Πριν 100 χρόνια -1926: Η απεργία που συντάραξε τη Βρετανία

Το κράτος, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η προδοσία που έσωσε τον καπιταλισμό

του Άρη Μαραβά

Η ιστορία σπάνια προσφέρει τόσο καθαρές στιγμές όσο αυτή του Μάη του 1926. Για εννιά μέρες, η Βρετανική Γενική Απεργία έκανε ολόκληρο το οικοδόμημα του βρετανικού καπιταλισμού να τρίζει συθέμελα με κάτι πολύ πιο βαθύ και επικίνδυνο από οποιονδήποτε «εξωτερικό» εχθρό για την αστική τάξη: με τη μαζική, οργανωμένη άρνηση της εργατικής τάξης να κινήσει την οικονομική ζωή της χώρας. τον κόσμο. Τα τρένα σταμάτησαν, το ίδιο και τα εργοστάσια, τα λιμάνια πάγωσαν, οι εφημερίδες σίγησαν. Η Μεγάλη Βρετανία, μια αυτοκρατορία που είχε μάθει να κυβερνά λαούς και ηπείρους, βρέθηκε ξαφνικά γονατισμένη από τους ίδιους τους εργάτες της. Η απεργία ξέσπασε για την υπεράσπιση των ανθρακωρύχων απέναντι στις μειώσεις μισθών και την επιδείνωση των όρων εργασίας· περίπου 1,5 έως 1,75 εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν στην απεργία συμπαράστασης προς τους ανθρακωρύχους.1Η Βρετανική Γενική Απεργία διήρκεσε από τις 4 έως τις 12 Μαΐου 1926. Οι εκτιμήσεις για τους απεργούς κυμαίνονται συνήθως γύρω στο 1,5 – 1,75 εκατομμύριο, ανάλογα με την κατηγορία εργατών που υπολογίζεται.

Κι όμως, από αυτή τη φοβερή παράλυση δεν γεννήθηκε επανάσταση. Δεν γεννήθηκε ούτε καν μια μεγάλη νίκη. Η απεργία έληξε απότομα, σχεδόν εξευτελιστικά, όχι επειδή η αστική τάξη είχε συντρίψει τους εργάτες στους δρόμους, αλλά επειδή η «ηγεσία» των ίδιων των εργατικών οργανώσεων έσπευσε να κατεβάσει τα ρολά τού αγώνα. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο μάθημα του 1926: ο καπιταλισμός, όταν βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, δεν σώζεται μόνο από τον στρατό, την αστυνομία και τους νόμους του. Σώζεται, συχνά, από εκείνους που μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης, αλλά φοβούνται όσο τίποτε άλλο την ανεξάρτητη δύναμή της.

Η απεργία δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν το αποτέλεσμα μιας βαθιάς κρίσης του βρετανικού καπιταλισμού μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η παλιά αυτοκρατορική Βρετανία έχανε έδαφος, η βιομηχανία της πιεζόταν, τα κέρδη έπρεπε να σωθούν, και όπως πάντα ο λογαριασμός στάλθηκε στους εργάτες. Στο κέντρο της θύελλας βρέθηκαν οι ανθρακωρύχοι. Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων απαιτούσαν μειώσεις μισθών, μεγαλύτερη εργάσιμη ημέρα και βαρύτερους όρους ζωής για την εργατική τάξη. Με άλλα λόγια, ήθελαν να στηρίξουν στις πλάτες των εργατών την κρίση ενός συστήματος που σάπιζε εκ των έσω.

Ήδη από το 1925 η σύγκρουση προετοιμαζόταν. Η κυβέρνηση του Στάνλεϊ Μπάλντουιν, φοβούμενη μια άμεση αναμέτρηση με τους ανθρακωρύχους και τα συνδικάτα, επιχείρησε προσωρινά να αγοράσει χρόνο με επιδοτήσεις προς τη βιομηχανία άνθρακα. Η ημέρα εκείνη, η 31η Ιουλίου 1925, έμεινε γνωστή ως «Κόκκινη Παρασκευή».2Η «Κόκκινη Παρασκευή» της 31ης Ιουλίου 1925 ήταν η προσωρινή υποχώρηση της κυβέρνησης Μπάλντουιν μπροστά στην απειλή μαζικής σύγκρουσης για το ζήτημα των ανθρακωρύχων. Δεν ήταν νίκη με την πλήρη έννοια του όρου· ήταν αναβολή της μάχης. Η αστική τάξη υποχώρησε προσωρινά για να προετοιμαστεί καλύτερα. Η κυβέρνηση οργάνωσε εφοδιασμούς, μηχανισμούς απεργοσπασίας, κρατικές επιτροπές, προπαγανδιστικά μέσα, εθελοντικές υπηρεσίες και σχέδια καταστολής. Αξιοποίησε την Οργάνωση για τη Διατήρηση Εφοδιασμού, μια δεξιά εθελοντική οργάνωση που δημιουργήθηκε το 1925 για να παρέχει απεργοσπάστες σε περίπτωση γενικής απεργίας.3Iδρύθηκε το 1925 ως εθελοντικός μηχανισμός υποστήριξης βασικών υπηρεσιών σε περίπτωση γενικής απεργίας. Στην πράξη λειτούργησε ως οργανωμένη εφεδρεία απεργοσπασίας. Η εργατική τάξη, αντίθετα, έμπαινε στη σύγκρουση με τεράστια δύναμη, αλλά χωρίς επαναστατικό επιτελείο.

