Στις 5 Αυγούστου 1895 πέθανε στο Λονδίνο ο Φρίντριχ Ένγκελς. Το διεθνές εργατικό κίνημα δεν έχασε τότε απλώς έναν μεγάλο συγγραφέα ή τον αφοσιωμένο φίλο και επιμελητή των έργων του Καρλ Μαρξ. Έχασε τον τελευταίο επιζώντα θεμελιωτή του επιστημονικού σοσιαλισμού, έναν επαναστάτη που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης για την ιστορία, στην αποκάλυψη των νόμων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και στην οικοδόμηση των πρώτων διεθνών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Ο θάνατος του Μαρξ, τον Μάρτιο του 1883, έβαλε τέλος στην καθημερινή επικοινωνία των δύο συντρόφων, όχι όμως και στο κοινό τους έργο. Στα δώδεκα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ένγκελς αφιέρωσε σχεδόν όλες τις δυνάμεις του στη διάσωση, την ολοκλήρωση και την ανάπτυξη αυτής της επαναστατικής κληρονομιάς.

Η απόπειρα να χωριστεί ο Μαρξ από τον Ένγκελς δεν είναι μια αθώα φιλολογική διαφωνία. Εδώ και δεκαετίες, τμήματα της αστικής και ακαδημαϊκής διανόησης παρουσιάζουν τον Μαρξ ως έναν βαθυστόχαστο αλλά ακίνδυνο φιλόσοφο της αλλοτρίωσης και τον Ένγκελς ως εκείνον που μετέτρεψε δήθεν τη σκέψη του σε ένα άκαμπτο, οικονομίστικο δόγμα. Παρόμοιες απόψεις εμφανίστηκαν και μέσα στην Αριστερά, όπου ορισμένα ρεύματα αναζήτησαν έναν «ανθρωπιστή Μαρξ» απέναντι σε έναν υποτιθέμενα μηχανιστικό Ένγκελς, φτάνοντας ακόμη και να του αποδώσουν την ευθύνη για τον σταλινισμό. Με αυτόν τον τεχνητό διαχωρισμό επιχειρούν να αποσπάσουν τον Μαρξ από την ταξική πάλη, την επανάσταση και τον κομμουνισμό. Η πραγματική ιστορία, όμως, είναι διαφορετική: οι δυο τους συνεργάστηκαν για περίπου σαράντα χρόνια, αντάλλαξαν χιλιάδες επιστολές, σχολίασαν και διόρθωσαν ο ένας τα κείμενα του άλλου και διαμόρφωσαν από κοινού τις θεμελιώδεις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Η ενότητά τους δεν βασιζόταν μόνο στη βαθιά προσωπική φιλία. Θεμελιωνόταν στην κοινή ανακάλυψη ότι η κοινωνία δεν μπορεί να εξηγηθεί με αφηρημένες ηθικές αρχές ή με τις πράξεις ορισμένων «μεγάλων ανδρών». Πρέπει να μελετηθεί μέσα από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι παράγουν τα μέσα της ζωής τους, τις κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούνται γύρω από αυτή την παραγωγή και τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις. Ο καπιταλισμός απελευθέρωσε παραγωγικές δυνάμεις πρωτοφανείς στην ανθρώπινη ιστορία, κατέστρεψε τη φεουδαρχική ακινησία και δημιούργησε μια παγκόσμια αγορά. Ταυτόχρονα, όμως, υπέταξε αυτές τις δυνάμεις στην ατομική ιδιοκτησία και στο κυνήγι του κέρδους, μετέτρεψε την εργατική δύναμη σε εμπόρευμα και συγκέντρωσε τον κοινωνικό πλούτο στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας.

Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, η εργατική τάξη δεν ήταν επαναστατική απλώς επειδή υπέφερε. Η ξεχωριστή ιστορική της θέση προερχόταν από το γεγονός ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός τη συγκέντρωνε μέσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή. Οι εργάτες παρήγαν συλλογικά τον πλούτο, χωρίς να ελέγχουν τα εργοστάσια, τη γη, τις μηχανές ή τα προϊόντα της εργασίας τους. Η πάλη τους μπορούσε επομένως να υπερβεί τη διεκδίκηση μιας δικαιότερης μοιρασιάς και να θέσει το ζήτημα της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του δημοκρατικού ελέγχου της παραγωγής. Από τη Γερμανική Ιδεολογία μέχρι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας γεννήθηκε μέσα από την κοινή τους εργασία. Η πρωτοποριακή έρευνα του Ένγκελς για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία και η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ δεν κινούνταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις· το ένα έργο τροφοδοτούσε και βάθαινε το άλλο.
