Οι 15+2 νεκροί της Χίου είναι κρατικό έγκλημα

της Βίκυς Κανατά

Δεν υπάρχουν πια «κακές στιγμές» στο Αιγαίο. Υπάρχει μόνο επανάληψη. Επανάληψη πτωμάτων, επανάληψη σιωπής, επανάληψη ψεύδους. Το ναυάγιο στα ανοιχτά της Χίου, με δεκαπέντε νεκρούς πρόσφυγες –ανάμεσά τους παιδιά και δύο αγέννητα μωρά– και 25 τραυματίες δεν είναι ατύχημα. Και δεν είναι ακριβώς ναυάγιο, αφού κανένας δεν πέθανε από πνιγμό. Είναι όλοι σκοτωμένοι από τη σφοδρότητα της διεμβολισμού της βάρκας από το σκάφος του Λιμενικού. Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής, ενός συγκεκριμένου κράτους, μέσα σε ένα συγκεκριμένο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα που μετατρέπει τη ζωή σε αναλώσιμο υλικό.

Όταν ένα σκάφος του Λιμενικού συγκρούεται με μια φουσκωτή λέμβο γεμάτη ανθρώπους που τρέχουν να σωθούν από τον πόλεμο, τη φτώχεια και τον θάνατο, δεν έχουμε «σύγκρουση». Έχουμε σύγκρουση εξουσίας με ανυπεράσπιστους. Δεν συγκρούστηκαν δύο ίσα μέσα. Συγκρούστηκε ο ένοπλος μηχανισμός του κράτους με ανθρώπινα σώματα.

Η επίσημη εκδοχή, ότι δήθεν το φουσκωτό «εμβόλισε» το σκάφος του Λιμενικού, προσβάλλει τη νοημοσύνη οποιουδήποτε έχει δει θάλασσα, μηχανή και φουσκωτή βάρκα. Αλλά δεν είναι φτιαγμένη για να πείσει. Είναι φτιαγμένη για να θολώσει, να καθυστερήσει, να κουράσει. Το κράτος δεν χρειάζεται να πείσει όλους. Αρκεί να κουράσει τους περισσότερους.

Το Λιμενικό Σώμα δεν είναι ουδέτερος ανθρωπιστικός φορέας που «κάποιες φορές κάνει λάθη». Είναι ένοπλο σώμα εφαρμογής μεταναστευτικής πολιτικής. Και αυτή η πολιτική έχει όνομα: αποτροπή, επαναπροώθηση, φόβος, θάνατος ως μήνυμα. Και όχι τυχαία, έχει επικεφαλής της ως υπουργό «Μετανάστευσης και Ασύλου», έτσι ονομάζεται το υπουργείο αντιμεταναστευτικής πολιτικής και συλλήβδην άρνησης ασύλου, έναν πατενταρισμένο φασίστα και ρατσιστή, τον Θ. Πλεύρη.

Τα pushbacks δεν είναι «παρασπονδίες» κάποιων κακών αξιωματικών. Είναι στρατηγική επιλογή του ελληνικού κράτους, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση-φρούριο. Όταν σπρώχνεις ανθρώπους πίσω στη θάλασσα, όταν τους εγκαταλείπεις σε σωσίβιες σχεδίες, όταν τους παρενοχλείς για να μην πατήσουν στεριά, αργά ή γρήγορα θα πεθάνουν άνθρωποι.

Η «μη λειτουργία» των καμερών –ξανά– δεν είναι σύμπτωση. Είναι οργανικό στοιχείο της ατιμωρησίας. Ένα κράτος που θέλει διαφάνεια, καταγράφει. Ένα κράτος που θέλει να καλύπτει εγκλήματα, «ξεχνάει να πατήσει rec».

Κάθε φορά, η ίδια καραμέλα: «οι διακινητές». Ναι, υπάρχουν. Ναι, εκμεταλλεύονται ανθρώπους. Αλλά οι διακινητές υπάρχουν επειδή δεν υπάρχουν νόμιμες και ασφαλείς διαδρομές. Υπάρχουν επειδή η Ευρώπη και η Ελλάδα ποινικοποιούν την ίδια την ανάγκη μετακίνησης.

