Ο Λέων Τρότσκυ για την Αρμενία

Η 24η Απριλίου έχει ορισθεί ως ημέρα της γενοκτονίας των Αρμενίων. Στις 24 Απριλίου 1915 όλη η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και απαγχονίστηκε επί καθεστώτος του διαδόχου του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, Μωάμεθ Ε΄ Ρεσάντ, ομήρου, ουσιαστικά, των Νεότουρκων εθνικιστών. Σφαγές Αρμενίων είχαν ήδη προηγηθεί, αλλά το 1915 υπήρξε το αποκορύφωμα της εξόντωσης του Αρμένικου λαού. Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι ο αριθμός των νεκρών Αρμενίων ήταν 600.000 – 800.000, αλλά δυτικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό στο 1.500.000. Μια σκοτεινή πληγή στη διάρκεια του αιματηρού Πρώτου Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σφαγείου, πρόλογος ακόμα μεγαλύτερων ανθρωποσφαγείων, εθνοκαθάρσεων, γενοκτονιών και εξοντώσεων λαών.

Το κείμενο του Λέοντα Τρότσκυ είναι γραμμένο το 1912, στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Στα ελληνικά πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό της ΕΔΕ/ΕΕΚ Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, τεύχος 39, Ιούλιος – Αύγουστος 1984. Αργότερα αναδημοσιεύτηκε στη Νέα Προοπτική, φ. 595, 596. 597. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Λέον Τρότσκι, Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, εκδόσεις Θεμέλιο, 1993.

Ομαδικός τάφος σφαγιασθέντων Αρμενίων στο Ερζερούμ, στις 30 Οκτωβρίου 1895.
Φωτογραφία του William Lewis Sachtleben.

του Λέοντα Τρότσκυ

Βρισκόμαστε τώρα αναμφισβήτητα σ’ ένα από τα πιο κρίσιμα στάδια της εξέλιξης του Ανατολικού Ζητήματος, και ο τωρινός πόλεμος πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μία ακόμα από τις συνηθισμένες επώδυνες εγχειρήσεις που πραγματοποιούνται περιοδικά πάνω στον γερασμένο οργανισμό του «Ασθενούς»1 «Ασθενής» ονομαζόταν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τη φράση είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά στα 1853 ο τσάρος Νικόλαος Α’, σε συζήτηση με το Βρετανό πρέσβη Σέυμορ..

Αυτό γίνεται εδώ και καιρό τώρα. Κανένα από τα στοιχεία που συνιστούν το Ανατολικό Ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί με ειρηνικά μέσα, και, παρά την εφαρμογή κάθε δυνατής μορφής διαθέσιμου εξαναγκασμού στο οπλοστάσιο των διεθνών σχέσεων, η ευρωπαϊκή διπλωματία έχει πάντα αποδειχθεί αβοήθητη μπροστά στην πεισματάρικη απροθυμία, ή, ακριβέστερα στην ανικανότητα τους τούρκικης κυβέρνησης να αλλάξει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Είναι βέβαια αλήθεια, πως η ίδια η διπλωματία είναι σε ένα σημαντικό βαθμό υπεύθυνη για το γεγονός ότι πολλά προβλήματα, παρόλο που έχουν μείνει άλυτα για μια μακριά περίοδο, έχουν τελικά οδηγήσει στη μια ή την άλλη καταστροφή. Όμως είναι επίσης αληθινό ότι, με δοσμένη την καλή θέληση και την μάξιμουμ ευελιξία, η Τουρκία δεν θα ήταν σε θέση να εμποδίσει ούτε μια από τις καταστροφές που έχουν προκαλέσει την ολοένα μεγαλύτερη συρρίκνωση των συνόρων της μέχρι που τελικά έχουν οδηγηθεί πίσω στο το κατώφλι της Ασίας.

Ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το Ανατολικό Ζήτημα είναι το Αρμενικό Ζήτημα, που έχει δημιουργηθεί για τους ίδιους λόγους με το ζήτημα της Μακεδονίας.

Και αν η τελευταία μπόρεσε να δημιουργήσει έναν πόλεμο που θα συνεπάγεται την τελική του λύση, είναι φυσικό ότι το Αρμενικό Ζήτημα θα είναι τώρα το επόμενο στην ημερήσια διάταξη, ιδιαίτερα μια που η κατάσταση στην Αρμενία ήταν πάντα χειρότερη από ότι στην Μακεδονία. Για τη Μακεδονία η γειτονία με την Βουλγαρία έχει αποτελέσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα.

Στην πραγματικότητα, το Μακεδονικό επαναστατικό κίνημα πάντα έβρισκε στη Βουλγαρία όχι μόνο ηθική αλλά και υλική υποστήριξη: μετά από έναν ανεπιτυχή ξεσηκωμό, οι Μακεδόνες επαναστάτες αποσύρθηκαν ήσυχα στην Βουλγαρία όπου ένα ασφαλές και ακόμα φιλόξενο καταφύγιο τούς περίμενε πάντα. Εκτός αυτού (και αυτή ήταν η σοβαρότερη συνέπεια της γειτονίας της Βουλγαρίας), η Τουρκία σπάνια έφτανε στα άκρα με τη Μακεδονία, μια και δεν μπορούσε παρά να εξετάσει το ενδεχόμενο να πάρει η συνεχής απειλή από τη Βουλγαρία κάποια μορφή ενεργητικής επέμβασης.