Ο Ένγκελς έκανε και μεγάλες προσωπικές θυσίες για να δημιουργηθούν οι υλικές προϋποθέσεις της έρευνας του Μαρξ. Εργάστηκε επί χρόνια στην οικογενειακή επιχείρηση στο Μάντσεστερ, μέσα σε έναν κόσμο που απεχθανόταν, για να στηρίζει οικονομικά τον Μαρξ και την οικογένειά του. Δεν επρόκειτο μόνο για μια συγκινητική πράξη φιλίας, αλλά για έναν συνειδητό καταμερισμό επαναστατικής εργασίας. Ο Ένγκελς καταλάβαινε ότι η συγγραφή του Κεφαλαίου δεν ήταν μια ιδιωτική φιλολογική φιλοδοξία, αλλά η δημιουργία ενός θεωρητικού όπλου για το παγκόσμιο προλεταριάτο.
Μετά τον θάνατο του Μαρξ, αυτή η κοινή υπόθεση πήρε δραματική μορφή. Ο Μαρξ άφησε χιλιάδες σελίδες σημειώσεων, υπολογισμών, προσχεδίων και διαφορετικών εκδοχών για τους επόμενους τόμους του Κεφαλαίου. Ο Ένγκελς δεν είχε μπροστά του ένα σχεδόν έτοιμο βιβλίο. Έπρεπε να αποκρυπτογραφήσει τον δύσκολο γραφικό χαρακτήρα του φίλου του, να συγκρίνει χειρόγραφα διαφορετικών περιόδων, να ελέγξει παραθέματα και υπολογισμούς και να ανασυνθέσει τη λογική σειρά που πιθανότατα θα επέλεγε ο συγγραφέας. Παράλληλα, έπρεπε να αντιστέκεται στον πειρασμό να αντικαταστήσει τις διατυπώσεις του Μαρξ με τις δικές του. Στόχος του ήταν το τελικό έργο να ανήκει «στον συγγραφέα και όχι στον επιμελητή».
Ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε το 1885 και ανέλυσε την κυκλοφορία του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Έδειξε ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν αναπαράγει μόνο εμπορεύματα, αλλά και τις ίδιες τις ταξικές σχέσεις: από τη μία το κεφάλαιο και από την άλλη τη μισθωτή εργασία. Ο ακόμη δυσκολότερος τρίτος τόμος εκδόθηκε το 1894. Εκεί αποκαλύπτεται πώς η υπεραξία που παράγεται στην παραγωγή εμφανίζεται στην επιφάνεια ως βιομηχανικό και εμπορικό κέρδος, τόκος και γαιοπρόσοδος. Η ανάλυση του μέσου ποσοστού κέρδους, της πίστης, του πλασματικού κεφαλαίου και των κρίσεων παραμένει αναντικατάστατη σε μια εποχή όπου οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια και τα επενδυτικά κεφάλαια διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της παρούσας και μελλοντικής εργασίας των λαών. Χωρίς τον Ένγκελς, μεγάλο μέρος της ώριμης οικονομικής κριτικής του Μαρξ θα μπορούσε να μείνει θαμμένο για δεκαετίες στα σημειωματάριά του.

Εξίσου αστήρικτη είναι η κατηγορία ότι ο Ένγκελς μετέτρεψε τον μαρξισμό σε οικονομικό ντετερμινισμό. Στις επιστολές του εξηγούσε ότι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της υλικής ζωής αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα «σε τελευταία ανάλυση», όχι τη μοναδική ενεργή δύναμη της ιστορίας. Οι νόμοι, τα κράτη, τα κόμματα, οι θρησκείες, οι φιλοσοφικές ιδέες και η συνειδητή δράση των οργανωμένων τάξεων επηρεάζουν την πορεία και την έκβαση των κοινωνικών συγκρούσεων. Οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία, αλλά μέσα σε υλικές συνθήκες που δεν επέλεξαν ελεύθερα. Η σχέση οικονομίας και πολιτικής είναι διαλεκτική, όχι αυτόματη.
Αν η οικονομική εξέλιξη γεννούσε μόνη της τον σοσιαλισμό, δεν θα υπήρχε ανάγκη για κόμματα, προγράμματα, θεωρητική εκπαίδευση ή αγώνα ενάντια στον ρεφορμισμό. Ο καπιταλισμός θα κατέρρεε από μόνος του. Οι αντιφάσεις του, όμως, δημιουργούν δυνατότητες, όχι εγγυήσεις. Η έκβαση εξαρτάται από το αν η εργατική τάξη θα αποκτήσει συνείδηση της δύναμής της, θα οικοδομήσει ανεξάρτητες οργανώσεις και θα αναπτύξει επαναστατική ηγεσία. Σε αυτή τη διαλεκτική κατανόηση της ιστορίας στηρίχθηκαν αργότερα τόσο η επαναστατική πολιτική του Λένιν όσο και η θεωρία της διαρκούς επανάστασης του Τρότσκι.
