
Όποιος νόμιζε πως… ξεμπέρδεψε με τις αντιδραστικές ανατροπές της κυβέρνησης Μητσοτάκη στα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα μετά την ανακοίνωση της “κοινωνικής συμφωνίας” Κυβέρνησης – Κοινωνικών Εταίρων στις 26 Νοεμβρίου 2025, πρέπει να αναιρέσει (επί τα χείρω) τις εκτιμήσεις του.
Και αυτό γιατί στις 17 Δεκεμβρίου 2025, η Υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, δημοσιοποίησε Υπουργική Απόφαση η οποία προβλέπει παραπέρα ανατροπές με ορίζοντα, μάλιστα, το 2028.
Υπενθυμίζεται πως το βασικότερο στοιχείο της “κοινωνικής συμφωνίας” https://www.neaprooptiki.gr/mia-proti-anagnosi-tis-koinonikis-symfonias-kerameos-ergodoton-kai-gsee/ Κυβέρνησης – Κοινωνικών Εταίρων (ΣΕΒ, ΓΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, κ.λπ.) της 26ης Νοεμβρίου 2025 είναι η παροχή της δυνατότητας στις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (ΣΕΒ, ΓΣΕΕ, κ.λπ.) να υπογράφουν Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το ποσοστό κάλυψης των κλαδικών Εργοδοτικών οργανώσεων.
Δηλαδή θα μπορεί π.χ. η ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΒΕΕ να υπογράψουν μία κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας στην εστίαση χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν αν στις επιχειρήσεις – μέλη της κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης στην εστίαση απασχολείται τουλάχιστον το 40% των εργαζομένων του εν λόγω κλάδου (έναντι 50% που ίσχυε έως 31 Δεκεμβρίου 2025).
Και μάλιστα, αυτό, στο όνομα της “συλλογικής αυτονομίας”, όπως αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία και της κλαδικής προσέγγισης των συλλογικών συμβάσεων, όπως διατείνονται στελέχη του υπ. Εργασίας.
Φυσικά, είναι να αναρωτιέται κανείς: Πώς γίνεται να υπάρχει “συλλογική αυτονομία” και “κλαδική προσέγγιση” όταν η εναλλακτική της υπογραφής κλαδικών συλλογικών συμβάσεων μεταφέρεται στις τριτοβάθμιες, δηλαδή τις Πανεθνικές συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών;
Η απάντηση είναι αυτονόητη: Δεν γίνεται! Εκείνο που επιχειρεί η κυβέρνηση με την “Κοινωνική Συμφωνία” (την οποία υπέγραψε η ΓΣΕΕ μαζί με τους Εργοδοτικούς “ομολόγους” της) είναι η υποκατάσταση της συλλογικής διαπραγμάτευσης εργαζομένων – εργοδοτών (και εμμέσως της κλαδικής συλλογικής διεκδίκησης από πλευράς εργαζομένων!) και σε Κλαδικό Επίπεδο, αφού το έχει επιβάλλει σε Πανεθνικό.
Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, σημειώνουμε πως από το 2019 έχει τεθεί σε εφαρμογή Μνημονιακός νόμος του 2013 σύμφωνα με τον οποίο η Κυβέρνηση και όχι οι λεγόμενοι πανεθνικοί Κοινωνικοί Εταίροι, δηλαδή η ΓΣΕΕ από την μια μεριά και ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΒΕΕ κ.λπ. από την άλλη, καθορίζουν τον εθνικό κατώτατο μισθό.
Με την “Κοινωνική Συμφωνία” που υπέγραψε η ΓΣΕΕ όχι μόνο δεν ενισχύει τη συλλογική διαπραγμάτευση (σε Κλαδικό επίπεδο), αλλά δέχεται την ουσιαστική κατάργησή της, αποδεικνύοντας -και επίσημα– πόσο ψεύτικο ήταν και είναι το αίτημά της για επαναφορά της Συλλογικής Διαπραγμάτευσης σε εθνικό επίπεδο για την υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας…
Η προδοτική στάση της ΓΣΕΕ απέναντι στην εργατική τάξη, δεν φαίνεται, όμως, μόνο στην υπογραφή της “Κοινωνικής Συμφωνίας” με τους Εργοδότες και την Κυβέρνηση Μητσοτάκη (η οποία προβλέπει την ουσιαστική κατάργηση της κλαδικής συλλογικής διαπραγμάτευσης μέσω της έμμεσης μεταφοράς της αρμοδιότητας διεξαγωγής αυτής στη ΓΣΕΕ!) αλλά και σε κάτι που αποκάλυψε η Υπουργική Απόφαση την οποία εξέδωσε η κυρία Κεραμέως στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
Η εν λόγω Απόφαση προβλέπει, μετά την ψήφιση των αλλαγών που προβλέπει η “Κοινωνική Συμφωνία” κυβέρνησης – κοινωνικών εταίρων, τη συγκρότηση Μόνιμης “Ομάδας Εργασίας” την οποία θα αποτελούν εκπρόσωποι της Κυβέρνησης και των Κοινωνικών Εταίρων.
