Ρότερνταμ: Όταν η Αλληλεγγύη Γίνεται Έγκλημα, η Σιωπή Είναι Συνενοχή

του Άρη Μαραβά

Το βράδυ της Τετάρτης 4/6/2025, σε μια από τις πιο πολυπολιτισμικές πόλεις της Ευρώπης, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, η φωνή της αλληλεγγύης δέχτηκε επίθεση. Πάνω από 90 άνθρωποι -φοιτητές, εργάτες, νέοι μετανάστες, γυναίκες και άντρες-συνελήφθησαν επειδή τόλμησαν να μιλήσουν για την Παλαιστίνη. Να σταθούν μπροστά στο Δημαρχείο και να φωνάξουν ότι η ζωή ενός παιδιού στη Γάζα μετράει περισσότερο από οποιοδήποτε φορτίο όπλων που περνάει απ’ το λιμάνι.

Ήταν μια ειρηνική συγκέντρωση. Καμία πρόκληση, κανένα επεισόδιο -μόνο πανό, συνθήματα, λέξεις που ζητούσαν να σπάσει η σιωπή. Κι όμως, η απάντηση του κράτους ήρθε με γκλομπ, χειροπέδες, στρατιωτικού τύπου περικύκλωση. Με εντολή της δημάρχου του Ρότερνταμ, Καρόλα Σούτεν, το δικαίωμα στη διαμαρτυρία έληξε «στην προκαθορισμένη ώρα» (8 μ.μ.). Αλλά αυτό που τους τρόμαξε δεν ήταν το ρολόι. Ήταν οι άνθρωποι. Η συνείδησή τους. Η σύνδεσή τους με κάτι βαθύτερο.

Γιατί αυτό που συνέβη στη Ρότερνταμ δεν αφορά μόνο μια πόλη. Αφορά την ίδια τη θέση της Ευρώπης απέναντι στον πόλεμο, στην καταπίεση, στον ιμπεριαλισμό.

Το λιμάνι του Ρότερνταμ -οικονομική καρδιά της Ολλανδίας, η μεγαλύτερη πύλη εμπορίου της Ευρώπης- δεν είναι ουδέτερο. Είναι ενεργό μέρος της δολοφονικής αλυσίδας που αιμορραγεί τη Γάζα. Από τις αποθήκες του η μεγάλη εταιρία μεταφορών Maersk, μεταφέρει οπλικά συστήματα, τεχνολογία και εξαρτήματα και ανταλλακτικά για τα μαχητικά αμερικανικής παραγωγής αεροσκάφη F-35 για το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα του Ισραήλ. Πολυεθνικές με ολλανδικά κεφάλαια εμπλέκονται στο εξοπλιστικό εμπόριο με το σιωνιστικό κράτος σε συνεργασία με την ισραηλινή ΖΙΜ. Και πίσω από τις μεταφορικές εταιρίες, τις τράπεζες, τα κοντέινερ, τις σφραγίδες τελωνείου, κρύβεται η ψυχρή λογική του κέρδους βαμμένου με αίμα.

Γι’ αυτό κι η καταστολή δεν ήταν σύμπτωμα. Ήταν το κανονικό. Ήταν η έκφραση της πολιτικής αλήθειας του αστικού κράτους: να προστατεύει το κεφάλαιο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να φιμώνει τους πολίτες του. Η αλληλεγγύη με την Παλαιστίνη είναι επικίνδυνη όχι γιατί είναι βίαιη – αλλά γιατί αποκαλύπτει. Αποκαλύπτει ότι πίσω από τις λέξεις περί δημοκρατίας και «ευρωπαϊκών αξιών» κρύβεται η ανοχή, αν όχι η συνεργασία, με ένα καθεστώς που ισοπεδώνει νοσοκομεία και σκοτώνει παιδιά.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Δεν είναι μόνο το Ρότερνταμ. Είναι το Βερολίνο, η Μαδρίτη, το Παρίσι, το Λονδίνο. Σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, η κεφίγια γίνεται ύποπτο αντικείμενο. Οι φοιτητές παρακολουθούνται. Οι σημαίες κατάσχονται. Οι διαδηλωτές σέρνονται στα δικαστήρια. Αυτό που διώκεται δεν είναι το έγκλημα. Είναι η αμφισβήτηση. Είναι η διεθνιστική, ταξική, ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Γιατί η Παλαιστίνη δεν είναι μόνο ένας τόπος. Είναι μια ιστορία. Είναι οι φωνές αυτών που δεν έχουν φωνή. Είναι το βλέμμα μιας μητέρας που ψάχνει το παιδί της στα ερείπια. Είναι οι γιατροί χωρίς ρεύμα, οι μαθητές χωρίς σχολείο, οι εργάτες χωρίς μισθό, οι πρόσφυγες χωρίς γη.