O αρμενικός πληθυσμός της Τουρκίας είχε βρεθεί σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Μετά ακόμη και από πετυχημένες επιχειρήσεις, οι ξεσηκωμένες δυνάμεις τους δεν μπορούσαν, βέβαια, να παραμείνουν για πολύ σε τουρκικό έδαφος, αλλά έπρεπε να υποχωρήσουν προς τα σύνορα, δηλαδή είτε στην Περσία είτε στην Καυκασία. H τουρκική κυβέρνηση, όμως, όπως είναι καλά γνωστό, δεν λογάριαζε και πολύ την Περσία, και το κυνηγητό των Αρμενίων συνεχιζόταν και μέσα στο περσικό έδαφος. Επιπλέον, όταν περνούσαν αυτά τα σύνορα, οι Αρμένιοι ανακατεύονταν σε συγκρούσεις με τους Πέρσες Κούρδους, που δεν αντιπροσώπευαν λιγότερο κίνδυνο γι’ αυτούς απ’ ότι οι Τούρκοι. Στο ρώσσικο έδαφος οι Αρμένιοι φυγάδες ήταν πάντα αναγκασμένοι να κρύβονται, μια και οι ρωσσικές αρχές τους αντιμετώπιζαν όχι σαν θύματα των τρομερών συνθηκών που κυριαρχούν στην Τουρκία αλλά απλά σαν επαναστάτες. Και οι επαναστάτες, όπως όλοι ξέρουν, πρέπει πάντα να ρίχνονται στη φυλακή, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από τη Νικαράγουα ή από τις Φιλιππίνες. Στη δεκαετία του 1890 και στις αρχές της δεκαετίας του 1900 οι φυλακές τις Καυκασίας ήταν κατά 50% γεμάτες από «πολιτικούς παραβάτες» που όλη τους η παράβαση ήταν ότι ασχολήθηκαν με τη βελτίωση της κατάστασης των συμπατριωτών τους, που υπόκεινται σε συστηματικές σφαγές που έχουν κάνει ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο να τρέμει. Διπλωμάτες σαν τον Πρίγκηπα Λομπάνοφ-Pοστόφσκι έδωσαν πράσινο φως  στον Αμπντούλ Χαμίντ να εξοντώσει τους Αρμένιους, και διοικητές σαν τον Πρίγκηπα Γκολίτσιν έστειλαν  να σαπίσουν στη φυλακή όσους είχαν τολμήσει να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις σφαγές του σουλτάνου.

Σκίτσο αυτόπτη μάρτυρα στις σφαγές των Αρμενίων του Σασούν, το 1894.
Πηγή: Μουσείο Αρμένικης Γενοκτονίας.

Έτσι, τότε, το Αρμενικό Ζήτημα έγινε για άλλη μια φορά τοπικό. Ποτέ δεν εξαφανίστηκε πραγματικά, παρά μονάχα υποχώρησε για λίγο την περίοδο 1897-1901, όταν οι τρομερές σφαγές του 1894-18962Τα γεγονότα του 1894 ξεκίνησαν στην περιοχή της Σαμψούντος, όπου οι χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν τους υπερβολικούς φόρους που ζητούσαν οι Κούρδοι αφέντες. Ακολούθησαν ένοπλες συμπλοκές και ήρθαν τουρκικά στρατεύματα για την καταστολή της εξέγερσης. 24 αρμενικά χωριά καταστράφηκαν και οι κάτοικοί τους σφαγιάστηκαν. Ο Σουλτάνος είχε αποφασίσει μια πολιτική περιορισμού του Αρμενικού Ζητήματος δια της εξαλείψεως των Αρμενίων. Στις περιοχές που ζούσαν Αρμένιοι στάλθηκαν αξιωματικοί που συγκέντρωσαν τους μουσουλμάνους στα τζαμιά και τους έλεγαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν με τη βία τη θέση των Αρμενίων γειτόνων τους. Στα 1895-1896 έγιναν και άλλα τέτοια υποκινούμενα από την κυβέρνηση πογκρόμ. Υπολογίζεται ότι 100.000 Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους είτε άμεσα από τη βία, είτε από την πείνα και τις αρρώστιες που ακολούθησαν. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1895 οι αρμενικές οργανώσεις έκαναν στην Κωνσταντινούπολη διαδήλωση για να πιέσουν τις Δυνάμεις. Ο πυροβολισμός ενός Τούρκου αξιωματικού υπήρξε το πρόσχημα για να χτυπηθεί η διαδήλωση και να ακολουθήσει πολυήμερη σφαγή των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης. είχαν οδηγήσει τον πληθυσμό σε πλήρη απόγνωση και είχαν εξαντλήσει τους πόρους των επαναστατικών οργανώσεων. Πρέπει να προστεθεί ότι οι Αρμένιοι έχασαν την πίστη τους στη δύναμη της διπλωματικής επέμβασης, και πως γι’ αυτό τον σκοπό το επαναστατικό κίνημα προσωρινά είχε ανακοπεί. Στις αρχές του 1901 παρατηρήθηκε μια κάποια αναβίωση του κινήματος, που κλιμακώθηκε στην εξέγερση της Σαμψούντας το 1904, καθοδηγημένη από τον φημισμένο Αντρανίκ. Αυτή η ενέργεια όμως δεν είχε θετικά αποτελέσματα και ο Αντρανίκ, μαζί με μερικούς από τους παρτιζάνους του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα πατροπαράδοτα βουνά του. Παρ’ όλα αυτά, από τότε και στη συνέχεια, η έντονη επαναστατική προπαγάνδα, ο εξοπλισμός του λαού και τα σποραδικά ξεσπάσματα συνεχίστηκαν αδιάκοπα. Αν η υιοθέτηση ενός συντάγματος από την Τουρκία είχε καθυστερήσει ακόμα περισσότερο είναι πολύ πιθανό πως η τουρκική Αρμενία θα είχε γίνει το θέατρο μιας καινούργιας πλατιάς κλίμακας εξέγερσης, όπου θα συμμετείχαν Τούρκοι μαζί με Αρμένιους.

Αντρανίκ Οζανιάν, 25 Φεβρουαρίου 1865 – 31 Αυγούστου 1927.
Το κείμενο στην σημαία είναι απόσπασμα του ποιήματος “Το τραγούδι ενός Ιταλού κοριτσιού”, του Αρμένιου ποιητή Μιχαήλ Ναλμπαντιάν.

