Ρόζα Παρκς: Η αμετακίνητη εργάτρια στον πυρήνα του φυλετικού καπιταλισμού

του Άρη Μαραβά

Η Ρόζα Παρκς μάς σερβίρεται συνήθως σαν ένα σχεδόν τυχαίο ηθικό επεισόδιο: μια κουρασμένη μοδίστρα, μια ξαφνική πράξη θάρρους, ένα λεωφορείο, ένα εισιτήριο για την «ισότητα». Είναι ένα αφήγημα βολικό, συγκινητικό και εντελώς ακίνδυνο για το σύστημα. Αν όμως κοιτάξουμε τη ζωή της ταξικά, αναδύεται μια εντελώς διαφορετική μορφή: όχι ένα παθητικό σύμβολο αξιοπρέπειας, αλλά μια σκληραγωγημένη εργάτρια, ριζωμένη στη μαύρη φτωχή τάξη του Νότου, παραγόμενη μέσα από δεκαετίες οργανωμένης πάλης. Η φαινομενικά «απλή» πράξη της ήταν η συμπύκνωση μιας μακράς ιστορίας αγώνων της μαύρης εργατικής τάξης, όχι μια ηρωική παραξενιά μιας μεμονωμένης ψυχής.

Γεννημένη το 1913 στο Τασκίγκι της Αλαμπάμα, η Ρόζα Λουίζ ΜακΚόλεϊ μεγαλώνει σε ένα φτωχό, αγροτικό, μαύρο περιβάλλον, όπου η βία της λευκής Αμερικής δεν είναι θεωρία αλλά νυχτερινός ήχος: οι ιππείς τής Κου Κλουξ Κλαν περνούν έξω από το σπίτι, κι εκείνη ξαγρυπνά πλάι στον παππού της, που φυλάει σκοπιά με την καραμπίνα. Αυτή δεν είναι η ανατροφή μιας «ήσυχης μικροαστής», αλλά ενός παιδιού που καταλαβαίνει πολύ νωρίς ότι το κράτος, ο νόμος και ο «σεβαστός πολίτης» είναι πρόθυμοι να λιντσάρουν, να κάψουν, να τρομοκρατήσουν για να κρατήσουν τη μαύρη εργατική τάξη «στη θέση της» – σε υποταγή. Όταν ένα λευκό αγόρι απειλεί την ίδια και τον μικρό της αδελφό, εκείνη σηκώνει ένα τούβλο και τον αντιμετωπίζει. Όταν η γιαγιά της την προειδοποιεί πως με τέτοια συμπεριφορά «θα τη λιντσάρουν πριν μεγαλώσει», η Ρόζα απαντά ότι προτιμά να λιντσαριστεί παρά να ζήσει χωρίς το δικαίωμα να πει «δεν μου αρέσει». Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φόβο και την εξέγερση, ανάμεσα στην παράλογη κανονικότητα της καταπίεσης και την «τρέλα» της αντίστασης, χαράσσεται ήδη από τα παιδικά της χρόνια.

Η ενήλικη ζωή της διασταυρώνεται με τις πιο αιχμηρές αντιφάσεις της αμερικανικής κοινωνίας. Ο γάμος της με τον Ρέιμοντ Παρκς – έναν πολιτικοποιημένο κουρέα που οργανώνει την υπεράσπιση των αγοριών του Σκοτσμπόρο, των εννέα μαύρων νέων που στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα με ψευδείς κατηγορίες για βιασμό – τη φέρνει μέσα σε έναν κόσμο κατακόρυφα διαφορετικό από τον «σεβαστό» συντηρητισμό που της επιφυλάσσουν τα επίσημα αφηγήματα. Σπίτια όπου τα βράδια γίνονται συναντήσεις με όπλα πάνω στο τραπέζι, με κομμουνιστές, ριζοσπάστες, εργάτες και μικροεπαγγελματίες να συζητούν πώς θα σπάσουν τον ζυγό των λευκών δικαστηρίων και των λευκών όχλων. Η Ρόζα τελειώνει το λύκειο το 1933, σε μια εποχή όπου λιγότερο από το 7% των Αφροαμερικανών έχουν απολυτήριο. Δεν είναι ιστορία ατομικής «κοινωνικής ανέλιξης», αλλά συλλογικής θυσίας μιας φτωχής οικογένειας που βλέπει στη μόρφωση εργαλείο αγώνα, όχι εισιτήριο για έναν ατομικό παράδεισο.