Η Επιτροπή Σάμιουελ πρότεινε, ουσιαστικά, αναδιάρθρωση της βιομηχανίας πάνω στις πλάτες των εργατών.4Η Επιτροπή Σάμιουελ, υπό τον Χέρμπερτ Σάμιουελ, εξέτασε την κατάσταση της βιομηχανίας άνθρακα και εισηγήθηκε αναδιοργάνωση, με πολιτικό αποτέλεσμα την πίεση για μειώσεις μισθών. Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων απαίτησαν μειώσεις στο «κόστος παραγωγής» — διάβαζε: μισθούς. Το σύνθημα των ανθρακωρύχων ήταν απλό και τίμιο: «Ούτε δεκάρα κάτω από τον μισθό, ούτε λεπτό πάνω στη μέρα».5Το εν λόγω σύνθημα συνδέθηκε με την αντίσταση των ανθρακωρύχων στις μειώσεις μισθών και στην επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας. Ήταν μια φράση που συνόψιζε ολόκληρη την αξιοπρέπεια μιας τάξης. Δεν ζητούσαν πολυτέλειες. Ζητούσαν να μη θαφτούν ζωντανοί κάτω από τη γη για τα κέρδη των καπιταλιστών.

Οι ανθρακωρύχοι αντιστάθηκαν. Και η αντίστασή τους άγγιξε νεύρο βαθύ σε ολόκληρη την εργατική τάξη. Δεν ήταν απλώς μια κλαδική διεκδίκηση. Ήταν μια στιγμή όπου το ταξικό ένστικτο εκατομμυρίων ανθρώπων κατάλαβε πως, αν τσακιστούν οι ανθρακωρύχοι, αύριο θα έρθει η σειρά όλων. Έτσι η αλληλεγγύη έγινε δύναμη, και η δύναμη έγινε απειλή για ολόκληρη την κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Στις 4 Μαΐου του 1926, η σύγκρουση γενικεύτηκε. Ξέσπασε η Γενική Απεργία.6Η απεργία ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της 3ης προς 4η Μαΐου 1926, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για τους ανθρακωρύχους. Δεν παρέλυσε απλώς ένας κλάδος· πάγωσε ο νευρικός ιστός της βρετανικής κοινωνίας. Οι σιδηρόδρομοι, οι μεταφορές, τα λιμάνια, η τυπογραφία, οι βαριές βιομηχανίες, η ενέργεια, η διανομή αγαθών — όλα βρέθηκαν κάτω από την πίεση της οργανωμένης εργατικής αποχής. Η αστική τάξη ανακάλυψε μέσα σε λίγες ώρες ότι η «εθνική οικονομία», για την οποία μιλούσε με τόσο σεβασμό, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η καθημερινή εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων που μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν ως «αναλώσιμοι».

Στις πρώτες μέρες της απεργίας, η αυτοπεποίθηση των εργατών μεγάλωνε. Το κράτος προσπάθησε να εμφανίσει εικόνα ψυχραιμίας, αλλά η ανησυχία του ήταν φανερή. Εθελοντές της μεσαίας τάξης και φοιτητές χρησιμοποιήθηκαν για να κινήσουν λεωφορεία, να μοιράσουν προμήθειες, να κρατήσουν όρθια μια επίφαση αστικής κανονικότητας. Η κυβέρνηση εξέδιδε τη δική της εφημερίδα, την British Gazette, με τον Τσώρτσιλ σε ρόλο πολεμικού δημαγωγού της αστικής τάξης.7Η British Gazette ήταν κυβερνητικό απεργοσπαστικό έντυπο, με καθοριστικό ρόλο τού Ουίνστον Τσώρτσιλ, που παρουσίαζε την απεργία ως απειλή απέναντι στο κράτος και στο έθνος. Από την άλλη πλευρά, η [εργατική γενική συνομοσπονδία] TUC εξέδιδε την British Worker (Βρετανός Εργάτης), η οποία σύμφωνα με τη Βρετανική Βιβλιοθήκη έφτασε να διεκδικεί κυκλοφορία ενός εκατομμυρίου αντιτύπων πριν λήξει η απεργία.8Η British Worker, όργανο του TUC κατά τη διάρκεια της απεργίας, απαντούσε στην κυβερνητική προπαγάνδα. Ακόμη και στο επίπεδο του Τύπου, η χώρα έμοιαζε χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα.