Το τουρκικό σύνταγμα έδωσε νέες ελπίδες στους Αρμένιους. Βέβαια, το μόνο που σήμαινε γι’ αυτούς ήταν υποσχέσεις ανθρώπων που είχαν τσακίσει την απολυταρχία του Αμπντούλ Χαμίντ. Τους συγχώρησαν ακόμη και τα Άδανα με τις δεκάδες χιλιάδες θύματά τους. Ακόμα και μετά από αυτές τις εφιαλτικές σφαγές δεν έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους όρκους που έπαιρναν οι Νεότουρκοι. H ειλικρινής επιθυμία των Αρμενίων να συνεργαστούν χέρι με χέρι με τους Τούρκους έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε το Αρμενικό Κόμμα με τη μεγαλύτερη επιρροή, το Ντασνακτσουτιούν, σύναψε μια τυπική συμφωνία με το Νεοτουρκικό Κόμμα της Ένωσης και της Προόδου για να υποστηρίξουν το συνταγματικό καθεστώς και να εφαρμόσουν μέτρα τοπικής αυτοκυβέρνησης, που αργότερα θα εξελίσσονταν έτσι ώστε να φέρουν την πολιτιστική–εθνική αυτονομία. Λίγο αργότερα, με την επιμονή του ίδιου του Αρμενικού Κόμματος, η κυβέρνηση, αδιαφορώντας για την αντίθεση αντιδραστικών στοιχείων ανάμεσα στους Τούρκους, αποφάσισε να συμπεριλάβει τους Χριστιανούς, όπως και τους Μουσουλμάνους στην υποχρεωτική  στρατιωτική θητεία, και στα τέλη του 1909 το Υπουργείο Εσωτερικών υπέβαλε νομοσχέδιο για τα βιλαέτια, που σκόπευε να εισάγει την διοικητική αποκέντρωση και να δημιουργήσει, σε συνεργασία με τους γενικούς κυβερνήτες, συμβούλια όπου θα συμμετείχαν αντιπρόσωποι του τοπικού πληθυσμού.

Αλλά, όπως έχει πάντα συμβεί στην Τουρκία, η αποκέντρωση παρέμεινε στο χαρτί και οι υποσχέσεις της κυβέρνησης αποδείχτηκαν κούφια λόγια. Έγινε σύντομα φανερό στον καθένα ότι το σύνταγμα άλλαξε μόνο την εξωτερική μορφή των πραγμάτων, ενώ το περιεχόμενο παρέμεινε το ίδιο. Ούτε μια από τις υποσχεθείσες μεταρρυθμίσεις δεν πραγματοποιήθηκε και στη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς άρχισαν στις Αρμένικες επαρχίες συστηματικές σφαγές που έχουν τώρα πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Έτσι από φέτος το Μάρτη, σε μια περίοδο έξι μηνών, μονάχα στο βιλαέτι του Βαν, εξήντα Αρμένιοι έχουν σκοτωθεί και πάνω από διακόσιοι έχουν τραυματιστεί και ληστευτεί. Οι εκκλήσεις στην κεντρική κυβέρνηση και τα παράπονα για την αδράνεια των τοπικών αρχών παρέμειναν όλα χωρίς το παραμικρό αποτέλεσμα. Οι ένοχοι γι’ αυτούς τους σκοτωμούς είναι ακόμη ελεύθεροι, και όχι μόνο συνεχίζουν να διεξάγουν τις ακρότητές τους, αλλά χαίρουν και της προστασίας των αντιπροσώπων των αρχών. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο υπουργός Εσωτερικών στα παράπονα του Αρμένιου Πατριάρχη: «Δεν βλέπω τίποτα το ασυνήθιστο σε αυτήν την υπόθεση, είπε. Μονάχα οι συνηθισμένοι σκοτωμοί. Και αν δεν συνέβαιναν και αυτές οι πράξεις βίας, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης της κυβέρνησης».

Μετά από μια τέτοια απάντηση ήταν προφανές ότι οι Αρμένιοι εγκαταλείπονταν ξανά στην τύχη τους και ότι οι σφαγές των Αρμενίων αντιμετωπίζονταν ξανά σαν κάτι το φυσιολογικό και νόμιμο. Μετά από αυτό ανακινήθηκε ξανά το «Αρμενικό Ζήτημα», για πρώτη φορά μετά τη διακήρυξη του συντάγματος, και ήταν κάτω από αυτόν τον τίτλο που άρχισαν να δημοσιεύονται τα νέα για τις βαρβαρότητες στην Αρμενία στις αρμενικές εφημερίδες. Με αυτόν τον τρόπο, μια έμμεση έκκληση γι’ άλλη μια φορά κατευθυνόταν πάνω από το κεφάλι της Τουρκίας στην κοινή γνώμη της Ευρώπης.

Οι λόγοι για την ύπαρξη του Αρμενικού Ζητήματος πρέπει να αναζητηθούν στην παραδοσιακή πολιτική της τούρκικης άρχουσας κάστας προς τα «ξένα στοιχεία» και στην οικονομική θέση των κατοίκων στις Αρμένικες επαρχίες.