Και οι άνθρωποι στο Ρότερνταμ; Είναι κι αυτοί Παλαιστίνη. Είναι κι αυτοί κομμάτι της ίδιας παγκόσμιας μάχης. Από τα προσφυγικά στρατόπεδα της Γάζας ως τα πεζοδρόμια της Ευρώπης, υπάρχει ένα κοινό νήμα. Ένα μέτωπο που ενώνει τους καταπιεσμένους ενάντια στους καταπιεστές. Μια φωνή που λέει: «Ως εδώ».

Αυτό φοβούνται οι κυβερνήσεις. Ότι οι νέοι δεν τρομοκρατούνται πια. Ότι βλέπουν πίσω από τις μάσκες. Ότι καταλαβαίνουν πως η απελευθέρωση της Παλαιστίνης δεν θα έρθει από τις διπλωματίες και τα συμβούλια, αλλά από τον κοινό αγώνα όλων των λαών ενάντια σε ένα σύστημα που δολοφονεί για να επιβιώσει.

Και αυτός ο φόβος τους, είναι η ελπίδα μας.

Η Καναδική Έρευνα για Εγκλήματα Πολέμου

Η πρόσφατη αποκάλυψη ότι η Βασιλική Καναδική Έφιππη Αστυνομία (RCMP) έχει ξεκινήσει έρευνα για εγκλήματα πολέμου εις βάρος Ισραηλινο-Καναδών στρατιωτών που συμμετείχαν στη γενοκτονία της Γάζας, δεν αποτελεί απλώς μια νομική εξέλιξη. Είναι ένα ρήγμα στο οικοδόμημα της ιμπεριαλιστικής ατιμωρησίας. Το γεγονός ότι αυτή η πρωτοβουλία προέρχεται από τον Καναδά -έναν δευτερεύοντα εταίρο της ιμπεριαλιστικής τάξης, σύμμαχο του ΝΑΤΟ και σταθερό υποστηρικτή του σιωνιστικού κράτους- δείχνει την αυξανόμενη πίεση από τα κάτω: ένα κύμα λαϊκής αγανάκτησης απέναντι στα εγκλήματα του Ισραήλ και στη συνενοχή των δυτικών κυβερνήσεων, ντυμένη με το προσωπείο της δημοκρατίας και της «άμυνας».

Όμως ο ταξικός χαρακτήρας αυτής της έρευνας πρέπει να κατανοηθεί βαθιά. Δεν είναι προϊόν κάποιου αυθόρμητου ξυπνήματος της αστικής δικαιοσύνης ούτε αντανάκλαση μιας «ηθικής αφύπνισης» του καναδικού κράτους. Είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, της μαζικής κινητοποίησης, της διεθνούς αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη, και των επίμονων προσπαθειών οργανισμών όπως το Ίδρυμα Χιντ Ρατζάμπ. Οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας κινούνται μόνον όταν η πίεση από τον λαό γίνεται αβάσταχτη.

Ο σιωνισμός δεν είναι απλώς μια αντιδραστική ιδεολογία. Είναι η πολιτική έκφραση της εποικιστικής αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Το κράτος του Ισραήλ δεν υφίσταται ως «καταφύγιο για τους Εβραίους», αλλά ως στρατιωτικό φυλάκιο της Δύσης, εξοπλισμένο και χρηματοδοτούμενο για να καταστέλλει επαναστατικά κινήματα, να τρομοκρατεί αραβικούς λαούς, και να διασφαλίζει τα συμφέροντα του δυτικού κεφαλαίου στην περιοχή. Κάθε έγκλημα στη Γάζα -από τους βομβαρδισμούς νοσοκομείων μέχρι την πείνα των παιδιών- δεν είναι ατομική υπερβολή, αλλά συστημική λειτουργία ενός κράτους καταπίεσης.