Για να κατανοήσουμε την Παρκς, πρέπει να ξαναδιαβάσουμε και τον ίδιο το νόμο του Τζιμ Κρόου. Η ήττα της Ανασυγκρότησης και η νίκη των φυλετικών καθεστώτων στον αμερικανικό Νότο δεν ήταν απλώς «επιστροφή του ρατσισμού», αλλά η εγκαθίδρυση μιας ειδικής μορφής ταξικής κυριαρχίας. Η λευκή αγροτική και βιομηχανική αστική τάξη του Νότου χρειάζεται τη μαύρη εργασία φτηνή, χωρίς δικαιώματα, πολιτικά αφοπλισμένη. Ταυτόχρονα, πρέπει να δέσει τους λευκούς φτωχούς σε μια ψεύτικη «κοινότητα φυλής». Ο φυλετικός διαχωρισμός –στα σχολεία, στους νεκροταφεία, στις τουαλέτες, στα λεωφορεία– είναι το ορατό πρόσωπο μιας βαθύτερης σχέσης: το χρώμα λειτουργεί ως εργαλείο υπερεκμετάλλευσης και διάσπασης της εργατικής τάξης.

Όταν η Ρόζα εντάσσεται το 1943 στο παράρτημα του NAACP στο Μοντγκόμερι, μπαίνει σε ένα ακριβώς τέτοιο πεδίο αντιφάσεων. Το NAACP είναι μια οργάνωση διαταξική –με ηγεσίες συχνά μεσοαστικές και φιλελεύθερες– που, ωστόσο, τρέφεται από την εμπειρία των μαύρων εργατών και αγροτών. Ως γραμματέας του παραρτήματος και στη συνέχεια ως σύμβουλος του Νεανικού Συμβουλίου, η Παρκς πιέζει μαζί με τον Ε. Ντι Νίξον και άλλους να μετατραπεί η οργάνωση από προσεκτικό νομικό γραφείο σε αγωνιστικό, μαζικό φορέα. Ερευνά λιντσαρίσματα, βιασμούς, «νόμιμες» δολοφονίες. Η υπόθεση της Ρίσι Τέιλορ –μιας νεαρής μαύρης γυναίκας που απήχθη και βιάστηκε ομαδικά από λευκούς στην Αλαμπάμα το 1944– είναι χαρακτηριστική: η Παρκς οργανώνει επιτροπή ισότητας, τρέχει τη χώρα για να σπάσει τη σιωπή. Εδώ βλέπουμε πώς η ταξική και φυλετική βία πλέκεται με την πατριαρχία: ο βιασμός των μαύρων γυναικών είναι μέσο πειθάρχησης της μαύρης εργατικής δύναμης, όχι «παρέκκλιση».

Το πολιτικό της σύμπαν ανοίγει ακόμη περισσότερο μέσα από τη σχέση της με το εργατικό κίνημα. Η συνεργασία της με τον Νίξον, ηγετικό στέλεχος της Αδελφότητας των Πορτιέρηδων, τη συνδέει με μια παράδοση μαύρου εργατικού ριζοσπαστισμού, με σοσιαλιστές όπως ο Φίλιπ Ράντολφ και με την παράδοση της CIO. Η συμμετοχή της στο Highlander Folk School το 1955 –όπου μελετά τη μη βίαιη άμεση δράση μαζί με συνδικαλιστές και ακτιβιστές– είναι μια μορφή «ανώτερης σχολής» ταξικού αγώνα: εκεί διδάσκεται πώς οι δημοκρατικές διεκδικήσεις (κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού) απαιτούν μορφές μαζικής πίεσης που αγγίζουν την καρδιά της κανονικής λειτουργίας του καπιταλισμού.