Ο περίφημος Οθωμανισμός των Νεότουρκων σύντομα εκφυλίστηκε σε Ισλαμισμό και ακολούθως σε Τουρκισμό. Αναγνωρίζοντας πως η ενίσχυση του νέου καθεστώτος, και η ακεραιότητα της αυτοκρατορίας γενικά, ήταν δυνατά μόνο αν υπήρχε πλήρης και γνήσια ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία του πληθυσμού, χωρίς διάκριση της εθνότητας ή της θρησκείας, και ορίζοντας αυτήν την ισότητα των δικαιωμάτων με την έννοια του Οθωμανισμού, οι Νεότουρκοι ταυτόχρονα ανακήρυξαν στο Συνέδριό τους στη Θεσσαλονίκη (τον Οκτώβρη του 1910), την προνομιούχα θέση των μουσουλμανικών εθνοτήτων σε αντίθεση με τα μη Μουσουλμανικά, και διακήρυξαν ότι το τούρκικο στοιχείο ήταν το στήριγμα που βασιζόταν το κράτος. Ειδικά οι «Χριστιανοί» -και έτσι δικαίωσαν το διάταγμά τους- αποτελούσαν ένα αναξιόπιστο στοιχείο. Στην Ρωμυλία, ειπώθηκε, ότι τα μάτια τους είναι στραμμένα στην Βουλγαρία, την Σερβία και την Ελλάδα και στην Ανατολία προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, και ιδιαίτερα προς την Ρωσσία.

Οι Χριστιανοί ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν πολίτες της τούρκικης αυτοκρατορίας, και γι’ αυτόν το λόγο μπορούν απλά να γίνουν ανεκτοί. Μια και είναι έτσι τα πράγματα, το να τους εγγυηθεί κανείς ίσα δικαιώματα και να τους αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα εθνικά τους συμφέροντα και τις προσδοκίες θα σήμαινε να δημιουργήσει μέσα στο σπίτι του τις συνθήκες για την κατάρρευσή του. Όσο για τις μουσουλμανικές εθνότητες, δεν είναι δυνατό να τους δώσει κανείς την ίδια εμπιστοσύνη, μια και οι Άραβες και οι Αλβανοί συνεχίζουν να διατηρούν χωριστικές τάσεις και οι Κούρδοι θα έπεφταν εύκολα κάτω από την επιρροή της ρώσικης προπαγάνδας. Το μόνο στοιχείο, επομένως, στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η κυβέρνηση, είναι ο τούρκικος πληθυσμός, και γι’ αυτόν το λόγο το ενδιαφέρον της Επιτροπής των Νεότουρκων και η κυβέρνηση της Τουρκίας πρέπει να στραφεί προς το δυνάμωμα της πολιτικής επιρροής και της οικονομικής θέσης των Τούρκων της Ανατολικής Ρωμυλίας, ιδιαίτερα μαζί με άλλες εθνότητες που ανήκουν στην τουρκική οικογένεια. Το πρώτο πρακτικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν το ξεκίνημα της επιχείρησης μουχατζίρ (εποικισμών). Tο κοινοβούλιο των Νεότουρκων ενέκρινε ένα πολύ μεγάλο ποσό για τον εποικισμό των Τούρκων και Τατάρων από την Βοσνία, την Βουλγαρία, την Καυκασία και ακόμα την Αφρική και το Αφγανιστάν, για να τους εγκαταστήσει στις επαρχίες όπου οι χριστιανικές εθνότητες αποτελούσαν μια συμπαγή μάζα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι καλύτερες εκτάσεις στην Μακεδονία, και μέχρι ενός σημείου στην Αρμενία επίσης, δόθηκαν στους μουχατζίρ, και αν το σχέδιο δεν ευδοκίμησε και η πλειοψηφία των εποικιστών επέστρεψαν στις πατρίδες τους, αυτό οφείλεται στην εξαιρετική αδυναμία της τούρκικης κυβέρνησης να οργανώσει οτιδήποτε. Και οι Νεότουρκοι, που μόνο πριν από λίγο, όταν ζητούσαν από το κοινοβούλιο χρήματα γι’ αυτό το σχέδιο, έκλαιγαν και οδύρονταν για την τύχη των «δυστυχισμένων ομοθρήσκων τους που επιθυμούν να έλθουν να ζήσουν στη μεγάλη Oθωμανική Aυτοκρατορία», γρήγορα τους ξέχασαν, και ακόμα και τον ίδιο τον πραγματικά δυστυχισμένο τούρκικο λαό, και έστρεψαν όλη την προσοχή τους στο να κερδίσουν την συμπάθεια των μεγάλων φεουδαρχών γαιοκτημόνων. Οι τελευταίοι, με γενναίες συνεισφορές στα ταμεία της Επιτροπής των Νεότουρκων και μέσα από τις ψήφους που υποσχέθηκαν στους υποψήφιους της επιτροπής στις κοινοβουλευτικές εκλογές, εξασφάλισαν για τους ίδιους το δικαίωμα να συνεχίσουν τη θηριώδη εκμετάλλευση των εργαζομένων μαζών. Σε τελευταία ανάλυση ήταν αυτοί οι ιδιοκτήτες δουλοπάροικων που επρόκειτο να παράσχουν, σύμφωνα με τους Νεότουρκους, το πιο αξιόπιστο στήριγμα για το σύνταγμά τους…

Μια ιδιαίτερα μεγάλη κακοτυχία για τους Αρμένιους ήταν η προνομιακή θέση που δόθηκε στους γείτονές τους, τους Κούρδους. H πολιτική σε σχέση με τους Κούρδους είχε αλλάξει λίγο από τον καιρό του Αμπντούλ Χαμίντ. O τελευταίος, όπως είναι καλά γνωστό, έδειξε ιδιαίτερη εύνοια στις μισοάγριες κουρδικές φυλές, βλέποντας σε αυτές, πρώτα, ένα οχυρό ενάντια στην Ρωσσία, και σχηματίζοντας ανάμεσά τους ένα άτακτο ιππικό για να το χρησιμοποιήσει σαν αντίβαρο στους Κοζάκους, που εξακολουθούν να εμπνέουν τρόμο στους Τούρκους. Και δεύτερο, και πιο σημαντικό, για να τους χρησιμοποιήσει σαν όπλο για να κρατήσει υπό έλεγχο τους Αρμένιους.

Οικογένεια Αρμενίων προσφύγων στο πέρασμα του Ταύρου, πιθανόν το 1015.
Φωτογραφία του Armin Wegner.

