Ρομπέν των Δασών: Μύθος, ταξική πάλη και ο αναθεωρητισμός της Άμαζον

του Άρη Μαραβά

Ο Ρομπέν των Δασών δεν είναι απλώς ένας «ωραίος θρύλος» με πράσινες κάπες, επιδέξια τοξοβολία και μια ρομαντική δόση παράνομης δικαιοσύνης για κατανάλωση το βράδυ της Κυριακής. Στην ιστορική του διαδρομή, από τις πρώιμες μεσαιωνικές μπαλάντες που κυκλοφορούσαν από χωριό σε χωριό μέχρι τις ταινίες του Χόλιγουντ και τις τηλεοπτικές σειρές του 20ού αιώνα, λειτουργεί ως συμπυκνωμένη, λαϊκή αλληγορία της αιώνιας σύγκρουσης ανάμεσα στους “από πάνω” και τους “από κάτω”.

Δεν είναι απλώς ένας «καλός ληστής», αλλά ο λαϊκός παράνομος που παραβιάζει συνειδητά τον νόμο, ακριβώς επειδή ο νόμος είναι φτιαγμένος για να προστατεύει την ιδιοκτησία και την εξουσία των αρχόντων. Δεν πρόκειται για εγκληματία με την αστική έννοια του δικαίου, αλλά για εκείνον που, από τη σκοπιά των καταπιεσμένων, αποκαθιστά μια στοιχειώδη αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης, τσακισμένη από φόρους, αρπαγές και φεουδαλική βία. Γι’ αυτό, επί αιώνες, οι καταπιεσμένοι αναγνώριζαν στη φιγούρα του μια σπίθα από τον δικό τους ανεκπλήρωτο πόθο: να σπάσει ο μηχανισμός της εκμετάλλευσης, να αντιστραφεί έστω για λίγο η φορά της ληστείας, να ανακτηθεί με τη βία αυτό που τους έχει κλαπεί «νόμιμα», με σφραγίδες, διατάγματα και στρατιώτες. Στον Ρομπέν βλέπουν αυτό που δεν τους επιτρέπεται να είναι οι ίδιοι: εκείνον που λέει «όχι» στον άρχοντα, όχι ικετεύοντας αλλά οπλισμένος, όχι ζητιανεύοντας «επιείκεια», αλλά απαιτώντας πίσω τον κλεμμένο πλούτο.

Ακριβώς γι’ αυτό, δεν είναι καθόλου ουδέτερο το πώς επαναδιηγούμαστε τον μύθο. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αθώα παραλλαγή ή μια ατομική «καλλιτεχνική ελευθερία», αλλά με πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης, όπου κάθε εποχή και κάθε τάξη προσπαθεί να φέρει τον Ρομπέν στα μέτρα της, να τον αλλάξει έτσι ώστε να χωρά στις ανάγκες της. Άλλη είναι η εκδοχή όπου ο Ρομπέν γίνεται σύμβολο λαϊκής αντίστασης και άλλη εκείνη όπου εμφανίζεται ως πληγωμένος ευγενής με προσωπικά τραύματα και δυναστικές έριδες. Η νέα σειρά «Ρομπέν των Δασών» της πλατφόρμας MGM+ (ιδιοκτησίας Άμαζον), σχεδόν εξαφανίζει την ιδέα της αναδιανομής του πλούτου και μετατρέπει τη σύγκρουση σε ενδο-αριστοκρατικό δράμα ανάμεσα σε Νορμανδούς και Σάξονες ευγενείς. Δεν είναι απλώς μια πιο «σκοτεινή» και «βίαιη» εκδοχή, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτιστικού αναθεωρητισμού από τη σκοπιά του σύγχρονου καπιταλισμού: αφαιρεί τον λαό από το κέντρο της αφήγησης, μετατρέπει την ταξική σύγκρουση σε διαμάχη ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς» ισχυρούς, σβήνει τη βία της εκμετάλλευσης και την αντικαθιστά με ατομικά δράματα εξουσίας. Ο Ρομπέν, αντί να είναι η φωνή όσων ζουν με το άγχος της πείνας και του φόρου, καταντά άλλο ένα πρόσωπο στην αρένα των προνομιούχων, ακόμη ένα πιόνι στο σκάκι της άρχουσας τάξης· κι έτσι, μαζί με τον μύθο, ξεθωριάζει και η ανάμνηση ότι κάποτε οι από κάτω τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