Η “Ομάδα Εργασίας” αυτή θα παρακολουθεί το αν και κατά πόσο προωθούνται οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, ενώ καταθέτει και “προτάσεις” προς την κατεύθυνση αυτή.
Με άλλα λόγια, η ΓΣΕΕ δέχτηκε να συμμετάσχει σε μόνιμη βάση σε μία κυβερνητική Ομάδα Εργασίας (καθώς αυτή θα τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εργασίας) που θα καταθέτει “προτάσεις” προς την… κυβέρνηση για το πώς θα προωθήσει τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις τις οποίες θα μπορεί να υπογράφει η ίδια η ΓΣΕΕ και όχι οι κλαδικές εργατικές οργανώσεις.
Στην πραγματικότητα, η ΓΣΕΕ δέχτηκε να γίνει -και- θεσμικά (δηλαδή όχι μόνο πολιτικά όπως είναι επί πολλές πλέον δεκαετίες) ένα “συνδικαλιστικό” εργαλείο του αστικού Κράτους ενάντια στην εργατική τάξη.
Και όλα αυτά, πότε;
Όταν ο ΣΕΒ, με τον οποίο συνυπέγραψε η ΓΣΕΕ την “Κοινωνική Συμφωνία” έχει τονίσει πως το πρωταρχικό καθήκον για την ελληνική οικονομία είναι η αύξηση της παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδας έχει ξεκαθαρίσει πως η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (σε συνθήκες διεθνών πληθωριστικών πιέσεων και έλλειψης εργατικού δυναμικού) είναι αδιανόητη χωρίς μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, δηλαδή παραπέρα ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και άρα μείωση μισθών (αλήθεια η ΓΣΕΕ πόσο γρήγορα “ξέχασε” το νόμο για τα 13ωρα που πέρασε η ίδια κυβέρνηση μόλις πριν λίγους μήνες!)…
Όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με την οποία συνυπέγραψε την “Κοινωνική Συμφωνία” η ΓΣΕΕ, έχει αποδεχτεί τον διπλασιασμό των κρατικών δαπανών για τους αμυντικούς εξοπλισμούς τα επόμενα δέκα χρόνια και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφασίσει να διοχετεύσει τη λεόντεια μερίδα των δανείων και των επιδοτήσεών της στην πολεμική προετοιμασία της…
Είναι σε αυτές τις συνθήκες που η ΓΣΕΕ επέλεξε να δέσει χειροπόδαρα την εργατική τάξη, αποδεχόμενη να γίνει “οργανικό” κομμάτι του “εμπόλεμου” αστικού κράτους και μόνιμος ομοτράπεζος του ελληνικού κεφαλαίου που ζητά ακόμα περισσότερο “αίμα”. Η ποιοτική αυτή τομή στη σχέση του “επίσημου” συνδικαλιστικού κινήματος – αστικού Κράτους (η οποία καθορίζεται από την θεσμική ενσωμάτωση του πρώτου στο δεύτερο) θα πρέπει να γίνει αφετηρία για μία νέα ποιοτική τομή συνολικά στη σχέση του εργατικού κινήματος απέναντι στη ΓΣΕΕ και προπαντός το αστικό Κράτος. Και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι στην κατεύθυνση της ακόμα μεγαλύτερης ρήξης και του ταξικού πολέμου τόσο με το αστικό κράτος, όσο και με τον “κρατικοποιημένο” εργατικό συνδικαλισμό και της άμεσης εργατικής δράσης για την ανατροπή τους.
Δ.Κ.