Οι Νεότουρκοι συνέχισαν αυτήν την πολιτική. Κατ’ αρχήν, οι Κούρδοι ήταν γι’ αυτούς ο μόνος λαός που μέχρι τώρα δεν είχε εξεγερθεί ενάντια στην κυβέρνηση και έτσι οι Νεότουρκοι επιθυμούσαν να αποφύγουν να τους ενοχλούν για να μην προσχωρήσουν και αυτοί στο στρατόπεδο των δυσαρεστημένων. Επιπλέον, στη διάρκεια των τελευταίων δύο χρόνων ακούγονταν φήμες ότι οι Ρώσσοι πράκτορες έκαναν προπαγάνδα στους Κούρδους των παραμεθορίων περιοχών. Αυτό ανάγκαζε τους Νεότουρκους όχι μόνο να διατηρήσουν τα προνόμια που είχαν δοθεί στους Κούρδους, αλλά ακόμα να αναβιώσουν (με μια απλή αλλαγή του ονόματος) τα συντάγματα των «Χαμεντιέ» από ατάκτους, που είχαν διαλυθεί μετά την διακήρυξη του συντάγματος. Τελικά, παρ’ όλα τα φιλικά λόγια και τις υποσχέσεις, οι Νεότουρκοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αισθάνονταν λίγη εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια του Οθωμανισμού των Αρμενίων, λίγο περισσότερη από των υπολοίπων χριστιανικών λαών, και, φοβούμενοι ότι με την πρώτη ευκαιρία οι Αρμένιοι θα ακολουθούσαν το δρόμο του ενεργητικού αγώνα, διατήρησαν τους Κούρδους σαν μια μόνιμη απειλή ενάντιά τους. Και αυτός είναι ο λόγος που κανένας από τους ενόχους των πρόσφατων δολοφονιών δεν συνελήφθη ή τιμωρήθηκε. Στις εκκλήσεις των Αρμενίων αντιπροσώπων, η κεντρική κυβέρνηση απάντησε ότι ήταν υπεύθυνες οι τοπικές αρχές, και για να αποδείξει την ειλικρινή της επιθυμία να καταπολεμήσει τις κουρδικές υπερβολές έκανε εδώ και εκεί κάποια αλλαγή κυβερνητών: αλλά οι τοπικές αρχές, από τη μεριά τους, παραπονέθηκαν ότι η κεντρική κυβέρνηση παρέλυε τις προσπάθειές τους που είχαν στόχο τους Κούρδους.

Μια από τις πολιτικές αιτίες που οδήγησαν στη γέννηση του Αρμενικού Ζητήματος είναι η σχεδόν απόλυτη έλλειψη δικαιωμάτων των Αρμενίων. Έχουμε ήδη δει ότι οι πράξεις βίας ενάντια στους Αρμένιους δεν θεωρούνταν εγκληματικές. Αν, παρ’ όλα αυτά, μια υπόθεση βίας κάποιου είδους φτάσει σε ένα δικαστήριο, πάντα καταλήγει στην αθώωση του δράστη, μια και κανένας Μουσουλμάνος δεν επιθυμεί ή μπορεί να καταθέσει ενάντια σε έναν ομόθρησκο και υπέρ ενός γκιαούρη, και η μαρτυρία των Χριστιανών ενάντια στους Μουσουλμάνους δεν υπολογίζεται.

Βέβαια, ο νόμος δεν κάνει διακρίσεις από αυτήν την άποψη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους και μη Μουσουλμάνους. Αλλά οι αξιωματούχοι, που εν μέρει κληρονομήθηκαν στο νέο καθεστώς από τον Αμπντούλ Χαμίντ, και γενικά έχουν εκπαιδευτεί στο πνεύμα της παράδοσής του, δεν υπολογίζουν και πολύ το νόμο, και αρνούνται αποφασιστικά, ιδιαίτερα στα βάθη των επαρχιών, να αναγνωρίσουν το σύνταγμα.

Τώρα βασιλεύει παντού στα βιλαέτια της Ανατολίας η ίδια ανομία και αυθαιρεσία που ήταν χαρακτηριστικές του παλιού καθεστώτος. Οι αξιωματούχοι σαν ένα σώμα είναι ένα από τα μεγαλύτερα κακά που ταλαιπωρούν τον πληθυσμό και ένας από τους κύριους παράγοντες στον διαμελισμό του τούρκικου κρατικού συστήματος.

Εξετάζοντας τώρα την οικονομική κατάσταση στις αρμένικες επαρχίες, πρέπει πρώτα και κύρια να θέσουμε το αγροτικό ζήτημα. Όπως είναι γνωστό, πάνω από το 90% του αρμένικου πληθυσμού ασχολείται με την γεωργία. Αυτήν όμως την περίοδο, οι Αρμένιοι χωρικοί έχουν αποστερηθεί από τη μόνη πηγή της επιβίωσής τους, καθώς στη διάρκεια των σφαγών του 1894-1896 οι Κούρδοι φεουδάρχες κατέλαβαν τη γη όχι μόνο των Αρμενίων που έφυγαν στο εξωτερικό, αλλά και αυτών που παρέμειναν στη χώρα τους. Όταν ήλθε το σύνταγμα, οι Αρμένιοι πολλές φορές έκαναν έκκληση στην κυβέρνηση ζητώντας να τους δοθεί πίσω η γη τους. H κυβέρνηση δεχόμενη το δίκαιο του αιτήματος, πρότεινε στους Αρμένιους να γυρέψουν το δίκιο τους μέσα από τα δικαστήρια. Αφού όμως η γραφειοκρατία κυβερνούσε τα τουρκικά δικαστήρια και δεν υπήρχε στην περίπτωση πολλών γνήσιων ιδιοκτητών γης κανένα έγγραφο που να αποδείχνει το δικαίωμά τους σε αυτήν, η δικαστική διεκδίκηση θα σήμαινε στην πράξη ότι οι Αρμένιοι παραιτούνταν από τα δικαιώματά τους. Επομένως, το αρμενικό Πατριαρχείο και το Κόμμα Nτασνακτσιουτιούν επέμειναν σε ένα διοικητικό διακανονισμό του ζητήματος και η κυβέρνηση του Σαΐντ Πασά αποφάσισε, αφού δίσταζε για πολύ καιρό, να υιοθετήσει τελικά αυτήν την πρόταση: διόρισαν και μια επιτροπή που επρόκειτο να επισκεφθεί τις ενδιαφερόμενες περιοχές και να διευθετήσει επί τόπου το ζήτημα της γης. Αλλά αυτή η επιτροπή δεν έφυγε ποτέ από την Κωνσταντινούπολη, και τώρα ακούμε για νέες καταλήψεις αρμένικης γης από τους αρχιτσιφλικάδες. Αν προσθέσουμε σε αυτό και το σκανδαλώδες σύστημα του χαρατσιού και τις εισπράξεις και τους φόρους σε είδος που επιβάλλονται βαριά πάνω στους Αρμένιους, μπορούμε μονάχα να μείνουμε έκπληκτοι μπροστά στη μακρόχρονη ταλαιπωρία αυτού του λαού και να απορούμε πώς μπορεί μέχρι τώρα να μην έχει κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγει επιτέλους από αυτήν την εφιαλτική κατάσταση.