Ο Ένγκελς δεν περιορίστηκε στην επιμέλεια ενός θεωρητικού αρχείου. Παρακολουθούσε με εντυπωσιακή προσοχή τη διεθνή πολιτική, τον αποικιακό ανταγωνισμό, τη στρατιωτική τεχνολογία και την κούρσα των εξοπλισμών. Το 1887 προειδοποίησε ότι ένας νέος ευρωπαϊκός πόλεμος θα εξελισσόταν σε παγκόσμια σύγκρουση πρωτοφανούς έκτασης: εκατομμύρια στρατιώτες θα ρίχνονταν ο ένας εναντίον του άλλου, η πείνα και οι αρρώστιες θα εξαπλώνονταν, κράτη και δυναστείες θα κατέρρεαν και μέσα από τη γενική εξάντληση θα γεννιούνταν επαναστατικές δυνατότητες. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επιβεβαίωσε τον πυρήνα αυτής της πρόβλεψης.
Η διορατικότητά του δεν είχε τίποτε το μυστικιστικό. Προερχόταν από τη μελέτη του καπιταλισμού ως παγκόσμιου συστήματος, στο οποίο οι κυρίαρχες τάξεις και τα κράτη ανταγωνίζονται για αγορές, πρώτες ύλες, αποικίες και στρατηγικό έλεγχο. Γι’ αυτό αντιτάχθηκε στον μιλιταρισμό χωρίς να καλλιεργεί πασιφιστικές αυταπάτες. Οι ηθικές εκκλήσεις δεν μπορούν να εξαλείψουν έναν πόλεμο που γεννιέται μέσα από το ίδιο το σύστημα. Η πάλη για την ειρήνη έπρεπε να συνδεθεί με την πάλη για τον σοσιαλισμό. Αυτή την κληρονομιά υπερασπίστηκαν αργότερα ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και ο Τρότσκι απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες που, το 1914, συντάχθηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ένγκελς συνέβαλε αποφασιστικά και στην ανασυγκρότηση του εργατικού διεθνισμού. Το συνέδριο του Παρισιού, που άνοιξε στις 14 Ιουλίου 1889 με 407 αντιπροσώπους από 22 χώρες, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για τη δημιουργία της Δεύτερης Διεθνούς. Η απόφασή του για διεθνή κινητοποίηση κάθε 1η Μαΐου υπέρ του οκταώρου αγκαλιάστηκε από τους εργάτες της Ευρώπης και της Αμερικής. Το 1890 ο Ένγκελς παρακολούθησε τη συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στο Χάιντ Παρκ και είδε το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!» να μετατρέπεται από διακήρυξη μιας μικρής πρωτοπορίας σε υλική δύναμη ενός μαζικού διεθνούς κινήματος.
Η ανάπτυξη αυτών των κομμάτων έφερε νέα προβλήματα. Ο Ένγκελς πολέμησε ταυτόχρονα τον σεχταρισμό και τον οπορτουνισμό. Απέναντι σε όσους απέρριπταν κάθε κοινοβουλευτική ή νόμιμη δράση, υποστήριζε ότι οι επαναστάτες πρέπει να αξιοποιούν κάθε διαθέσιμο πεδίο για να οργανώνουν και να εκπαιδεύουν τους εργαζομένους. Η αποχή ως αρχή θα τους απομόνωνε από εκατομμύρια ανθρώπους που έμπαιναν στην πολιτική μέσα από εκλογές, συνδικάτα και μαζικές οργανώσεις. Δεν θεωρούσε όμως το κοινοβούλιο ουδέτερο ούτε πίστευε ότι οι θεσμοί της αστικής κοινωνίας μπορούσαν να οδηγήσουν ειρηνικά στον σοσιαλισμό.
Οι μεταρρυθμίσεις είχαν αξία όταν βελτίωναν τη ζωή των εργαζομένων, ενίσχυαν τις οργανώσεις και την αυτοπεποίθησή τους και άνοιγαν τον δρόμο για ευρύτερες διεκδικήσεις. Δεν μπορούσαν όμως να καταργήσουν την εξουσία του κεφαλαίου. Ο οπορτουνισμός αρχίζει όταν ο τελικός σκοπός θυσιάζεται για χάρη των προσωρινών επιτυχιών και η υποχώρηση παρουσιάζεται ως «ρεαλισμός». Η μεταγενέστερη πορεία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας δικαίωσε τις προειδοποιήσεις του: ο κοινοβουλευτικός και συνδικαλιστικός μηχανισμός της, αρχικά πηγή δύναμης, γέννησε μια γραφειοκρατία με υλικό συμφέρον στη σταθερότητα του συστήματος. Η ψήφιση των πολεμικών πιστώσεων το 1914 δεν ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής του Ένγκελς, αλλά η νίκη της τάσης που εκείνος είχε πολεμήσει.