Μέσα σε αυτό το υπόβαθρο, η 1η Δεκεμβρίου 1955 παύει να είναι παραμύθι μοναχικού ηρωισμού. Όταν η Ρόζα Παρκς κάθεται στο τμήμα των μαύρων στο λεωφορείο, γυρνώντας από τη δουλειά της ως μοδίστρα, και αρνείται να μετακινηθεί όταν ο οδηγός διατάζει τέσσερις μαύρους να σηκωθούν για να καθίσουν λευκοί, δεν παγώνει ο χρόνος. Συμπυκνώνεται. Συμπυκνώνονται οι παλιότερες εξευτελιστικές εμπειρίες της ίδιας, όταν την πέταξαν από λεωφορείο γιατί δεν δέχτηκε να μπει από την πίσω πόρτα. Συμπυκνώνονται οι μικρές εκρήξεις ανυπακοής άλλων – όπως η δεκαπεντάχρονη Κλοντέτ Κόλβιν, που λίγους μήνες πριν αρνήθηκε επίσης να σηκωθεί. Συμπυκνώνεται η συναίσθηση πως «κάθε φορά που υποτάσσεσαι πεθαίνεις λίγο». Η φράση της –«δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη, μόνο κουρασμένη από το να υποχωρώ»– δεν είναι ρομαντισμός, είναι διάγνωση. Ο καπιταλισμός σε συνθήκες φυλετικού καθεστώτος απαιτεί καθημερινές μικρές αυτοταπεινώσεις για να λειτουργεί η «κανονικότητα». Η άρνηση της Παρκς διακόπτει αυτή την αλυσίδα.

Το γεγονός ότι αυτή η άρνηση γίνεται πυροδότης ενός χρόνιου μποϊκοτάζ δεν είναι μυστήριο, είναι αποτέλεσμα προετοιμασίας. Το Γυναικείο Πολιτικό Συμβούλιο της Τζο Αν Ρόμπινσον, η τοπική οργάνωση του NAACP, το δίκτυο των μαύρων εκκλησιών έχουν ήδη δουλέψει χρόνια πάνω στην ιδέα ότι το λεωφορείο μπορεί να γίνει πεδίο σύγκρουσης. Όταν η είδηση της σύλληψής της απλώνεται, φυλλάδια τυπώνονται νύχτα σε πανεπιστημιακές μηχανές, οι πάστορες ενημερώνουν τα ποίμνιά τους, τα μαύρα σπίτια γεμίζουν ψιθύρους: «τη Δευτέρα δεν παίρνουμε λεωφορείο». Η μία μέρα γίνεται εβδομάδα, μήνας, χρόνος και κάτι. Η εργατική τάξη των μαύρων του Μοντγκόμερι –καθαρίστριες, οικιακές βοηθοί, εργάτες, χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι– επιδεικνύει μια πειθαρχία που θα ζήλευαν πολλά συνδικάτα: περπατούν χιλιόμετρα, οργανώνουν αυτοσχέδιες συγκοινωνίες, συντονίζουν δρομολόγια.

Στο επίπεδο της ταξικής ανάλυσης, το Μποϊκοτάζ των Λεωφορείων του Μοντγκόμερι είναι μια μορφή πολιτικής γενικής απεργίας, έστω περιορισμένης. Οι μαύροι εργαζόμενοι δεν κατεβάζουν μόνο τα χέρια από την παραγωγή, αλλά αποσύρουν το πορτοφόλι τους από έναν κρίσιμο κρίκο της καθημερινής κυκλοφορίας εμπορευμάτων και ανθρώπων. Τα λεωφορεία γυρνούν άδεια, ολόκληρο τμήμα του αστικού μηχανισμού παραλύει, η τοπική άρχουσα τάξη βλέπει μια υποτιμημένη, υπερεκμεταλλευόμενη κοινωνική δύναμη να συνειδητοποιεί τη δυνατότητά της να σταματήσει το «φυσιολογικό». Το γεγονός ότι στην ηγεσία εμφανίζεται τώρα ο νεαρός πάστορας Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, πλαισιωμένος από τοπικούς παράγοντες της μεσοαστικής μαύρης τάξης, δεν αναιρεί το ότι χωρίς την καθημερινή θυσία της εργατικής βάσης ο ίδιος θα έμενε απλώς ένας ταλαντούχος ρήτορας σε μια μικρή εκκλησία.

