ΟΙ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ

Η απόφαση του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Φορτσάκη να κλείσει τις πόρτες της Πρυτανείας και να απαγορεύσει την επικοινωνία με τους εργαζόμενους στον πρωτοβάθμιο Σύλλογο Διοικητικών Υπαλλήλων του Πανεπιστημίου και στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, την ΑΔΕΔΥ, εκφράζει τη φιλοσοφία και τις αλλαγές που δρομολογούνται στο εργατικό δίκαιο και τη συνδικαλιστική νομοθεσία με τον νέο νόμο, που έχει εξαγγελθεί.
Ο νόμος 1264 του 1982 αποτελεί στόχο της κυβέρνησης, όχι γιατί ήταν “φιλεργατικός”, αλλά γιατί αποτύπωνε τη δυναμική και τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος πριν από 30 χρόνια. Η κυβέρνηση προχωρά στη νομική θωράκιση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Αυτό αποτελεί στρατηγική επιλογή της για να αντιμετωπίσει τον εσωτερικό εχθρό σε κλίμα γενικευμένης αμφισβήτησης του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος.

Η όψη που παίρνει το καθεστώς έκτακτης ανάγκης στον τομέα των κατακτήσεων, των ελευθεριών και δικαιωμάτων, που υπάρχουν στον συνδικαλιστικό νόμο 1264, αφορά στον δραστικό περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας, τον εκφοβισμό των συλλογικών οργάνων της εργατικής τάξης και στον διωγμό των ταξικών και επαναστατών συνδικαλιστών. Μάλιστα, οι προβλέψεις σύμφωνα με τα δημοσιεύματα αφορούν στην άμεση θεσμοθετημένη επέμβαση του εργοδότη στο σωματείο με δικαίωμα δυσμενούς μετάθεσης ακόμη και του προεδρείου του! Παράλληλα περιορίζει τη συνδικαλιστική ελευθερία στον χώρο εργασίας απαγορεύοντας τη διακίνηση συνδικαλιστικών ανακοινώσεων και την παρέμβαση των συλλογικών τους οργάνων στον χώρο. Στο όνομα του ελέγχου των οικονομικών των σωματείω, βάζει χέρι με κρατικά όργανα (Ελεγκτικό Συνέδριο) στη διαχείριση των πόρων τους.

Η διαπιστωμένη αδυναμία του κυβερνητικού συνδικαλισμού να ελέγξει τις διάσπαρτες εργατικές αντιστάσεις (διοικητικοί υπάλληλοι ΕΚΠΑ, ΜΕΤΡΟ, καθηγητές, γιατροί ΕΟΠΥΥ, καθαρίστριες κλπ) αναγκάζει την κυβέρνηση να ασχοληθεί με την “αντιμετώπιση του κατακερματισμού του συνδικαλιστικού κινήματος” και την “ενοποίησή” του. Είναι προφανές ότι η ωμή κρατική επέμβαση στη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος σχετίζεται με την αδυναμία του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Οι προθέσεις της κυβέρνησης ενισχύονται από την απαξίωση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στα μάτια των εργαζόμενων. Η απαξιωμένη εργατική αριστοκρατία των κυβερνητικών συνδικαλιστών, ήδη, πολεμά κάθε προσπάθεια του εργατικού κινήματος να σταθεί απέναντι από το κράτος και την κυβέρνηση και να παλέψει. Αντιδημοκρατικά μέτρα σε συνελεύσεις και Δ.Σ., τραμπουκισμοί κατά ταξικών συνδικαλιστών, εξαγορές συνειδήσεων με εργαλείο τη διαμεσολάβηση με την εργοδοσία είναι μόνο μερικά από τα μέσα που χρησιμοποιεί ήδη.

Ο νόμος 1264/82 αντικατέστησε τον διαβόητο 330/76, ο οποίος ευθύνεται για τη διάλυση του εργοστασιακού κινήματος στη μεταπολίτευση με τις απολύσεις χιλιάδων συνδικαλιστών. Η ψήφισή του 330 συνοδεύτηκε από τον φόνο της Αναστασίας Τσιβίκα από αύρα στις συγκεντρώσεις της 48ωρης απεργίας, που είχαν αίτημα την κατάργησή του. Επίσης, συνοδεύτηκε από την επαίσχυντη στάση της κοινοβουλευτικής αριστεράς (ΚΚΕ) που κατήγγειλε τους οργισμένους εργάτες στα οδοφράγματα σαν προβοκάτορες.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να πάρουν πολύ σοβαρά τις αλλαγές που σχεδιάζονται σήμερα από την τροικανή συγκυβέρνηση. Το εργατικό κίνημα πρέπει να διαφυλάξει σαν “κόρη οφθαλμού” και να διευρύνει τις ελάχιστες θεσμικά κατοχυρωμένες κατακτήσεις που συνδέονται με το δικαίωμα να οργανώνεται συλλογικά και να αμύνεται απέναντι στην εργοδοσία και την κυβέρνησή. Μετά την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, την ελεύθερη πτώση των μισθών, την ακύρωση των κατακτήσεων στις εργασιακές σχέσεις, η εγκαθίδρυση του εργοδοτικού τρόμου με τον νέο νόμο θα παραδώσει την εργατική τάξη κυριολεκτικά σιδηροδέσμια στα αφεντικά.

Αβραμίδης Κώστας