Ο Ρομπέν ως λαϊκός παράνομος και η ταξική ουσία του μύθου

Ο Ρομπέν των Δασών ανήκει σε εκείνη την κατηγορία μορφών που ο Έρικ Χομπσμπάουμ ονόμασε «κοινωνικούς ληστές»: πρόσωπα που τυπικά βρίσκονται εκτός νόμου, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν ως άτυποι εκπρόσωποι της συλλογικής απελπισίας και της βουβής οργής των καταπιεσμένων στρωμάτων μιας προκαπιταλιστικής κοινωνίας. Οι χωρικοί που τον περιβάλλουν δεν είναι ακόμη το σύγχρονο προλεταριάτο με συνδικάτα, κόμματα και συνειδητό πρόγραμμα, είναι όμως η υλική βάση της κοινωνίας: τα χέρια που σπέρνουν, θερίζουν, πληρώνουν φόρους και σηκώνουν στην πλάτη τους όλο το βάρος της φεουδαλικής εκμετάλλευσης. Βλέπουν τον πλούτο να γεννιέται από τον δικό τους μόχθο και να καταλήγει, σαν ποτάμι που εκτρέπεται βίαια, στα ταμεία των λόρδων, των επισκόπων, του βασιλιά. Σε έναν κόσμο όπου η φωνή τους δεν έχει πολιτική μορφή, ο «κοινωνικός ληστής» γίνεται το παραμορφωμένο αλλά αναγνωρίσιμο είδωλο του δικού τους ανείπωτου «φτάνει πια».

Ο Ρομπέν, όπως διασώζεται στις λαϊκές μπαλάντες, δεν είναι ουδέτερος ούτε κρατά «ίσες αποστάσεις». Δεν κλέβει αφηρημένα, ως ιδιοτροπία χαρακτήρα, αλλά στοχευμένα: χτυπά τους πλούσιους, τους φοροεισπράκτορες, τους άρχοντες και ανακουφίζει τους φτωχούς, τους χρεωμένους, εκείνους από τους οποίους έχουν πάρει και το τελευταίο σακί σιτάρι. Η αναδιανομή –το να πάρει από τους πάνω και να δώσει στους κάτω– δεν είναι διακόσμηση της πλοκής, αλλά η ηθική και πολιτική καρδιά του μύθου. Με κάθε ενέδρα στην άμαξα του άρχοντα και με κάθε μοιρασιά της λείας στο ξέφωτο του δάσους, ο Ρομπέν αποκαθιστά δικαιοσύνη εκεί όπου το «δίκαιο» του φεουδαλικού κράτους δεν είναι παρά ευπρεπής μηχανισμός ληστείας· σπάει την «ιερότητα» της ιδιοκτησίας, δείχνοντας ότι αυτό που παρουσιάζεται ως απαραβίαστο είναι απλώς βίαια σφετερισμένο· υποδηλώνει ότι η φτώχεια δεν είναι φυσική κατάσταση ούτε θεϊκή τιμωρία, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένης ταξικής βίας, με ονόματα και τίτλους.

Όταν ο 20ός αιώνας φτάνει με τις μεγάλες του κρίσεις, ο μύθος προσφέρεται για προοδευτικές, ακόμη και ριζοσπαστικές αναγνώσεις. Ο Ρομπέν του Έρολ Φλιν, στη δεκαετία του 1930, δεν είναι επαναστάτης με μαρξιστικό πρόγραμμα, αλλά κινείται σε ένα κλίμα όπου η λαϊκή δικαιοσύνη, το Νιου Ντιλ, η αντιφασιστική συσπείρωση και η αίσθηση «ο λαός δεν αντέχει άλλο» διαπερνούν την ατμόσφαιρα. Μέσα στην πολυχρωμία του Χόλιγουντ διατηρείται ένα καθαρό μοτίβο: από τη μια ο λαός, από την άλλη η άρχουσα τάξη, και ανάμεσά τους ένα τεντωμένο τόξο. Ακόμα πιο καθαρά, η τηλεοπτική σειρά «Οι Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» (1955–1959), γραμμένη σε μεγάλο βαθμό από κομμουνιστές σεναριογράφους που βρέθηκαν στις μαύρες λίστες του μακαρθισμού, συνδέει τον θρύλο με την εμπειρία της κρατικής καταστολής, της αντικομμουνιστικής υστερίας και των αντι-αποικιακών εξεγέρσεων σε Ινδία, Ινδονησία, Αλγερία. Εκεί, ο Ρομπέν εμφανίζεται ως μεσαιωνικός αντάρτης: κινείται στο δάσος όπως οι αντάρτικες ομάδες στα βουνά και τις ζούγκλες της Ασίας και της Αφρικής, χτυπά γραμμές ανεφοδιασμού, στήνει ενέδρες, οργανώνει το πλήθος, στηρίζεται σε δίκτυα συμπάθειας μέσα στον λαό. Ξέρει ότι «νικάς μόνο όταν έχεις τον λαό στο πλευρό σου» – μια φράση που συνοψίζει μια ολόκληρη στρατηγική αντίστασης, από το Σέργουντ ως τα βουνά του Βιετνάμ και τα χωριά της Αλγερίας. Σε αυτές τις εκδοχές, ο λαός δεν είναι ντεκόρ· είναι η πηγή της δύναμης του ήρωα, η γη στην οποία πατά, τα μάτια και τα αυτιά του. Χωρίς αυτόν, ο Ρομπέν θα ήταν απλώς ένας απελπισμένος φυγάς· μαζί του, γίνεται προανάγγελος μιας άλλης τάξης πραγμάτων.