Η δικαστική νίκη, με την απόφαση Μπράουντερ ενατίον Γκέιλ το 1956, που κηρύσσει αντισυνταγματικό τον φυλετικό διαχωρισμό στα λεωφορεία, είναι πραγματική κατάκτηση – αλλά όχι «τέλος της ιστορίας». Το ομοσπονδιακό κράτος παραχωρεί ένα τμήμα δημοκρατικών δικαιωμάτων, υπό την πίεση διεθνών συσχετισμών (Ψυχρός Πόλεμος, αντιαποικιακά κινήματα) και εσωτερικής αναταραχής, ακριβώς για να διασώσει τον πυρήνα της ταξικής εξουσίας. Θα λέγαμε ότι μια επιμέρους δημοκρατική διεκδίκηση κατακτιέται με συνδυασμό εξωθεσμικής πίεσης και νομικής πάλης, αλλά ο φυλετικός καπιταλισμός ως σύστημα παραμένει. Το ότι ακολουθούν καθιστικές διαμαρτυρίες, η ιστορική Πορεία στην Ουάσιγκτον, οι εξεγέρσεις πόλεων της δεκαετίας του ’60, επιβεβαιώνει ακριβώς πως η βασική αντίφαση δεν έχει λυθεί.

Η ίδια η Παρκς, άλλωστε, δεν ζει καμία χολιγουντιανή «κάθαρση». Χάνει τη δουλειά της, ο άντρας της εξαναγκάζεται να παραιτηθεί, η οικογένεια βομβαρδίζεται με απειλές, οικονομική ασφυξία και κοινωνική απομόνωση. Το 1957 φεύγουν για το Ντιτρόιτ, τη «Βόρεια γη της επαγγελίας» που αποδεικνύεται μια άλλη μορφή κολάσεως: γκέτο, διαχωρισμένα σχολεία, αστυνομία έτοιμη να πυροβολήσει. Εκεί η Ρόζα δεν γίνεται «σύμβολο» σε γυάλινη προθήκη. Βυθίζεται ξανά στην καθημερινή ταξική πραγματικότητα: αγώνες για δημόσια κατοικία, για αξιοπρεπή κοινωνικά επιδόματα, για ίση εκπαίδευση, για δικαιοσύνη στα δικαστήρια. Από το 1965 εργάζεται στο γραφείο του βουλευτή Τζον Κόνγερς, αναλαμβάνοντας υποθέσεις φτωχών ψηφοφόρων – όχι ως γραφειοκράτης, αλλά ως μεταφράστρια των αιτημάτων της βάσης στη γλώσσα του Κογκρέσου και, όσο γίνεται, το αντίστροφο.

Εκεί, στον βιομηχανικό Βορρά, η Παρκς ριζώνει περισσότερο και στον ριζοσπαστικό λόγο της Μαύρης Εξουσίας και του αντιιμπεριαλισμού. Θαυμάζει τον Μάλκολμ Χ, υπερασπίζεται το ηθικό δικαίωμα της αυτοάμυνας απέναντι στην αστυνομία και τις λευκές συμμορίες, ενισχύει πρωτοβουλίες των Μαύρων Πανθήρων, συμμετέχει σε εκστρατείες αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους (Τζόαν Λιτλ), αντιτίθεται ανοιχτά στον πόλεμο στο Βιετνάμ, στις επεμβάσεις στην Κεντρική Αμερική, στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής. Η οπτική της δεν χωρά εύκολα σε απαλές αφηγήσεις «μη βίας» και «εθνικής συμφιλίωσης». Καταλαβαίνει ότι ο ρατσισμός δεν είναι μόνο προνόμιο λευκών «αγροίκων του Νότου», αλλά δομικό εργαλείο ενός ιμπεριαλιστικού καθεστώτος που βομβαρδίζει και δολοφονεί λαούς έξω από τα σύνορα, ενώ φυλακίζει και εξοντώνει τους μαύρους εργάτες εντός.

