Για τους νεκρούς που δεν μέτρησαν ποτέ ως άνθρωποι στα κιτάπια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις οικογένειες που ακόμη περιμένουν απαντήσεις. Για να μη γίνει η σιωπή συνενοχή.
της Βίκυς Κανατά
Τρία χρόνια συμπληρώνονται από τη νύχτα της 14ης Ιουνίου 2023, όταν στα νερά ανοιχτά της Πύλου γράφτηκε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες στη σύγχρονη ιστορία της Μεσογείου. Εκεί όπου εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες χάθηκαν στο βυθό, δεν συνέβη απλώς ένα ναυάγιο. Συντελέστηκε ένα έγκλημα. Μια μαζική δολοφονία ανθρώπων που είχαν ήδη στερηθεί την πατρίδα τους, το σπίτι τους, την ασφάλειά τους και στο τέλος στερήθηκαν ακόμη και το δικαίωμα να ζουν.
Τρία χρόνια μετά, η θάλασσα της Πύλου εξακολουθεί να κουβαλά τις φωνές εκείνων που δεν ακούστηκαν ποτέ. Των παιδιών που πέθαναν χωρίς να προλάβουν να γνωρίσουν το μέλλον. Των μανάδων που έσφιγγαν στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους την ώρα που το σκάφος βυθιζόταν. Των νέων ανθρώπων που ξεκίνησαν ένα ταξίδι ελπίδας και βρέθηκαν στον πάτο της θάλασσας. Κι αν ο χρόνος πέρασε, η οργή παραμένει. Γιατί οι νεκροί της Πύλου δεν χάθηκαν από κάποια φυσική καταστροφή. Χάθηκαν επειδή ένα ολόκληρο σύστημα έχει αποφασίσει ότι ορισμένες ζωές αξίζουν λιγότερο από άλλες.
Το αλιευτικό που ξεκίνησε από τις ακτές της Λιβύης κουβαλούσε εκατοντάδες ανθρώπους. Άνθρωποι κυνηγημένοι από πολέμους, φτώχεια, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και καθεστώτα που διέλυσαν τις χώρες τους. Στα αμπάρια του πλοίου δεν υπήρχαν αριθμοί. Υπήρχαν πρόσωπα. Υπήρχαν οικογένειες. Υπήρχαν όνειρα. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν πουλήσει ό,τι τους είχε απομείνει για να αγοράσουν μια θέση σε ένα σαπιοκάραβο, επειδή η Ευρώπη των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» έχει κλείσει κάθε ασφαλή δρόμο διαφυγής.
Όταν το σκάφος εντοπίστηκε, η κατάσταση ήταν ήδη κρίσιμη. Οι επιβαίνοντες βρίσκονταν επί ημέρες χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, χωρίς τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επιβίωσης. Οι αρχές γνώριζαν. Οι αρμόδιοι είχαν ενημερωθεί. Υπήρχαν σήματα κινδύνου, υπήρχαν πληροφορίες, υπήρχαν προειδοποιήσεις. Oι ελληνικές και οι ευρωπαϊκές αρχές γνώριζαν τα σήματα κινδύνου που απηύθυναν επί 15 ώρες από το σκάφος. Γνώριζαν ότι δεν έχουν νερό, ότι υπήρχαν ήδη δύο νεκροί.
Για την ακρίβεια, οι ελληνικές αρχές, στην ελληνική ζώνη έρευνας και διάσωσης, δεν έκαναν τίποτα για τη διάσωση. Αντίθετα, έστειλαν ειδικές δυνάμεις από τη βάση της Σούδας. Όχι για να διασώσουν αλλά για να αποτρέψουν, να τους απωθήσουν προς τα ιταλικά ύδατα. Και καθώς οι μηχανές του προσφυγικού σκάφους είχαν πάψει να λειτουργούν δεν έρριξαν ούτε ένα σωσίβιο. Και τελευταία στιγμή, όταν ο σκάφος βυθιζόταν οι λιμενικοί έριξαν σκοινί ρυμούλκησης με αποτέλεσμα το σκάφος να ανατραπεί κι εκατοντάδες άνθρποι να πνιγούν εγκλωβισμένοι στα αμπάρια… Στο βαθύτερο σημείο της Μεσογείου. Και για να συγκαλύψουν τις εγκληματικές πράξεις τους, οι κάμερες του σκάφους του Λιμενικού είχαν σταματήσει να καταγράφουν, ενώ όπως έγινε γνωστό αργότερα, φρόντισαν να εξαφανίσουν όλα τα κινητά!
Από τους περίπου 750 ανθρώπους που σύμφωνα με μαρτυρίες βρίσκονταν πάνω στο αλιευτικό, διασώθηκαν μόλις 104. Οι υπόλοιποι χάθηκαν. Άλλοι ανασύρθηκαν νεκροί και άλλοι δεν βρέθηκαν ποτέ. Δεν επέστρεψαν στις οικογένειές τους. Δεν θάφτηκαν. Δεν αποχαιρετήθηκαν. Οι μανάδες τους δεν είχαν έναν τάφο να κλάψουν. Οι πατεράδες τους δεν είχαν ένα όνομα χαραγμένο σε μια πέτρα για να αφήσουν ένα λουλούδι. Εξαφανίστηκαν μέσα στα νερά, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη φρίκη. Η προσπάθεια να εξαφανιστούν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και η μνήμη τους. Να μετατραπούν σε έναν αριθμό μέσα σε μια έκθεση. Σε μια υποσημείωση της επικαιρότητας. Σε μια είδηση που θα ξεχαστεί όταν εμφανιστεί η επόμενη καταστροφή.
Όμως η Πύλος δεν μπορεί να ξεχαστεί. Γιατί η Πύλος αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που δεν στοχεύει στη διάσωση ανθρώπων αλλά στην αποτροπή τους. Μιας πολιτικής που θεωρεί αποδεκτό το να μετατρέπεται η Μεσόγειος σε νεκροταφείο αρκεί να προστατεύονται τα σύνορα των ισχυρών. Μιας πολιτικής που χρηματοδοτεί φράχτες, συστήματα παρακολούθησης και μηχανισμούς αποκλεισμού, ενώ την ίδια στιγμή χιλιάδες άνθρωποι πνίγονται αναζητώντας μια ευκαιρία να ζήσουν.
Οι υπεύθυνοι προσπαθούν κάθε χρόνο να μιλήσουν για «ανθρώπινη τραγωδία». Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Η λέξη τραγωδία αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για κάτι μοιραίο, για ένα δυσάρεστο γεγονός χωρίς συγκεκριμένους ενόχους. Όμως οι νεκροί της Πύλου έχουν ενόχους. Έχουν πολιτικές ευθύνες. Έχουν συγκεκριμένες αποφάσεις που διαμόρφωσαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκατοντάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στον θάνατο. Γιατί όταν γνωρίζεις ότι άνθρωποι κινδυνεύουν και δεν τους σώζεις, όταν αντιμετωπίζεις το προσφυγικό ως ζήτημα ασφάλειας και όχι ως ζήτημα ανθρώπινης ζωής, όταν επιλέγεις την αποτροπή αντί της προστασίας, τότε δεν μπορείς να κρύβεσαι πίσω από τη λέξη «ατύχημα».

Τρία χρόνια μετά, η οργή δεν έχει καταλαγιάσει. Και δεν πρέπει να καταλαγιάσει. Γιατί όσο η κοινωνία συνηθίζει τους πνιγμούς, τόσο οι επόμενοι νεκροί γίνονται πιο εύκολοι. Όσο η ανθρώπινη ζωή μετριέται με βάση το διαβατήριο που κρατά κάποιος στα χέρια του, τόσο η βαρβαρότητα θα παρουσιάζεται ως κανονικότητα. Όσο η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες ως απειλή και όχι ως θύματα ενός κόσμου που οι ίδιες οι μεγάλες δυνάμεις διαμόρφωσαν, τόσο οι θάλασσες θα γεμίζουν πτώματα.
Στην Πύλο δεν πέθαναν μόνο πρόσφυγες. Πνίγηκε ένα κομμάτι της ανθρώπινης συνείδησης. Πνίγηκε η υποκρισία όσων μιλούν για ανθρωπισμό ενώ αποδέχονται τη μαζική εξόντωση απελπισμένων ανθρώπων στα σύνορα. Πνίγηκαν οι αξίες που επικαλούνται οι κυβερνήσεις όταν θέλουν να διδάξουν δημοκρατία στους λαούς.
Και γι’ αυτό η μνήμη δεν είναι τελετουργία. Είναι καθήκον. Είναι πολιτική πράξη. Είναι άρνηση να επιτρέψουμε στους νεκρούς να χαθούν για δεύτερη φορά μέσα στη λήθη.
Τρία χρόνια μετά, η Πύλος εξακολουθεί να ζητά δικαιοσύνη. Εξακολουθεί να ζητά απαντήσεις. Εξακολουθεί να απαιτεί να κατονομαστούν οι υπεύθυνοι. Και πάνω απ’ όλα, εξακολουθεί να μας θυμίζει ότι κάτω από τα ήρεμα νερά που απολαμβάνουν όλοι το καλοκαίρι βρίσκονται πνιγμένες εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές, εκατοντάδες ανεκπλήρωτα όνειρα, εκατοντάδες ιστορίες που κόπηκαν βίαια στη μέση.
Η μεγαλύτερη προσβολή απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους δεν θα ήταν μόνο η ατιμωρησία. Θα ήταν η λήθη.
Και γι’ αυτό η Πύλος δεν πρέπει να μνημονεύεται ως ναυάγιο.
Πρέπει να μνημονεύεται ως αυτό που ήταν: μια μαζική δολοφονία στα σύνορα της Ευρώπης. Ένα έγκλημα που παραμένει ανοιχτό όσο δεν αποδίδεται δικαιοσύνη και όσο οι πολιτικές που το γέννησαν εξακολουθούν να εφαρμόζονται.
Υ.Γ. Μετά το ναυάγιο η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε να φορτώσει τις ευθύνες στα θύματα, στους επιζώντες μετανάστες και πρόσφυγες. Όμως, το έγκλημα δεν μπορούσε να συγκαλυφθεί. Ύστερα από μεγάλο αγώνα των επιζώντων, των συνηγόρων τους και του κινήματος αλληλεγγύης, το Ναυτοδικείο Πειραιά έχει ασκήσει ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος σε 21 λιμενικούς, ανάμεσά τους και στον πρώην και τον τωρινό αρχηγό του λιμενικού σώματος. Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη.