Οι ερευνώμενοι Ισραηλινο-Καναδοί στρατιώτες δεν είναι «παραστρατημένοι». Είναι εκπαιδευμένοι φορείς ενός αποικιοκρατικού σχεδίου. Πολλοί στρατολογούνται από σιωνιστικούς οργανισμούς στον Καναδά, χρηματοδοτούνται από το ίδιο το κράτος και υφίστανται ιδεολογική κατήχηση ώστε να βλέπουν τους Παλαιστίνιους ως υπανθρώπους. Τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα του συστήματος που υπηρετούν.

Η έρευνα της εν λόγω αστυνομίας, ακόμη και αν οδηγήσει σε διώξεις, δεν μπορεί να αποδώσει τη δικαιοσύνη που απαιτείται. Η αστική δικαιοσύνη είναι πάντοτε επιλεκτική, περιορισμένη από τα πολιτικά και ταξικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Δεν θα αγγίξει τις ρίζες: τις καναδικές εξαγωγές όπλων στο Ισραήλ, τη διπλωματική στήριξη στο καθεστώς Νετανιάχου, ή τη δεκαετή συνενοχή στη σφαγή ενός λαού.

Παρομοίως, οι νομικές προσπάθειες του Ιδρύματος Χιντ Ρατζάμπ σε 14 χώρες είναι αξιέπαινες, αλλά αναδεικνύουν τα όρια της νομικής δράσης σ’ έναν κόσμο όπου το δίκαιο γράφεται από τους ισχυρούς με το αίμα των αδυνάτων. Η «οικουμενική δικαιοδοσία» εφαρμόζεται επιλεκτικά, σπάνια στους εκπροσώπους του ιμπεριαλιστικού μπλοκ, και ποτέ στους ηγέτες του. Ούτε ο Μπους, ούτε ο Μπλερ, ούτε ο Νετανιάχου, ούτε ο Μπάιντεν βρίσκονται στο εδώλιο.

Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Η γενοκτονία στη Γάζα δεν είναι «παραβίαση του διεθνούς δικαίου» – είναι σύμπτωμα ενός ιμπεριαλισμού σε κρίση. Το κράτος του Ισραήλ δεν μπορεί να «μεταρρυθμιστεί». Πρέπει να διαλυθεί. Ο σιωνισμός δεν μπορεί να «μετριαστεί». Πρέπει να ηττηθεί. Και η δικαιοσύνη δεν θα έρθει με δικαστικές αποφάσεις, αλλά με επαναστατική ανατροπή: με την κατάργηση της αποικιοκρατίας, του απαρτχάιντ, και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η παλαιστινιακή υπόθεση δεν είναι απλώς εθνική. Είναι κοινωνική. Είναι η φωνή του εργάτη, του πρόσφυγα, του φτωχού, απέναντι στο κράτος-δολοφόνο και τους σπόνσορές του. Κάθε νεκρό παιδί στη Γάζα είναι κραυγή ενάντια σε μια παγκόσμια τάξη που θεμελιώνεται στο αίμα. Και κάθε προσπάθεια για δικαιοσύνη -νομική, πολιτική, επαναστατική- είναι σπίθα στην πυρκαγιά που έρχεται.

Η εργατική τάξη του Καναδά, επίσης, πρέπει να απορρίψει τη συνενοχή της δικής της αστικής τάξης. Η αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας, αλλά ταξικό καθήκον. Από το Τορόντο ως τη Γάζα, από το Μόντρεαλ ως τη Ράφα, ο εχθρός είναι κοινός: η καπιταλιστική τάξη και τα κράτη της.

Ας συνεχιστούν οι έρευνες – αλλά ως σάλπισμα αγώνα, όχι ως τελικός στόχος. Το αίμα που χύθηκε στη Γάζα απαιτεί όχι απλώς δίκες, αλλά ανατροπές. Όχι απλώς μνήμη και θρήνο, αλλά επανάσταση.