Από το Σέργουντ στο στούντιο του Μπέζος

Η νέα σειρά της MGM+/Άμαζον κάνει ακριβώς το αντίθετο: κόβει τον Ρομπέν από τις ρίζες του, τον ξεριζώνει από την κοινωνική του βάση και τον αφήνει να αιωρείται σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν μόνο άρχοντες, κάστρα και προσωπικά δράματα. Ο λαός, οι αγρότες, οι χωρικοί –η καρδιά της ιστορίας– εξαφανίζονται ως πραγματικά υποκείμενα. Όταν εμφανίζονται, μοιάζουν με φόντο: ένας γάμος με γιρλάντες, ένα πανηγύρι με μουσικές, πρόσωπα που χαμογελούν σαν χόμπιτ σε θεματικό πάρκο, χωρίς ιδρώτα, χωρίς ρυτίδες, χωρίς πείνα. Καμία εξαντλημένη πλάτη, κανένα σκασμένο χέρι από το κρύο και τη λάσπη, κανένα παιδί που να ζαλίζεται από την ασιτία. Ο φόβος για τον χειμώνα, η αγωνία αν θα φτάσει το στάρι, αν ο φοροεισπράκτορας θα αφήσει κάτι για το σπίτι, διαγράφονται από το κάδρο. Στη θέση μιας πραγματικής κοινότητας φτωχών βλέπουμε ένα γραφικό «χωριό», σκηνογραφία για χρώμα και φολκλόρ, όχι για να αισθανθούμε το βάρος της ζωής των από κάτω.

Την ίδια στιγμή, ο Σερίφης –η φιγούρα που η λαϊκή φαντασία τοποθετούσε στο κέντρο του μηχανισμού εκμετάλλευσης, ο γραφειοκράτης-δήμιος που υπογράφει δήμευση, συλλήψεις, εκτελέσεις– ξαναγράφεται ως «καλοπροαίρετος», ένας άνθρωπος που δήθεν δεν θέλει να κάνει κακό, αλλά «αναγκάζεται» από τους ρόλους και τις συνθήκες. Η σειρά μάς καλεί να τον συμπονέσουμε: να δούμε πίσω από τη στολή έναν ευαίσθητο άνθρωπο εγκλωβισμένο σε έναν δύσκολο ρόλο. Εδώ η ιδεολογική λειτουργία είναι διαυγής: η βία εμφανίζεται ως θλιβερή αναγκαιότητα, η καταπίεση ως προϊόν αχανών, απρόσωπων μηχανισμών, η ευθύνη διαλύεται στο αόριστο «σύστημα». Δεν υπάρχουν πια εκείνοι που διατάζουν και εκείνοι που πληρώνουν το τίμημα, αλλά μόνο άνθρωποι «μπλεγμένοι» σε δυσκολίες.

Αυτή η αισθητική και αφηγηματική επιλογή δένει με τον μεταμοντέρνο σχετικισμό που έχει ανακηρύξει παράνομες τις «μεγάλες αφηγήσεις» – μαζί τους και την πιο επίμονη και ενοχλητική: την αφήγηση της ταξικής πάλης. Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχει σταθερό πλαίσιο εκμετάλλευσης, μόνο «περίπλοκοι χαρακτήρες» και «γκρίζες ζώνες». Η φτώχεια και η καταπίεση γίνονται σκηνικό για ψυχολογικά δράματα, ατμόσφαιρα χωρίς ονόματα και ευθύνες. Η ταξική ανισότητα αποπολιτικοποιείται, παύει να είναι αφετηρία οργής και διεκδίκησης και μετατρέπεται σε φόντο των συγκρούσεων της άρχουσας τάξης. Ο θεατής καλείται να ταυτιστεί όχι με τον πεινασμένο χωρικό, αλλά με τον βασανισμένο άρχοντα που «δεν είχε άλλη επιλογή».

Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η εκδοχή του μύθου παράγεται από μια εταιρεία όπως η Άμαζον, έναν κολοσσό που στηρίζει τα κέρδη του σε ένα σύγχρονο καθεστώς ψηφιακής δουλοπαροικίας: εργάτες σε αποθήκες που μετράνε τα βήματά τους, οδηγοί με χρονομετρημένες ανάσες, ελαστικά εργαζόμενοι σε πλατφόρμες, χρήστες που παράγουν αδιάκοπα δεδομένα. Όλοι αυτοί «οργώνουν» το ψηφιακό έδαφος της Τεχνητής Νοημοσύνης και των logistics χωρίς να έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στα εργαλεία ή στο αποτέλεσμα της δουλειάς τους, κι όμως, στον φαντασιακό κόσμο της σειράς, δεν υπάρχουν καν. Η πραγματική ταξική δομή πάνω στην οποία στέκεται η εταιρεία εξαφανίζεται και στη θέση της προβάλλεται ένα σύμπαν όπου σημασία έχει μόνο ποιος άρχοντας, ποια φράξια των ισχυρών θα επικρατήσει. Έτσι λειτουργεί η πολιτιστική βιομηχανία: η μυθοπλασία των μονοπωλίων δεν είναι απλώς ψυχαγωγία, αλλά μηχανισμός διαπαιδαγώγησης των μαζών, διαδικασία μέσα από την οποία οι άνθρωποι συνηθίζουν να βλέπουν τη δική τους εξαφάνιση ως κάτι φυσικό, ακόμη και αισθητικά ευχάριστο.

Αναθεωρητισμός στον πολιτισμό

Στην πολιτική θεωρία, «αναθεωρητισμός» σημαίνει τη συστηματική εγκατάλειψη της ανεξάρτητης ταξικής πολιτικής του προλεταριάτου. Σημαίνει ότι η εργατική τάξη παύει να αντιμετωπίζεται ως ιστορικό υποκείμενο με δική της στρατηγική και στόχους και καλείται να στοιχηθεί πίσω από «εθνικές ενότητες», «δημοκρατικά μέτωπα», «προοδευτικές αστικές δυνάμεις» και άλλες μορφές συνεργασίας τάξεων. Στον εργάτη, στη φτωχή, στον άνεργο λέγεται: «Μην ονειρεύεσαι ότι θα γίνεις ανεξάρτητη δύναμη, στήριξε ένα ‘καλύτερο’ κομμάτι της αστικής τάξης, έναν ‘λογικό’ διαχειριστή, έναν ‘προοδευτικό’ καπιταλιστή». Με αυτόν τον τρόπο, αντί για αυτοτελή ταξική πάλη, προσφέρεται μια ατέρμονη εναλλαγή ανάμεσα σε «πιο σκληρούς» και «πιο ανθρώπινους» αφεντάδες.

Στον χώρο της κουλτούρας, ο ίδιος αναθεωρητισμός παίρνει μορφή αφηγηματικής μετατόπισης: από τη σύγκρουση ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, σε αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πτέρυγες της ίδιας άρχουσας τάξης. Δεν βλέπουμε πια κόσμους χωρισμένους – όσο σχηματικά κι αν είναι – σε εκείνους που παράγουν και σε εκείνους που ιδιοποιούνται τον πλούτο, αλλά ιστορίες για «καλούς» και «κακούς» ισχυρούς, για «έντιμους» και «διεφθαρμένους» ευγενείς, για «υπεύθυνους» και «ακραίους» ηγέτες. Η νέα σειρά «Ρομπέν των Δασών» υπηρετεί ακριβώς αυτό το σχήμα: η κεντρική αντίθεση δεν είναι πια «λαός εναντίον λόρδων», αλλά «καλοί ευγενείς εναντίον κακών ευγενών». Ο Ρομπέν παύει να είναι ο άνθρωπος που οργανώνει τους φτωχούς και εξαρτά την ύπαρξή του από τη στήριξή τους και μετατρέπεται σε έναν ρομαντικό αριστοκράτη με συνείδηση, που διαφωνεί με άλλα μέλη της τάξης του και συγκρούεται μαζί τους σε επίπεδο προσωπικού και δυναστικού δράματος.