Θα ήταν όμως λάθος να πει κανείς ότι το σύνταγμα δεν έφερε καμμία απολύτως αλλαγή στις συνθήκες κόλασης που ζουν οι Αρμένιοι. Στην αρχή, όταν οι εκπρόσωποι του παλιού καθεστώτος και οι επαγγελματίες παλικαράδες δεν ήξεραν πώς να δράσουν απέναντι στο νέο καθεστώς, και βρίσκονταν επομένως σε κατάσταση σύγχυσης, οι Αρμένιοι, ιδιαίτερα στα κέντρα, μπόρεσαν να αναπνεύσουν κάπως πιο ελεύθερα. Γρήγορα άνοιξαν πολιτικές λέσχες, βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, και αύξησαν τον αριθμό των σχολείων τους και κάθε είδους φιλανθρωπικών και εκπαιδευτικών κοινοτήτων. Συνολικά, όμως, οι Αρμένιοι εξακολουθούσαν να είναι οι ίδιοι γκιαούρηδες όπως πριν, δηλαδή, πλάσματα που οι Τούρκοι και οι Κούρδοι τους συμπεριφέρονταν όπως ήθελαν. Πάνω από τους Αρμένιους εξακολουθούσε να επικρέμεται η απειλή των καταραμένων σφαγών, από τις οποίες δεν εξαιρούνταν ούτε οι κάτοικοι της πρωτεύουσας. Ήταν έτσι τα πράγματα ώστε, όταν πέρυσι η διαμάχη ανάμεσα στο Κόμμα της Ένωσης και της Προόδου και στη Φιλελεύθερη Ένωση έγινε τόσο οξεία που φάνηκε ότι θα μπορούσε να ξεσπάσει μια ανοιχτή σύγκρουση, μερικοί Τούρκοι φίλοι των Αρμενίων συμβούλεψαν τους τελευταίους να πάρουν προληπτικά μέτρα, καθώς θα μπορούσε να συμβεί μια σφαγή των Αρμενίων. Μπορεί να φαινόταν ότι δεν υπήρχε πιθανή σύνδεση στην πάλη ανάμεσα σε καθαρά τουρκικά κόμματα και σε μια σφαγή των Αρμενίων, αλλά οι ίδιοι οι Αρμένιοι έχουν προφανώς συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι κάθε μεγάλο γεγονός στην πολιτική ή κοινωνική ζωή της Τουρκίας πρέπει να οδηγήσει σε μια σφαγή των Αρμενίων. «Του χρόνου, μου είπε ένας γνωστός Αρμένης στην Κωνσταντινούπολη, θα συμβεί πιθανώς μα σφαγή εδώ». «Γιατί το πιστεύεις αυτό;», τον ρώτησα. «Τί εννοείς, γιατί; Ξέχασες ότι του χρόνου πρόκειται να ανοίξει η Διώρυγα του Παναμά;»

Φέτος την άνοιξη κυκλοφόρησε μια φήμη στην Κωνσταντινούπολη ότι στην Γαλλική πρεσβεία έφτασαν πληροφορίες από το προξενείο του Ερζερούμ για μια σφαγή Αρμενίων που είχε συμβεί εκεί. Βιάστηκα να πάω μαζί με τον κ. Π., τον βουλευτή του Ερζερούμ, στη γαλλική πρεσβεία, όπου μας είπαν ότι η φήμη ήταν ανυπόστατη. Παρ’ όλα αυτά ο κ. Π. ήταν βαθιά αναστατωμένος. «Τί σημασία έχει», είπε, «ότι η πρεσβεία αρνείται τώρα την αναφορά για μια σφαγή; Αυτό που είναι πραγματικά τραγικό είναι ότι τέτοιες φήμες μπορούν να κυκλοφορούν, και ότι μπορούμε να τις πιστεύουμε».

Αρμένιοι πρόσφυγες σε γαλλικό καταδρομικό, όπου διέφυγαν των σφαγών του 1915.

Μετά απ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί, το ερώτημα παραμένει: Πώς μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση των Αρμενίων στις τουρκικές επαρχίες, και μπορεί η τουρκική κυβέρνηση μόνη της να διακανονίσει το Αρμενικό πρόβλημα;

Αντί ν’ απαντήσω ο ίδιος θα επιτρέψω σε ένα εξέχον μέλος του κόμματος Nτασνακτσιουτιούν, που γνωρίζει την Τουρκία και το κράτος της και τους κομματικούς ηγέτες καλά, να δώσει την άποψή του.