Ο πρόσφυγας δεν διαλέγει φουσκωτό γιατί του αρέσει η περιπέτεια. Το διαλέγει γιατί το κράτος του κλείνει όλα τα άλλα. Και όταν το κράτος, αφού τον έχει σπρώξει στη θάλασσα, τον σκοτώνει, μετά δείχνει τον διακινητή για να πει: «δείτε αλλού». Αλλά το αίμα δεν ξεπλένεται με συλλήψεις βιτρίνας.

Από κομμουνιστική σκοπιά, τα σύνορα δεν είναι «εθνική άμυνα». Είναι μηχανισμός ταξικού διαχωρισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Οι φτωχοί δεν έχουν δικαίωμα μετακίνησης. Οι πλούσιοι ταξιδεύουν με διαβατήρια-επενδύσεις, golden visas και first class.

Οι άνθρωποι που πνίγηκαν στη Χίο δεν ήταν «παράνομοι». Είναι θύματα πολέμων, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, διάλυσης χωρών, περιβαλοντικής καταστρφοής ολόκληρων ηπείρων – στους οποίους ηγείται ο ευρωπαϊκός και αμερικανικός ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Είναι το αποτέλεσμα λεηλασίας, ιμπεριαλισμού, γεωπολιτικών παιχνιδιών. Είναι εργατική δύναμη που περισσεύει.

Το ίδιο σύστημα που καταστρέφει χώρες, μετά κλείνει τα σύνορα στους ανθρώπους που δημιούργησε ως πρόσφυγες. Και όταν αυτοί πεθαίνουν, μιλά για «τραγωδία».

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο δεν είναι μόνο το κράτος. Είναι η κοινωνική αποδοχή. Τα σχόλια του «καλά να πάθουν», το «ποιος τους είπε να έρθουν», δεν είναι απλώς λόγια. Είναι το ιδεολογικό λίπασμα πάνω στο οποίο ανθίζει η κρατική βία.

Μια κοινωνία που συγκινείται επιλεκτικά, που μετρά νεκρούς με βάση την εθνικότητα, που κλαίει για «δικούς μας» και αδιαφορεί για τους «άλλους», είναι μια κοινωνία βαθιά διαβρωμένη. Ο ρατσισμός δεν είναι εκτροπή. Είναι χρήσιμο εργαλείο εξουσίας. Διασπά την εργατική τάξη, νομιμοποιεί τη βαρβαρότητα, εκπαιδεύει στην απάθεια.

Όταν όμως συνηθίζεις τον θάνατο του ξένου, προετοιμάζεσαι να δεχτείς και τον δικό σου.

Το ελληνικό κράτος δεν απέτυχε να προστατεύσει ζωές. Επέλεξε να μην το κάνει. Επέλεξε την αποτροπή αντί της διάσωσης. Επέλεξε τη βία αντί της αλληλεγγύης. Επέλεξε να λειτουργεί ως συνοριοφύλακας της Ευρώπης, με αντάλλαγμα χρήμα, πολιτική κάλυψη και ακροδεξιές ψήφους.

Και το έκανε γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα υπάρξουν νεκροί. Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο: όχι ότι «κάτι πήγε στραβά», αλλά ότι όλα πήγαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Δεν αρκεί η λύπη. Δεν αρκεί η ανθρωπιστική αγανάκτηση. Χρειάζεται σύγκρουση με την πολιτική που γεννά αυτά τα εγκλήματα. Κατάργηση των pushbacks. Ανοιχτά και ασφαλή περάσματα. Δικαίωμα στο άσυλο χωρίς φράχτες και θάλασσες-νεκροταφεία. Διάλυση της Ευρώπης-φρούριο. Και, κυρίως, ρήξη με το σύστημα που βάζει το κέρδος και την «ασφάλεια» πάνω από την ανθρώπινη ζωή.

Οι νεκροί της Χίου δεν είναι αριθμοί. Είναι κατηγορητήριο. Και αυτό το κατηγορητήριο βαραίνει ένα κράτος, μια Ευρώπη και μια κοινωνία που έμαθε να ζει με το έγκλημα αρκεί να συμβαίνει μακριά από τα μάτια της.