Η Βρετανία του 1926 μπήκε σε προεπαναστατική κατάσταση. Η άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να κυβερνήσει όπως πριν χωρίς έκτακτα μέτρα. Η εργατική τάξη έδειξε πως μπορούσε να σταματήσει τη χώρα. Τα μεσαία στρώματα ταλαντεύονταν ανάμεσα στον φόβο και τον θαυμασμό. Το κράτος επιστράτευε εθελοντές, μάζευε αποθέματα, προετοίμαζε καταστολή, αλλά η εξουσία του δεν ήταν καθόλου ακλόνητη. Κάτω από την επιφάνεια φαινόταν κάτι τρομερό: η κοινωνία μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τους καπιταλιστές, αλλά οι καπιταλιστές δεν μπορούσαν να υπάρξουν ούτε μία μέρα χωρίς την εργασία, χωρίς την εργατική τάξη.

Σε πολλές περιοχές δημιουργήθηκαν τοπικές απεργιακές επιτροπές και συμβούλια δράσης.9Σε πολλές περιοχές δημιουργήθηκαν τοπικά συμβούλια δράσης και απεργιακές επιτροπές, τα οποία συντόνιζαν την περιφρούρηση, την ενημέρωση και πρακτικές λειτουργίες της απεργίας. Η πειθαρχία της εργατικής τάξης ήταν αξιοθαύμαστη. Η αστική προπαγάνδα περί χάους, βίας και «μπολσεβίκικης συνωμοσίας» δεν μπορούσε να κρύψει το γεγονός ότι οι εργάτες οργάνωναν τη δική τους τάξη μέσα στην απεργία. Δεν ήταν το «χάος» που έτρεμε η αστική τάξη· ήταν η πιθανότητα μιας άλλης τάξης πραγμάτων. Όταν οι εργάτες αρχίζουν να ρυθμίζουν τις μεταφορές, την πληροφόρηση, τον ανεφοδιασμό, τις περιφρουρήσεις, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς μισθολογικό. Αρχίζει να γίνεται πολιτικό. Ποιος κυβερνά; Ποιος αποφασίζει; Ποιος κινεί την κοινωνία;

Εδώ μπαίνει, από μια άποψη, ο ρόλος του καπιταλιστικού κράτους. Το κράτος δεν ήταν ουδέτερο. Δεν στάθηκε «πάνω από τις τάξεις» για να διαιτητεύσει μια βιομηχανική διαφορά. Στάθηκε εκεί όπου στέκεται πάντα στις μεγάλες κρίσεις: στο πλευρό της ιδιοκτησίας, του κέρδους, της αστικής εξουσίας. Κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αξιοποίησε εξουσίες έκτακτης ανάγκης, ακύρωσε άδειες στρατιωτικών, κινητοποίησε στρατό και ναυτικό, ενίσχυσε τις αστυνομικές δυνάμεις, οργάνωσε εφεδρικούς μηχανισμούς μεταφοράς και διανομής.10Η κυβέρνηση αξιοποίησε και προχώρησε σε έκτακτα μέτρα, αντιμετωπίζοντας την απεργία ως πολιτική κρίση και όχι ως απλή εργατική διαφορά. Η OMS, που είχε περίπου 100.000 εγγεγραμμένα μέλη στην αρχή της απεργίας, ενσωματώθηκε πρακτικά στον κρατικό μηχανισμό για να βοηθήσει σε βασικές υπηρεσίες, όπως μεταφορές και επικοινωνίες.11Η Οργάνωση για τη Διατήρηση του Εφοδιασμού αριθμούσε δεκάδες χιλιάδες εγγεγραμμένα μέλη και χρησιμοποιήθηκε για τη διατήρηση μεταφορών, επικοινωνιών και βασικών υπηρεσιών.

Η αστυνομία και οι ειδικές δυνάμεις δεν λειτούργησαν ως «φύλακες της δημόσιας τάξης» με αφηρημένη, ουδέτερη έννοια. Λειτούργησαν ως υλική ασπίδα της αστικής τάξης. Προστάτευσαν απεργοσπαστικές μεταφορές, συνόδευσαν εθελοντές, επιχείρησαν να σπάσουν περιφρουρήσεις, παρακολούθησαν απεργούς και κομμουνιστές, και χρησιμοποίησαν συλλήψεις για να κάμψουν το ηθικό του κινήματος. Η ίδια η ύπαρξη σχεδίων για Civil Constabulary Reserve, δηλαδή για Εφεδρική Αστική Χωροφυλακή, δείχνει ότι το κράτος αντιμετώπιζε την απεργία ως πολιτική κρίση εξουσίας, όχι ως συνηθισμένη εργατική διένεξη.12Η Civil Constabulary Reserve ήταν σχέδιο εφεδρικής αστυνομικής δύναμης για ενίσχυση της κρατικής καταστολής σε συνθήκες μαζικής απεργίας. Σε ορισμένες περιοχές σημειώθηκαν συγκρούσεις, συλλήψεις και επεισόδια· μεταγενέστερες ιστορικές αποτιμήσεις κάνουν λόγο για χιλιάδες συλλήψεις κατά τη διάρκεια και μετά την απεργία.13Οι συγκρούσεις, συλλήψεις και διώξεις κατά απεργών και κομμουνιστών αποτέλεσαν σημαντικό τμήμα της κρατικής απάντησης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η απεργία είχε ισχυρή ταξική βάση.