Χαρακτηριστική υπήρξε και η παραποίηση της Εισαγωγής που έγραψε το 1895 για τους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία του Μαρξ. Ο Ένγκελς σημείωνε ότι οι μορφές του 1848 δεν μπορούσαν να επαναληφθούν μηχανικά και ότι η καθολική ψηφοφορία και η νόμιμη δράση προσέφεραν σημαντικές δυνατότητες οργάνωσης. Η ηγεσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας δημοσίευσε όμως μια περικομμένη εκδοχή, εμφανίζοντάς τον ως οπαδό της νομιμότητας με κάθε τίμημα. Εκείνος αντέδρασε οργισμένα. Οι παρατηρήσεις του ήταν συγκεκριμένες τακτικές εκτιμήσεις για μια δεδομένη χώρα και στιγμή, όχι παραίτηση από την επανάσταση ή από το δικαίωμα των εργαζομένων να αντισταθούν. Η μέθοδός του ήταν σαφής: αξιοποίηση των νόμιμων δυνατοτήτων χωρίς αυταπάτες για την ουδετερότητα του καπιταλιστικού κράτους και επιλογή των μορφών πάλης σύμφωνα με τις πραγματικές συνθήκες.
Αυτό ακριβώς εννοούσε όταν έλεγε ότι ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα, αλλά οδηγός για έρευνα και δράση. Οι αρχές χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση γίνονται στείρα συνθήματα, ενώ η ευελιξία χωρίς αρχές καταλήγει στην προσαρμογή. Ο Ένγκελς προσπαθούσε πάντοτε να συνδέει τη στρατηγική σταθερότητα με την τακτική ευελιξία. Μελετούσε τις εξελίξεις σε πολλές χώρες, αλληλογραφούσε με αγωνιστές, απαντούσε σε ζητήματα προγράμματος, μεταφράσεων, απεργιών και εκλογικής τακτικής. Δεν μοίραζε εντολές από το Λονδίνο· βοηθούσε κάθε κίνημα να αντλήσει από τις επαναστατικές αρχές την τακτική που αντιστοιχούσε στις δικές του συνθήκες.
Ο Ένγκελς πέθανε χτυπημένος από καρκίνο του λάρυγγα, ενώ ακόμη σχεδίαζε την έκδοση πρόσθετων χειρογράφων του Μαρξ. Σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του αποτεφρώθηκε και η τέφρα του σκορπίστηκε στη θάλασσα κοντά στο Ίστμπουρν. Το πραγματικό του μνημείο, όμως, δεν βρίσκεται σε κάποιο άγαλμα. Βρίσκεται στους τόμους του Κεφαλαίου που διέσωσε, στα έργα που έγραψε, στις διεθνείς οργανώσεις που βοήθησε να οικοδομηθούν και, πάνω απ’ όλα, σε κάθε προσπάθεια των εργαζομένων να κατανοήσουν και να ανατρέψουν το σύστημα που τους εκμεταλλεύεται.
Σήμερα η παραγωγή είναι περισσότερο κοινωνική και παγκόσμια από ποτέ, ενώ η ιδιοποίηση του πλούτου παραμένει ιδιωτική. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή ζωή για όλους, αλλά παραμένουν φυλακισμένες στο κέρδος, στον ανταγωνισμό και στον πόλεμο. Γι’ αυτό, το έργο του Ένγκελς διατηρεί την επαναστατική του δύναμη. Δεν περιορίζεται σε μια ηθική καταγγελία της αδικίας· αποκαλύπτει τις υλικές της ρίζες και τη συλλογική κοινωνική δύναμη που μπορεί να την καταργήσει.
Ο Ένγκελς δεν στεκόταν στη σκιά του Μαρξ. Στέκονταν μαζί, στην ίδια πλευρά της ταξικής σύγκρουσης. Μετά τον θάνατο του φίλου του, διέσωσε και ολοκλήρωσε το κοινό τους έργο, το συνέδεσε με μια νέα εποχή μαζικών κομμάτων και προετοίμασε μια καινούργια γενιά επαναστατών. Η συνεργασία τους τελείωσε βιολογικά, όχι ιστορικά. Συνεχίζεται όπου ο μαρξισμός αντιμετωπίζεται όχι ως νεκρό σύνολο παραθεμάτων, αλλά ως ζωντανή μέθοδος για την κατανόηση και την επαναστατική αλλαγή του κόσμου.