«Ήμασταν ίσως πιο Νεότουρκοι από τους ίδιους τους Νεότουρκους, μια και μας ενδιαφέρει πιο πολύ απ’ αυτούς να σταθεροποιηθεί το νέο καθεστώς. Πολλοί είχαν απογοητευθεί από αυτούς και μετατόπισαν την απώλεια της εμπιστοσύνης από τ’ άτομα στο ίδιο το καθεστώς. Αλλά συνεχίσαμε να πιστεύουμε σ’ αυτούς, ή, μάλλον, να θέλουμε να πιστεύουμε σ’ αυτούς, γιατί καταλάβαμε πολύ καλά ότι το σύνταγμα ήταν η τελευταία ελπίδα για την τουρκική ανεξαρτησία. Και εμείς βέβαια είχαμε απογοητευθεί, στο τέλος, όμως αργότερα απ’ όλους τους υπόλοιπους – αλλά η απογοήτευσή μας ήταν ισχυρότερη και η απώλεια της εμπιστοσύνης μας καλύτερα θεμελιωμένη, σαν αποτέλεσμα της παρατεταμένης παρατήρησης και εμπειρίας. Και τώρα σας λέω απόλυτα ειλικρινά ότι είμαι πεπεισμένος ότι τίποτα δεν θα βγει από το ίδιο το τούρκικο σύνταγμα. Η τούρκικη κυβέρνηση, άσχετα από ποιόν αποτελείται, είναι ανίκανη να δώσει τίποτε άλλο από υποσχέσεις. Επομένως, όποιος κάνει έκκληση στην τούρκικη κυβέρνηση θα απαιτήσει ισχυρές εγγυήσεις. Και μια και οι Τούρκοι δεν μπορούν να δώσουν καμιά εγγύηση, το καθήκον της μεταρρύθμισης, είτε στην Μακεδονία, είτε στην Αλβανία, είτε στην Αρμενία, πρέπει να αναληφθεί από την Ευρώπη. Γι’ αυτό, η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τα συνηθισμένα ημίμετρά της και να αναλάβει να εφαρμόσει ριζική θεραπεία στον “Ασθενή”. Τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί, σε οποιαδήποτε περίπτωση, χωρίς τη βοήθεια της εγχείρησης».

Αυτά τα λόγια, πριν από έξι μήνες, αποδείχθηκαν προφητικά. Στο Συνέδριο του Βερολίνου, η Ευρώπη αφιέρωσε το Άρθρο 23 στη Μακεδονία και το Άρθρο 61 στην Αρμενία, υποσχόμενη μεταρρυθμίσεις και στις δυο χώρες. Και παρόλο που η Ευρώπη διατήρησε για τον εαυτό της το δικαίωμα να επιτηρήσει την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων, παρ’ όλα αυτά η κατάσταση στις παραπάνω επαρχίες γινόταν κάθε χρόνο και χειρότερη, και μερικές φορές οδηγούσε ακόμη και σε αιματηρές εξεγέρσεις, αφού αφέθηκε στην πραγματικότητα στην Τουρκία να κάνει τις μεταρρυθμίσεις. Το ίδιο συνέβη με το «υπόμνημα» του 1895 που υποβλήθηκε από τους εκπροσώπους της Ρωσσίας, της Βρεταννίας και της Γαλλίας και έγινε δεκτό από την Πύλη. Στη θέση των εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων που το υπόμνημα υποσχόταν στους Αρμένιους, τους βρήκαν οι συμφορές ενός νέου κύματος σφαγών που έγιναν στις περιοχές που επισκέφθηκε ο Σακίρ Πασά, ο ανώτερος επίτροπος που διορίστηκε ειδικά για να επιβλέψει την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων. Το ίδιο φιάσκο παρατηρήθηκε με το σχέδιο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων να οργανώσουν μια μακεδονική χωροφυλακή κάτω από τη διοίκηση ενός Ιταλού στρατηγού, γιατί και εκεί ο ανώτερος επίτροπος ήταν ένας εκπρόσωπος της τούρκικης κυβέρνησης, ο Χίλμι Πασά.

Οι επιτροπές μεταρρύθμισης διορίστηκαν από τους Τούρκους μετά τη διακήρυξη του Συντάγματος, αλλά η δραστηριότητά τους περιοριζόταν αποκλειστικά σε οργανωτικές συναντήσεις που γινόντουσαν στον Βόσπορο. Στο τέλος η Μακεδονία αποδείχτηκε η αχίλλειος πτέρνα του τούρκικου κρατικού οργανισμού. Αλλά, ευτυχώς για τον τελευταίο, η τωρινή ήττα είχε αποτέλεσμα ένα μερικό ακρωτηριασμό μια και η Μακεδονία ήταν, στο σύνολό της, ένα από τα άκρα της Τουρκίας.

Οι Αρμένιοι είναι άλλο πράγμα. Ένας Τούρκος πολιτικός μου είπε πριν από δυο χρόνια, όταν οι αξιότιμοι κοινοβουλευτικοί χότζι απειλούσαν να εξαπολύσουν μια εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα για την Κρήτη: «Έχουμε χάσει εδώ και καιρό την αίσθηση της πραγματικότητας. Τί είναι η Κρήτη για μας; Επιτέλους, την έχουμε χάσει εδώ και καιρό και όμως εξακολουθούμε να βλάπτουμε τον εαυτό μας για λογαριασμό της. Το μέλλον μας είναι στην Ασία. Αν το είχαμε συνειδητοποιήσει αυτό νωρίτερα και είχαμε καθαρίσει την πολιτική μας από κάθε ρομαντισμό, αν είχαμε συγκεντρώσει το δημιουργικό έργο μας στην Μικρά Ασία, δεν θα ήμασταν αυτό που είμαστε τώρα – μια ασήμαντη ποσότητα (αμελητέα δύναμη) στην οποία κανείς δεν δίνει καμμιά σημασία».