Αυτό ταιριάζει απόλυτα με τον τρόπο που τα κυρίαρχα μέσα παρουσιάζουν την πολιτική: μια σκηνή όπου συγκρούονται Εργατικοί και Συντηρητικοί, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι – δύο πτέρυγες, δύο στυλ, η ίδια αστική πολιτική. Η εργατική τάξη, οι φτωχοί, οι καταπιεσμένοι εμφανίζονται, όταν εμφανίζονται, ως κοινό: ψηφοφόροι, «κοινή γνώμη», τηλεθεατές που παρακολουθούν το παιχνίδι των ισχυρών. Ο Ρομπέν της Άμαζον είναι η φαντασιακή αντανάκλαση αυτού του μοντέλου: ένας «λίγο καλύτερος» ευγενής με τον οποίο καλούμαστε να ταυτιστούμε επειδή είναι πιο «ανθρώπινος». Έτσι διαγράφεται από τον ορίζοντα η δυνατότητα ανεξάρτητης ταξικής δράσης. Ο λαός γίνεται αντικείμενο χειρισμών, ντεκόρ, έπαθλο: οι «καλοί» άρχοντες υπόσχονται να φροντίσουν για λογαριασμό του καλύτερα από τους «κακούς». Η μόνη επιλογή που αφήνεται στον θεατή είναι να διαλέξει πλευρά μέσα στο ίδιο σύστημα, να ελπίζει σε «πιο δίκαιους» διαχειριστές.

Η σειρά λειτουργεί έτσι ως πολιτιστικό συμπλήρωμα της πραγματικής πολιτικής κατάστασης. Ό,τι συμβαίνει στην κάλπη, στη Βουλή, στις ισορροπίες των κομμάτων, βρίσκει αντήχηση στη μυθοπλασία: η ταξική πάλη εξαφανίζεται ή εξευτελίζεται ως «λαϊκισμός» και υπερβολή, η επανάσταση φαντάζει αδιανόητη, ο λαός είναι καταδικασμένος σε παθητικότητα, θεατής που χειροκροτεί ή αποδοκιμάζει, αλλά δεν σπάει τη σκηνή για να ανέβει επάνω. Αντί για εικόνα λαού που οργανώνεται, κρύβει παράνομους, χτυπά γραμμές ανεφοδιασμού, μοιράζεται ρίσκα και πείνα, βλέπουμε έναν λαό-κομπάρσο, διακοσμητικό, ανίκανο να δράσει. Αυτό είναι η ουσία του πολιτιστικού αναθεωρητισμού: η ακύρωση της επαναστατικής δυνατότητας των καταπιεσμένων, η μετατροπή τους από δύναμη πρωταγωνιστική σε αιώνιους κομπάρσους της δικής τους ιστορίας.

Το παράδειγμα της δεκαετίας του ’50

Η αντιπαραβολή με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» της δεκαετίας του 1950 είναι αποκαλυπτική. Σαν να συγκρίνεις δύο καθρέφτες: στον έναν βλέπεις την εξουσία να θαυμάζει τον εαυτό της, στον άλλον βλέπεις τα πρόσωπα των από κάτω να αντικρίζουν πίσω αποφασισμένα. Οι σεναριογράφοι που δούλευαν τότε στη σειρά δεν ήταν ουδέτεροι επαγγελματίες· ήταν άνθρωποι στις μαύρες λίστες του Χόλιγουντ, θύματα του μακαρθισμού, πολλοί κομμουνιστές ή συμπαθούντες, που είχαν νιώσει τι σημαίνει το κράτος να σε βαφτίζει «εχθρό», να σε πετά έξω από τη δουλειά σου, να προσπαθεί να σε σβήσει από τη δημόσια σφαίρα.

Για αυτούς, ο μύθος του Ρομπέν δεν ήταν απλώς πρόσχημα για ακροβατικά και φτηνό ηρωισμό, αλλά ευκαιρία να μιλήσουν έστω κρυφά για καταστολή, προδοσία, επιτήρηση, για την ανάγκη λαϊκής οργάνωσης απέναντι σε μια εχθρική εξουσία. Είδαν στους Νορμανδούς λόρδους τους κλασικούς αποικιοκράτες – μια μικρή κάστα που κυριαρχεί με τη βία σε μια χώρα που δεν της ανήκει – και στους Σάξονες χωρικούς τον λαό των αποικιών: φτωχούς, αλλά όχι ανόητους· φοβισμένους, αλλά όχι άβουλους. Ο Ρομπέν και οι σύντροφοί του παρουσιάστηκαν ως αντάρτες της μεσαιωνικής υπαίθρου, που δρουν σε «ελεύθερες ζώνες» όπως οι αντάρτικες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, κινούνται στο δάσος όπως οι αντάρτες στις ζούγκλες, χωρίς κάστρα και πανοπλίες, αλλά με το πλεονέκτημα της γης και της λαϊκής στήριξης.

Σε αυτά τα επεισόδια, οι φόροι δεν είναι μια λέξη στο σενάριο, αλλά μόνιμος εφιάλτης: βλέπουμε ζώα να αρπάζονται, σιτηρά να φορτώνονται σε άμαξες, σπίτια να καίγονται. Η πείνα δεν είναι μελόδραμα, είναι ο αέρας που αναπνέουν. Η μνήμη της αποικιακής Ινδίας – με τους λιμούς που προκάλεσε η βρετανική πολιτική – και της Ολλανδικής Ινδονησίας – με την εργασία–φόρο και την καταστολή – αντηχεί μέσα σε μια ιστορία για κάστρα και τοξότες. Αυτή είναι η δύναμη της λαϊκής μυθοπλασίας όταν την αγγίζει επαναστατική ματιά: γίνεται γέφυρα ανάμεσα σε εποχές και τόπους, ανάμεσα σε αγώνες που μιλούν διαφορετικές γλώσσες αλλά έχουν κοινό πυρήνα: την απόφαση του καταπιεσμένου να μη σιωπήσει άλλο. Εκείνος ο Ρομπέν ήταν ανοιχτά ταξικά μεροληπτικός και γι’ αυτό έντιμος: δεν δίσταζε να δείξει την εξουσία ως οργανωμένη βία και τον νόμο ως όπλο των πλουσίων.

Από το Σέργουντ στη Γάζα

Η κριτική σήμερα δεν μπορεί να μείνει στο «μου αρέσει / δεν μου αρέσει» μιας σειράς. Πρέπει να συνδέσει την ιδεολογική λειτουργία του σημερινού «Ρομπέν των Δασών» με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων: με το πώς ζουν και πεθαίνουν οι άνθρωποι. Η σειρά εμφανίζεται σε μια εποχή όπου ο αμερικανοκεντρικός ιμπεριαλισμός, σε συνεργασία με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, εξαπολύει πολέμους, πολιορκίες, αποκλεισμούς, κυρώσεις, πραξικοπήματα. Όποιος λαός σηκώνει κεφάλι και αμφισβητεί την «τάξη πραγμάτων», τη «διεθνή νομιμότητα», το «δικαίωμα» του κεφαλαίου να κινείται ελεύθερα και να λεηλατεί, μπαίνει στο στόχαστρο.

Το βλέπουμε στη Γάζα, όπου ένας λαός πληρώνει με αίμα την επιμονή του να υπάρχει. Το βλέπουμε στη Βενεζουέλα, όπου οι προσπάθειες αναδιανομής και λαϊκού ελέγχου του πετρελαϊκού πλούτου απαντήθηκαν με κυρώσεις και απόπειρες ανατροπής. Το βλέπουμε στο Σαχέλ – στη Μπουρκίνα Φάσο, στον Νίγηρα, στο Μάλι – όπου η αμφισβήτηση της γαλλικής και δυτικής κηδεμονίας βαφτίζεται «αστάθεια» και «τρομοκρατία». Η ληστεία πόρων, γης και εργασίας δεν σταμάτησε, απλώς άλλαξε πρόσωπο: στη θέση του αποικιακού διοικητή έχουμε τον τεχνοκράτη των διεθνών οργανισμών και τον επενδυτή, στη θέση του στρατιωτικού κυβερνήτη τον διευθύνοντα σύμβουλο της πολυεθνικής. Τα μέσα είναι γνώριμα: ορυχεία για τις «αγορές», πετρέλαιο και ουράνιο «στρατηγικής σημασίας», αγορές γης, μόνιμο καθεστώς χρέους και μνημονίων. Οι λαοί που σηκώνονται χαρακτηρίζονται «τρομοκράτες», «παρίες», «αποτυχημένα κράτη».

Σε αυτόν τον κόσμο, όπου drones, κυρώσεις και «ειρηνευτικές» επεμβάσεις είναι η κανονικότητα, έρχεται η Άμαζον να προσφέρει έναν Ρομπέν χωρίς αποικιοκρατία, χωρίς ιμπεριαλισμό, χωρίς ταξικό ορίζοντα, έναν κόσμο όπου διακύβευμα είναι μόνο ποια υπερδύναμη, ποια εταιρεία, ποια ελίτ θα επικρατήσει. Ο θεατής συνηθίζει να ζει μέσα σε αφηγήσεις όπου οι πραγματικοί λαοί του πλανήτη είναι θολό φόντο πίσω από το δράμα των ισχυρών. Αυτός ο αποπολιτικοποιημένος, αναθεωρητικός Ρομπέν λειτουργεί ως αντίβαρο σε κάθε προσπάθεια των καταπιεσμένων να δουν τον εαυτό τους ως συλλογικό υποκείμενο. Όταν η εικόνα σου διδάσκει καθημερινά ότι ο ρόλος σου είναι να κοιτάς από τον καναπέ τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο CEO και να συγκινείσαι με τα διλήμματα ενός «καλού» λόρδου απέναντι σε έναν «κακό», γίνεται όλο και δυσκολότερο να φανταστείς τον εαυτό σου ως μαχητή, οργανωτή, μέλος κινήματος που μπορεί να αμφισβητήσει τα θεμέλια του συστήματος. Η πολιτιστική βιομηχανία δεν λέει ποτέ ευθέως «μην αγωνίζεστε»· απλώς σου δείχνει ξανά και ξανά κόσμους όπου ο αγώνας των από κάτω δεν υπάρχει καν ως πιθανότητα.

Γι’ αυτό η κριτική δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια γενική γκρίνια για τη «φθορά των μύθων». Έχει καθήκον να ξαναφέρει στο προσκήνιο την αλήθεια του ίδιου του μύθου: ότι δεν υπάρχει Ρομπέν χωρίς λαό, ότι κάθε απόπειρα να παρουσιαστεί ένας Ρομπέν αποκομμένος από χωρικούς, φτωχούς και καταπιεσμένους παράγει ένα άδειο φάντασμα, μια φιγούρα για εμπορεύματα, όχι σύμβολο εξέγερσης· ότι δεν υπάρχει δάσος του Σέργουντ χωρίς ταξική εκμετάλλευση – χωρίς ληστεία γης, σοδειών, εργασίας, το δάσος είναι σκηνικό για τουριστική διαφήμιση, όχι πεδίο αντάρτικου· ότι δεν υπάρχει «δικαιοσύνη» χωρίς αναδιανομή, χωρίς ρήξη με την ιδιοκτησία των κυρίαρχων. Όσο η ιδιοκτησία των λίγων πάνω στα μέσα παραγωγής μένει ιερή και απαραβίαστη, κάθε λόγος περί δικαιοσύνης κινδυνεύει να είναι κενή φόρμουλα.

Για έναν επαναστατικό Ρομπέν του 21ου αιώνα

Η απάντηση στον αναθεωρητισμό της Άμαζον δεν μπορεί να είναι μελαγχολική νοσταλγία για ένα ανύπαρκτο «αγνό παρελθόν». Ούτε ο Ρομπέν του ’30 ούτε εκείνος του ’50 γεννήθηκαν σε ανέφελες εποχές, αλλά μέσα σε κρίσεις, πολέμους, διώξεις, εκμετάλλευση. Το ζητούμενο δεν είναι να γυρίσουμε πίσω, αλλά να ξαναπιάσουμε το νήμα του μύθου από την πλευρά των σημερινών καταπιεσμένων και να τον επαναοικειοποιηθούμε δημιουργικά, με συνείδηση της εποχής μας. Ένας Ρομπέν του 21ου αιώνα, γραμμένος με επαναστατικό, διεθνιστικό πνεύμα, δεν θα τριγυρνούσε απλώς με ένα τόξο ανάμεσα σε δέντρα: η κλοπή του μεσαιωνικού φόρου θα συνδεόταν με την κλοπή μισθού, χρόνου και δεδομένων στη σύγχρονη οικονομία των πλατφόρμων, με τα λεπτά που δεν πληρώνονται, με τις «νεκρές» ώρες αναμονής που δεν αναγνωρίζονται ως εργασία, με τα κλικ και τα σκρολαρίσματα που μετατρέπονται σε προφίλ, διαφημίσεις, κέρδη.