Η αστική τάξη ήξερε πολύ καλά τι διακυβευόταν. Η Daily Mail διακήρυττε ότι η γενική απεργία δεν ήταν «βιομηχανική διαφορά», αλλά επαναστατική κίνηση.14Η Daily Mail και άλλα αστικά έντυπα παρουσίασαν την απεργία ως επαναστατική απειλή, επιχειρώντας να κινητοποιήσουν τα μεσαία στρώματα και την κοινή γνώμη εναντίον των εργατών. Εδώ η αστική προπαγάνδα, μέσα στην υστερία της, έλεγε μισή αλήθεια. Η απεργία μπορεί να ξεκίνησε από το ζήτημα των μισθών των ανθρακωρύχων, αλλά η ίδια της η μορφή έθετε αντικειμενικά το ερώτημα της εξουσίας. Μια γενική απεργία που παραλύει τις βασικές λειτουργίες της κοινωνίας δεν μπορεί για πολύ να παραμείνει απλή «διαπραγμάτευση». Ή θα προχωρήσει προς ανώτερες μορφές εργατικής εξουσίας ή θα υποχωρήσει. Δεν υπάρχει αιώνια μέση οδός.

Εκεί ακριβώς μπήκε το ζήτημα της ηγεσίας. Η εργατική τάξη είχε δύναμη, είχε πείσμα, είχε μαζικότητα. Δεν είχε όμως επαναστατική ηγεσία ικανή να μετατρέψει την απεργία από αμυντικό αγώνα σε πάλη για εξουσία. Στην κορυφή του κινήματος βρισκόταν η ηγεσία της TUC (η αντίστοιχη ΓΣΕΕ). Άνθρωποι όπως ο Γουόλτερ Σιτρίν, ο Άλφρεντ Πάρσελ, ο Τζ. Τόμας και άλλοι δεν ήταν τυχαίοι δειλοί ούτε απλώς κακοί χαρακτήρες.15Ηγεσία του TUC οι οποίοι έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη γραμμή υποχώρησης και τερματισμού της απεργίας. Ήταν η προσωποποίηση ενός ολόκληρου κοινωνικού στρώματος: της εργατικής γραφειοκρατίας.

Αυτή η γραφειοκρατία ζει ανάμεσα στις τάξεις. Πατάει με το ένα πόδι πάνω στους εργάτες, από τους οποίους αντλεί κύρος και θέση, και με το άλλο στο έδαφος της αστικής νομιμότητας, των διαπραγματεύσεων, των επιτροπών, των υπουργείων, των συμβιβασμών. Δεν θέλει την ολοκληρωτική ήττα των εργατών, γιατί τότε χάνει τη βάση της. Δεν θέλει όμως ούτε τη νίκη τους μέχρι τέλους, γιατί τότε χάνει τον δικό της μεσολαβητικό ρόλο. Θέλει αγώνες ελεγχόμενους, απεργίες με ημερομηνία λήξης, διαμαρτυρίες που βγάζουν ατμό χωρίς να σπάνε τον λέβητα.

Γι’ αυτό, όταν η γενική απεργία άρχισε να αποκτά δυναμική που ξεπερνούσε τα όρια της συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης, η ηγεσία της TUC πανικοβλήθηκε. Δεν φοβήθηκε τόσο την ήττα όσο τη δυνατότητα της νίκης. Γιατί μια πραγματική νίκη της εργατικής τάξης θα άνοιγε ερωτήματα που οι γραφειοκράτες δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν: ποιος ελέγχει τις μεταφορές; ποιος ελέγχει την παραγωγή; ποιος οργανώνει τον ανεφοδιασμό; ποιος έχει την πραγματική εξουσία στη χώρα;

Η εξέλιξη των ημερών ήταν αποκαλυπτική. Στην αρχή, η κυβέρνηση κρατούσε σκληρή στάση και παρουσίαζε την απεργία ως επίθεση ενάντια στο κράτος. Η TUC, αντί να απαντήσει ότι πράγματι το ζήτημα ήταν πολιτικό γιατί οι εργάτες είχαν απέναντί τους όχι μόνο τους εργοδότες αλλά όλο το αστικό κράτος, έσπευδε να καθησυχάσει. Διακήρυσσε ότι η απεργία δεν ήταν επαναστατική, ότι δεν στρεφόταν κατά του Συντάγματος, ότι στόχος ήταν μόνο η υπεράσπιση των ανθρακωρύχων. Με αυτόν τον τρόπο αποδεχόταν το πλαίσιο της αστικής νομιμότητας την ίδια στιγμή που η ίδια η πραγματικότητα το είχε ξεπεράσει.

Καθώς περνούσαν οι μέρες, η μαχητικότητα των εργατών δεν κάμπτονταν. Αντίθετα, σε πολλές περιοχές βάθαινε. Η απεργιακή πειθαρχία έδειχνε ότι η εργατική τάξη μπορούσε να αντέξει. Όμως στην κορυφή, στους διαδρόμους των διαπραγματεύσεων, η ηγεσία έψαχνε διέξοδο όχι για τη νίκη, αλλά για την υποχώρηση. Η σύγκρουση είχε αρχίσει να τρομάζει τους ίδιους τους ηγέτες της. Οι εργάτες έβλεπαν μπροστά τους μια ιστορική δυνατότητα· οι γραφειοκράτες έβλεπαν άβυσσο. Γιατί για αυτούς άβυσσος δεν ήταν η φτώχεια των ανθρακωρύχων. Άβυσσος ήταν η πιθανότητα η τάξη να κινηθεί χωρίς την άδειά τους.

Μετά από μόλις εννιά μέρες, ενώ η εργατική τάξη παρέμενε μαχητική και το κράτος δεν είχε ακόμη ανακτήσει πλήρως την πρωτοβουλία, η Γενική Επιτροπή του TUC έσπευσε να λήξει την απεργία. Και μάλιστα χωρίς να έχει εξασφαλίσει ουσιαστική νίκη για τους ανθρακωρύχους. Έτσι, στις 12 Μαΐου 1926, η Γενική Επιτροπή της TUC πήγε στην Downing Street, στην κυβερνηση και ανακοίνωσε την απόφασή της να λήξει την απεργία, παρότι δεν υπήρχε ουσιαστική εγγύηση ότι οι απεργοί δεν θα θυματοποιηθούν ή ότι οι εργοδότες θα δεχτούν πίσω όλους όσοι είχαν απεργήσει.16Στις 12 Μαΐου 1926 η Γενική Επιτροπή του TUC ανακοίνωσε τον τερματισμό της Γενικής Απεργίας χωρίς ουσιαστική νίκη για τους ανθρακωρύχους. Η κυβέρνηση μάλιστα δήλωσε ότι δεν είχε τη δύναμη να υποχρεώσει τους εργοδότες να πάρουν πίσω κάθε απεργό.17Η κυβέρνηση αρνήθηκε να εγγυηθεί πλήρη επαναπρόσληψη όλων των απεργών, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να επιβάλει τέτοια… υποχρέωση στους εργοδότες. Παρ’ όλα αυτά, η TUC συμφώνησε να τερματίσει την απεργία. Ήταν μια παράδοση άνευ όρων ντυμένη με τη γλώσσα της «υπευθυνότητας». Ήταν το παλιό γνωστό έργο: οι ηγέτες μιλούν για «ρεαλισμό» όταν εννοούν υποχώρηση, για «εθνικό συμφέρον» όταν εννοούν ταξική συνθηκολόγηση, για «αποφυγή του χάους» όταν εννοούν σωτηρία της αστικής τάξης.

Η προδοσία του 1926 δεν ήταν μια απλή πολιτική αστοχία. Ήταν αποκάλυψη. Έδειξε πως ο ρεφορμισμός, στις στιγμές της μεγάλης ταξικής σύγκρουσης, δεν είναι ουδέτερος. Δεν στέκεται ανάμεσα στις δύο τάξεις σαν διαιτητής. Στέκεται μέσα στο εργατικό κίνημα ως φρένο, ως ανάχωμα, ως εσωτερική αστυνομία της αστικής τάξης. Όταν η εργατική τάξη αρχίζει να κινείται προς την εξουσία, ο ρεφορμιστής ηγέτης θυμάται ξαφνικά το Σύνταγμα, τον βασιλιά, το έθνος, την τάξη, την οικονομία, την «κοινωνική ειρήνη». Δηλαδή θυμάται όλους τους ιερούς μύθους με τους οποίους ο καπιταλισμός κρατά τους εκμεταλλευόμενους δεμένους στο κάρο του.

Αλλά η τραγωδία του 1926 δεν εξαντλείται στη στάση των Βρετανών συνδικαλιστών. Υπήρξε και ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο επίπεδο: η πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπό την ανερχόμενη Σταλινική γραφειοκρατία. Μετά την υποχώρηση της Γερμανικής Επανάστασης το 1923, η Αριστερή Αντιπολίτευση υποστήριξε ότι η άμεση επαναστατική κατάσταση στην Ευρώπη είχε προσωρινά είχε υποχωρήσει και ότι είχε ανοίξει μια περίοδος σχετικής καπιταλιστικής σταθεροποίησης.18Η Αριστερή Αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Λέον Τρότσκι, υποστήριξε ότι μετά το 1923 υπήρχε περίοδος σχετικής καπιταλιστικής σταθεροποίησης, γεγονός που απαιτούσε νηφάλια επαναστατική τακτική και όχι φραστικές αυταπάτες. Η επίσημη ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αντίθετα, συνέχιζε να μιλά για επερχόμενες αποφασιστικές συγκρούσεις, για επαναστατικά κύματα που δήθεν μόλις άρχιζαν να υψώνονται, για εμφυλίους πολέμους που βρίσκονταν προ των πυλών.

Όταν όμως η επανάσταση δεν εμφανίστηκε εκεί όπου την είχε προφητεύσει η γραφειοκρατία, δηλαδή στη Γερμανία και στη Βουλγαρία, άρχισε η απελπισμένη αναζήτηση «επαναστατικών» δυνάμεων εκεί όπου δεν υπήρχαν. Μικροαστοί πολιτικοί, αγροτικοί δημαγωγοί, πασιφιστές, εθνικιστές, μισοφιλελεύθεροι εργατοπατέρες, ακόμη και αστικές δυνάμεις σε αποικιακές χώρες, βαφτίζονταν συλλήβδην «αντιιμπεριαλιστικές» και «επαναστατικές». Ήταν η εποχή όπου η φραστική υπεραριστεροσύνη οδηγούσε πρακτικά στον οπορτουνισμό. Όταν δεν βλέπεις την πραγματικότητα, την αντικαθιστάς με φαντάσματα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε και διογκώθηκε η σημασία της Αγγλορωσικής Επιτροπής. Η Επιτροπή αυτή ξεκίνησε ως ένας προσωρινός δεσμός ανάμεσα στα σοβιετικά και τα βρετανικά συνδικάτα, με στόχο την ενίσχυση της διεθνούς συνδικαλιστικής ενότητας.19Η Αγγλορωσική Επιτροπή συγκροτήθηκε ως σύνδεσμος ανάμεσα στα σοβιετικά και τα βρετανικά συνδικάτα, στο πλαίσιο της διεθνούς συνδικαλιστικής πολιτικής της περιόδου. Ως περιορισμένη τακτική κίνηση, μπορούσε να έχει νόημα. Οι επαναστάτες δεν αρνούνται την ενότητα στη δράση. Αντίθετα, την επιδιώκουν. Αλλά η ενότητα στη δράση δεν σημαίνει πολιτική υποταγή. Δεν σημαίνει να βάζεις φίμωτρο στην κριτική. Δεν σημαίνει να παρουσιάζεις τους πράκτορες του συμβιβασμού ως συμμάχους της επανάστασης.

Αυτό ακριβώς έκανε η σταλινική πολιτική. Αντί η Αγγλορωσική Επιτροπή να χρησιμοποιηθεί για να πιεστούν και να αποκαλυφθούν οι Βρετανοί ρεφορμιστές, μετατράπηκε σε σκηνικό εξωραϊσμού τους. Οι Purcell, Hicks, Swales, Cook και οι όμοιοί τους παρουσιάζονταν περίπου ως ηγέτες μιας διεθνούς αντιιμπεριαλιστικής εργατικής συμμαχίας. Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά εργατικοί «υπαξιωματικοί» της βρετανικής αστικής τάξης. Φορούσαν αριστερό μανδύα όσο αυτό τους βοηθούσε να κρατούν την επιρροή τους πάνω στους εργάτες. Όταν ήρθε η ώρα της σύγκρουσης, πέταξαν τον μανδύα, αγκάλιασαν την εθνική σημαία και έσπευσαν να σώσουν το κράτος τους.

Η ρίζα αυτής της πολιτικής βρισκόταν στη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα».20Η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» αποτέλεσε κεντρική ιδεολογική στροφή της ανερχόμενης σταλινικής γραφειοκρατίας, σε αντίθεση με τη λενινιστική και τροτσκιστική προοπτική της διεθνούς επανάστασης. Από τη στιγμή που η σταλινική γραφειοκρατία εγκατέλειπε στην πράξη την προοπτική της διεθνούς επανάστασης, άρχισε να βλέπει τα ξένα εργατικά κινήματα όχι πρώτα απ’ όλα ως πεδία επαναστατικής πάλης, αλλά ως εξαρτήματα της σοβιετικής διπλωματίας. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον: πώς βοηθάμε την εργατική τάξη της Βρετανίας να πάρει τον δρόμο της εξουσίας; Το ερώτημα γινόταν: ποιοι ηγέτες μπορούν να λειτουργήσουν ως φραγμός σε μια πιθανή ιμπεριαλιστική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ;

Έτσι, η επαναστατική πολιτική αντικαταστάθηκε από διπλωματικό υπολογισμό. Η ανεξαρτησία των κομμουνιστικών κομμάτων θυσιάστηκε στο όνομα μιας δήθεν αντιπολεμικής συμμαχίας. Οι Βρετανοί κομμουνιστές βρέθηκαν πολιτικά δεμένοι. Πώς να ξεσκεπάσουν ανοιχτά τους ίδιους ανθρώπους με τους οποίους η Μόσχα καθόταν σε κοινές επιτροπές και τους παρουσίαζε ως συμμάχους; Πώς να πουν στους εργάτες «μην εμπιστεύεστε αυτούς τους ηγέτες», όταν η ίδια η Διεθνής τους έδινε κύρος;

Ο Τρότσκι και η Αριστερή Αντιπολίτευση είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως. Όσο πιο οξυμένη θα γινόταν η κατάσταση, τόσο περισσότερο η Αγγλορωσική Επιτροπή θα μετατρεπόταν σε όργανο της βρετανικής και διεθνούς αστικής τάξης.21Ο Τρότσκι επέκρινε την Αγγλορωσική Επιτροπή ως μηχανισμό που, αντί να αποκαλύψει τους Βρετανούς ρεφορμιστές, τους προσέφερε πολιτικό κύρος. Η προειδοποίηση αυτή αποδείχθηκε προφητική. Όταν ξέσπασε η γενική απεργία, η επιτροπή δεν έγινε όπλο των εργατών. Έγινε ασπίδα των προδοτών. Δεν βοήθησε να σπάσουν οι αλυσίδες της ρεφορμιστικής ηγεσίας. Βοήθησε να γυαλιστούν και να ενισχυθούν.

Η οικονομική βοήθεια που στάλθηκε από τη Σοβιετική Ένωση προς τους απεργούς ανθρακωρύχους αντιμετωπίστηκε από τους Βρετανούς εργατοπατέρες με εχθρότητα και υποκρισία.22Η σοβιετική οικονομική βοήθεια προς τους απεργούς ανθρακωρύχους έγινε αντικείμενο αντικομμουνιστικής και πατριωτικής επίθεσης από αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις στη Βρετανία. Η «κόκκινη» επίστρωση της αριστερής συνδικαλιστικής ηγεσίας εξαφανίστηκε μέσα σε πατριωτική υστερία. Εκείνοι που χθες μιλούσαν για διεθνή εργατική αλληλεγγύη σήμερα ανησυχούσαν μήπως κατηγορηθούν ότι παίρνουν «ρωσικό χρυσό». Η κόκκινη σημαία παραμερίστηκε για την «πατριωτική» σημαία. Τη στιγμή της αλήθειας, οι διεθνιστικές φράσεις έλιωσαν σαν κερί μπροστά στη φωτιά της ταξικής σύγκρουσης.

Η Αριστερή Αντιπολίτευση απαίτησε να γίνει ανοιχτή ρήξη με τους Πάρσελ και τους συμμάχους τους. Να χρησιμοποιηθεί το κύρος των σοβιετικών συνδικάτων όχι για να καλύπτει τους Βρετανούς ρεφορμιστές, αλλά για να τους ξεσκεπάσει μπροστά στους εργάτες. Να ειπωθεί καθαρά ότι αυτοί οι άνθρωποι πρόδωσαν. Όμως η σταλινική ηγεσία αρνήθηκε. Για περισσότερο από έναν χρόνο μετά την προδοσία της Γενικής Απεργίας, η πολιτική της συντήρησης της Αγγλορωσικής Επιτροπής συνεχίστηκε. Η υποτιθέμενη «ενότητα» διατηρήθηκε, όχι για να ενισχύσει τους εργάτες, αλλά για να σώσει το κύρος της γραφειοκρατικής γραμμής.

Η κορύφωση αυτής της υποταγής ήρθε στο συνέδριο της Επιτροπής στο Βερολίνο το 1927. Αντί να υπάρξει καταγγελία της προδοσίας της Γενικής Απεργίας, αντί να καταδικαστεί η στάση των Βρετανών γραφειοκρατών συνδικαλιστών, αντί να τεθούν τα μαθήματα της ήττας, υιοθετήθηκε μια γραμμή που αναγνώριζε την αυτονομία και την αποκλειστική αντιπροσώπευση του βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος από το TUC και το Γενικό του Συμβούλιο. Αυτό ήταν χτύπημα στους Βρετανούς κομμουνιστές. Ήταν σαν να τους έλεγαν: μην αγγίζετε τους ηγέτες που μόλις πρόδωσαν την τάξη σας.

Η ήττα του 1926 είχε βαριές συνέπειες. Οι ανθρακωρύχοι έμειναν μόνοι, εξαντλήθηκαν σε έναν μακρύ και πικρό αγώνα, και τελικά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη δουλειά με χειρότερους όρους. Η εργατική τάξη βίωσε απογοήτευση και υποχώρηση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βρετανίας δεν μπόρεσε να μετατρέψει την εμπειρία σε άλμα επαναστατικής ωρίμανσης. Και η Κομμουνιστική Διεθνής προχώρησε ακόμη βαθύτερα στον δρόμο της γραφειοκρατικής παραμόρφωσης, που λίγο αργότερα θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές, όπως στην Κίνα και αργότερα στη Γερμανία.

Το 1926, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια σελίδα εργατικής ιστορίας. Είναι ένας συγκλίνων φακός. Και μέσα σε αυτόν τον φακό βλέπουμε ακόμη και σήμερα το πρόσωπο του καπιταλισμού, αλλά και τις αδυναμίες του εργατικού κινήματος. Βλέπουμε ότι η εργατική τάξη έχει τη δύναμη να σταματήσει τα πάντα. Βλέπουμε όμως και ότι η δύναμη αυτή μπορεί να χαθεί, αν δεν υπάρχει επαναστατική ηγεσία ικανή να της δώσει κατεύθυνση.

Το πιο βαθύ μάθημα βρίσκεται εδώ: η γενική απεργία είναι από τη φύση της πολιτικό γεγονός. Δεν μπορεί να περιοριστεί για πολύ μέσα στο πλαίσιο ενός απλού οικονομικού αιτήματος. Όταν σταματούν οι βασικές λειτουργίες της κοινωνίας, όταν η παραγωγή και η κυκλοφορία παραλύουν, όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να οργανώσει απεργοσπαστικούς μηχανισμούς για να κρατήσει ζωντανό το κράτος, τότε τίθεται αντικειμενικά ζήτημα εξουσίας. Μπορεί οι ηγέτες να το αρνούνται. Μπορεί να το βαφτίζουν «βιομηχανική διαφορά». Αλλά η πραγματικότητα μιλά πιο δυνατά από τις δηλώσεις τους.

Σήμερα, σε μια εποχή νέων πολέμων, ακρίβειας, διάλυσης κοινωνικών δικαιωμάτων, κλιματικής καταστροφής και κρατικής καταστολής, το μάθημα του 1926 είναι πιο ζωντανό από ποτέ. Οι σύγχρονες μορφές ρεφορμισμού μπορεί να φορούν διαφορετικά ρούχα. Άλλοτε εμφανίζονται ως «υπεύθυνες» συνδικαλιστικές ηγεσίες, άλλοτε ως αριστερές κυβερνητικές αυταπάτες, άλλοτε ως ΜΚΟ, άλλοτε ως κοινοβουλευτικοί σωτήρες, άλλοτε ως πατριωτικές εκκλήσεις για «εθνική ενότητα». Όμως η λειτουργία τους παραμένει ίδια: να κρατούν την οργή μέσα σε ασφαλή κανάλια, να μετατρέπουν την εξέγερση σε διαπραγμάτευση, την απεργία σε συμβολική διαμαρτυρία, την ταξική πάλη σε κοινωνικό διάλογο.

Το καθήκον των μαρξιστών δεν είναι να αρνούνται την ενότητα στη δράση. Αυτό θα ήταν σεχταρισμός. Το καθήκον τους είναι να παλεύουν για ενότητα χωρίς αυταπάτες. Να βαδίζουν μαζί με τους εργάτες που ακολουθούν ρεφορμιστικές ηγεσίες, αλλά να μη σιωπούν μπροστά στις ηγεσίες αυτές. Να συμμετέχουν σε κάθε πραγματικό αγώνα, αλλά να λένε την αλήθεια καθαρά: κανένας γραφειοκράτης δεν θα μας χαρίσει την απελευθέρωση. Κανένα κοινοβούλιο δεν θα καταργήσει από μόνο του την εξουσία του κεφαλαίου. Κανένας «προοδευτικός» αστός σύμμαχος δεν θα οδηγήσει την εργατική τάξη στη νίκη.

Η μεγάλη αλήθεια του 1926 είναι απλή και σκληρή: οι εργάτες μπορούν να παραλύσουν τον καπιταλισμό, αλλά για να τον ανατρέψουν χρειάζονται οργάνωση, πρόγραμμα και επαναστατική ηγεσία. Χρειάζονται κόμμα όχι ως εκλογικό μηχανισμό, αλλά ως συλλογικό νου της τάξης· ως μνήμη των αγώνων της· ως όργανο που ξέρει να συνδέει τα καθημερινά αιτήματα με το ζήτημα της εξουσίας. Χωρίς αυτό, ακόμη και οι πιο μεγάλες εκρήξεις μπορούν να σβήσουν σαν φωτιές χωρίς καύσιμο.

Ο Μάης του 1926 μάς αφήνει, λοιπόν, μια κληρονομιά βαριά αλλά αναγκαία. Δεν μας διδάσκει μοιρολατρία. Δεν μας λέει ότι οι εργάτες είναι καταδικασμένοι να προδίδονται. Μας λέει ότι κάθε μεγάλη μάχη προετοιμάζεται πολύ πριν ξεσπάσει. Ότι η προδοσία των ηγεσιών μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν υπάρχει από πριν μια συνειδητή, οργανωμένη, επαναστατική δύναμη μέσα στην τάξη. Ότι η ταξική πάλη δεν συγχωρεί την αφέλεια. Και ότι όταν η ιστορία ανοίγει ένα παράθυρο, αυτό δεν μένει ανοιχτό για πάντα.

Το ερώτημα του 1926 παραμένει μπροστά μας: όταν η εργατική τάξη ξανασηκώσει το κεφάλι, όταν οι μηχανές ξανασταματήσουν, όταν οι δρόμοι γεμίσουν και το κράτος τρέμει κάτω από τη φαινομενική του παντοδυναμία, ποιος θα οδηγήσει τον αγώνα; Εκείνοι που θα τρέξουν πάλι στα υπουργεία για να σώσουν την «τάξη»; Ή εκείνοι που θα πουν καθαρά ότι “ο κόσμος ανήκει στον κόσμο της δουλειάς”; Αυτό είναι το ζωντανό μάθημα της Βρετανικής Γενικής Απεργίας του 1926. Όχι νοσταλγία. Όχι μουσειακή μνήμη. Αλλά προειδοποίηση και κάλεσμα: να μη χαθεί ξανά μια ιστορική δυνατότητα μέσα στα χέρια εκείνων που φοβούνται περισσότερο τη νίκη των εργατών παρά την εξουσία των καπιταλιστών.

Υποσημειώσεις[+]