Ένας εξέχων βουλευτής που κατοικούσε στο Σκουτάρι, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, μου είπε στις αρχές του πολέμου στην Τριπολίτιδα: «Έχω ήδη μετακομίσει στην Ασία, μια που σε κάθε περίπτωση θα διωχθούμε σύντομα από την Ευρώπη. Kαι η κυβέρνησή μας θα ενεργούσε πολύ λογικά αν ακολουθούσε το παράδειγμά μου».

Η Μικρά Ασία είναι πράγματι ο κορμός της Τουρκίας, η πραγματική Τουρκία. Οι Αρμένιοι έχουν ήδη πάψει να πιστεύουν σ’ αυτά που λένε οι Τούρκοι ή που υπόσχονται οι Ευρωπαίοι, και επιμένουν σε ακλόνητες εγγυήσεις. Όμως, ποια μορφή μπορούν να πάρουν αυτές οι εγγυήσεις, και πως μπορούν οι Δυνάμεις να εγγυηθούν την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αν δεν πάρουν αυτό το καθήκον στα δικά τους χέρια; Και αυτό, όπως όλοι γνωρίζουμε, πάντα σημαίνει μια «προσωρινή» κατοχή των επαρχιών που έχουν ανάγκη μεταρρύθμισης. H «προσωρινότητα» όμως είναι απλά μια από τις τεχνικές εκφράσεις στη γλώσσα της διπλωματίας και δεν γνωρίζουμε καμιά περίπτωση πρόσφατα όπου ένας στρατός κατοχής δεν έμεινε για πάρα πολύ καιρό σε κατεχόμενα εδάφη. Είναι με τέτοιες καταλήψεις που μέχρι τώρα έχουν διακανονιστεί όλα τα στοιχεία στο Ανατολικό ζήτημα, και μ’ αυτόν τον τρόπο η Τουρκία έχει χάσει τις κατακτήσεις της, τη μια μετά την άλλη. Και τώρα, υπάρχει καμμία εγγύηση ότι, μετά την κατοχή, ας πούμε της Αρμενίας, οι άλλες επαρχίες της Μικράς Ασίας -η Μεσοποταμία, η Συρία, η Κιλικία, η Αραβία- δεν θα καταλαμβάνονταν επίσης; Ξανά, οι Δυνάμεις δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι την κατάληψη της Αρμενίας, ας πούμε από την Ρωσσία, και πολύ πιθανό θα ζητούσαν «αποζημίωση» για κάτι τέτοιο. Στους διπλωματικούς κύκλους ήδη λένε αρκετά ανοιχτά ότι, μόλις διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, μέσα σε λίγους μήνες ο διαμελισμός της Ασιατικής Τουρκίας θα μπει αναπόφευκτα στην ημερήσια διάταξη. Ο εποικισμός της Μικράς Ασίας από μάζες Τούρκων από την Ευρωπαϊκή Τουρκία δεν μπορεί παρά να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τη θέση μερικών λαών που για καιρό έχουν ανάγκη μια βελτίωση των συνθηκών τους. Αν δεν πραγματοποιηθούν τώρα οι μεταρρυθμίσεις, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν ταραχές στην Μικρά Ασία. H ίδια η Τουρκία όμως δεν βρίσκεται σε θέση ν’ αναλάβει οτιδήποτε τέτοιο, και έτσι η Ευρωπαϊκή επέμβαση φαίνεται αναπόφευκτη – επέμβαση που, για να μην κάνει την Ασιατική Τουρκία μια νέα απειλή για την ευρωπαϊκή ειρήνη, θα την εκμεταλλευτεί με την πρώτη ευνοϊκή ευκαιρία για να πραγματοποιήσει το διαμελισμό των κατακτήσεων της Τουρκίας στην Ασία.

Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι είναι ήδη δυνατό ακόμη και τώρα να φτιάξουν ένα σχέδιο για έναν τέτοιο διαμελισμό.

Αρχεία
12 Νοέμβρη 1912

Υποσημειώσεις

Υποσημειώσεις
1 «Ασθενής» ονομαζόταν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τη φράση είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά στα 1853 ο τσάρος Νικόλαος Α’, σε συζήτηση με το Βρετανό πρέσβη Σέυμορ.
2Τα γεγονότα του 1894 ξεκίνησαν στην περιοχή της Σαμψούντος, όπου οι χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν τους υπερβολικούς φόρους που ζητούσαν οι Κούρδοι αφέντες. Ακολούθησαν ένοπλες συμπλοκές και ήρθαν τουρκικά στρατεύματα για την καταστολή της εξέγερσης. 24 αρμενικά χωριά καταστράφηκαν και οι κάτοικοί τους σφαγιάστηκαν. Ο Σουλτάνος είχε αποφασίσει μια πολιτική περιορισμού του Αρμενικού Ζητήματος δια της εξαλείψεως των Αρμενίων. Στις περιοχές που ζούσαν Αρμένιοι στάλθηκαν αξιωματικοί που συγκέντρωσαν τους μουσουλμάνους στα τζαμιά και τους έλεγαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν με τη βία τη θέση των Αρμενίων γειτόνων τους. Στα 1895-1896 έγιναν και άλλα τέτοια υποκινούμενα από την κυβέρνηση πογκρόμ. Υπολογίζεται ότι 100.000 Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους είτε άμεσα από τη βία, είτε από την πείνα και τις αρρώστιες που ακολούθησαν. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1895 οι αρμενικές οργανώσεις έκαναν στην Κωνσταντινούπολη διαδήλωση για να πιέσουν τις Δυνάμεις. Ο πυροβολισμός ενός Τούρκου αξιωματικού υπήρξε το πρόσχημα για να χτυπηθεί η διαδήλωση και να ακολουθήσει πολυήμερη σφαγή των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης.