο Γ. Γιατρομανωλάκη, σελ. 164
[17] Ό.π., σσ. 164-165
[18] Οκτάνα ό.π., σελ. 38
[19] Η Σήμερον… ό.π., σελ. 16
[20] Ό.π., σελ. 22
[21] Ό.π., σελ. 49
[22] Ό.π., σελ. 131
[23] Ό.π., σελ. 98
[24] Προς Εβραίους ιγ΄8
[25] Ό.π., σελ. 103-104
[26] Ό.π., σελ. 58
[27] Οκτάνα ό.π., σσ. 83-84
[28] Βλ. Νέα Προοπτική, πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 2000
[29] Η Σήμερον… ό.π., σελ. 58