Ένα τέτοιο έργο δεν θα περιοριζόταν στον ηρωισμό ενός μοναχικού παράνομου, αλλά θα έδειχνε την αργή, δύσκολη, αντιφατική γέννηση της συλλογικής οργάνωσης: εργατικές συνελεύσεις σε αποθήκες, ομάδες αλληλεγγύης σε γειτονιές, ψηφιακά δίκτυα που σπάνε τη σιωπή. Θα επέμενε στην ιδέα ότι χωρίς συνειδητοποίηση, χωρίς οργάνωση, χωρίς το «μαζί», κανένα βέλος δεν αρκεί. Θα άνοιγε γέφυρες ανάμεσα στο Σέργουντ και τη Γάζα, όπου η γη γίνεται φυλακή και τα δέντρα μάρτυρες βομβαρδισμών· ανάμεσα στους Σάξονες χωρικούς που βλέπουν τη σοδειά τους να φεύγει σε κάρα και στους μετανάστες εργάτες στις αποθήκες της Άμαζον, που βλέπουν τη ζωή τους να χάνεται σε βάρδιες των δώδεκα ωρών· ανάμεσα στα μεσαιωνικά κάστρα με τάφρους και στους ουρανοξύστες των πολυεθνικών, με τους σεκιούριτι στην είσοδο και τους στρατούς δικηγόρων στα πάνω πατώματα.

Κι ένα τέτοιο έργο θα τολμούσε να θέσει τα ερωτήματα που η σημερινή σειρά φοβάται: αν ο Ρομπέν ζούσε σήμερα, θα υπέγραφε συμβόλαιο με την MGM+ ή θα προσπαθούσε να οργανώσει απεργίες στις αποθήκες της Άμαζον; Θα ήταν διαδικτυακός «σταρ» που πουλά «αντισυστημικά» μπλουζάκια ή θα στεκόταν, σχεδόν αόρατος, στην πύλη μιας απεργιακής φρουράς; Θα εμφανιζόταν σε κόκκινα χαλιά ή κουκουλωμένος σε λαϊκές συνελεύσεις όπου οι άνθρωποι ψάχνουν τρόπους να πάρουν πίσω τον χρόνο και τη ζωή τους;

Η ταξική κριτική του σύγχρονου «Ρομπέν των Δασών» δεν είναι φιλολογικό παιχνίδι. Είναι υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός είναι πεδίο πάλης εξίσου σοβαρό με το εργοστάσιο, τον δρόμο ή τη Βουλή. Η άρχουσα τάξη δεν εγκαταλείπει ποτέ μύθους που μπορούν να εμπνεύσουν αντίσταση· τους αρπάζει, τους μαλακώνει, τους κουρεύει στα μέτρα του «ρεαλισμού» της. Εκεί βρίσκεται το καθήκον των επαναστατών διανοουμένων, των καλλιτεχνών, των αγωνιστών: να τραβήξουν αυτούς τους μύθους πίσω από τα χέρια των λόρδων και να τους επιστρέψουν σε εκείνους στους οποίους πραγματικά ανήκουν – στον λαό, στους εργαζόμενους, στους καταπιεσμένους σε κάθε γωνιά του πλανήτη, που δεν χρειάζονται άλλα ηρωικά «άβαταρ», αλλά ιστορίες-εργαλεία για να φανταστούν τον εαυτό τους ως δύναμη αλλαγής.

Ο Ρομπέν των Δασών, αν πρόκειται να έχει νόημα για τον 21ο αιώνα, δεν μπορεί να είναι ο Ρομπέν του Τζεφ Μπέζος ούτε ένα ακόμη εμπορικό σήμα για μπλουζάκια και παράγωγες σειρές. Πρέπει να ξαναγίνει αυτό που υποσχόταν από την αρχή: το χαμόγελο ενός παράνομου που, με το βέλος στο τόξο και τον λαό στο πλευρό του, κοιτάζει προς τα πάνω και αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί ότι ο πλούτος των λίγων και η μιζέρια των πολλών είναι «νόμος της φύσης». Να θυμίζει ότι οι νόμοι γράφονται και ξαναγράφονται – και ότι κάποτε, στα δάση και στις πόλεις, στις αποθήκες και στα σύνορα, θα υπάρξουν αρκετοί «παράνομοι» ώστε να γείρουν τη ζυγαριά.

https://www.amazon.com/Robin-Hood-Season-01/dp/B0FK542MK3

https://archive.org/search?query=subject%3A%22The%20Adventures%20Of%20Robin%20Hood%22