Ακριβώς γι’ αυτό, ο τρόπος με τον οποίο το κατεστημένο «θυμάται» τη Ρόζα Παρκς αποτελεί κι αυτός πεδίο ιδεολογικής πάλης. Το σύστημα έχει ανάγκη τις ηθικοποιημένες εκδοχές των αγώνων που το έχουν αμφισβητήσει. Έτσι, η Ρόζα παγιδεύεται για πάντα σε ένα κάδρο: μια γυναίκα στο λεωφορείο, με το βλέμμα στο παράθυρο. Εξαφανίζονται οι συνδικαλιστές, οι κομμουνιστές, οι ριζοσπάστες, οι ανώνυμες γυναίκες που έστησαν δίκτυα μεταφοράς. Εξαφανίζεται το Ντιτρόιτ, οι Μαύροι Πάνθηρες, η κριτική στον πόλεμο, η διακήρυξή της ότι το «κίνημα δεν έχει τελειώσει». Μένει μόνο μια άγια εικόνα: χρήσιμη για σχολικά βιβλία, για ομιλίες προέδρων, για βραβεία «διαφορετικότητας». Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός μπορεί άνετα να κρεμάσει το πορτρέτο της Ρόζα Παρκς σε μια αίθουσα συνεδριάσεων, ενώ την ίδια στιγμή διαλύει τις συλλογικές συμβάσεις, ιδιωτικοποιεί την παιδεία, χτίζει φυλακές, χρηματοδοτεί πολέμους και πολιτικές λιτότητας.

Μια ριζοσπαστική και επαναστατική ανάγνωση της Ρόζα Παρκς αρνείται τόσο την αγιογραφία όσο και τον κυνισμό. Δεν την αντιμετωπίζει ως μοναδική «ηρωίδα» έξω από την ιστορία, ούτε τη μειώνει σε απλό πιόνι. Τη βλέπει ως προϊόν και φορέα ενός συγκεκριμένου ιστορικού σχηματισμού: του αμερικανικού φυλετικού καπιταλισμού, από την εποχή της Ανασυγκρότησης και της Κου Κλουξ Κλαν μέχρι τα προάστια του Ντιτρόιτ, τις φλεγόμενες πόλεις του ‘67 και την εποχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Ρωτά ποιοι ταξικοί συσχετισμοί έκαναν δυνατή την πράξη της, ποιοι μηχανισμοί προσπάθησαν να περιορίσουν το περιεχόμενό της, ποια ανεκπλήρωτα ενδεχόμενα της μαύρης και πολυεθνικής εργατικής τάξης υποδηλώνει.

Στις σημειώσεις της, σε μια χάρτινη σακούλα, η Ρόζα γράφει ξανά και ξανά: «Ο αγώνας συνεχίζεται…». Δεν αναπαύεται σε καμία «ιστορική νίκη». Ξέρει ότι το δικαίωμα να κάθεσαι οπουδήποτε στο λεωφορείο δεν αρκεί όταν το λεωφορείο σε πηγαίνει σε γειτονιά-γκέτο, σε δουλειά μισοάνεργη, σε σχολείο υποχρηματοδοτούμενο, σε νοσοκομείο απρόσιτο, σε φυλακή υπερπλήρη. Η ισότητα, για εκείνη, δεν είναι διακοσμητική προσθήκη στο υπάρχον οικοδόμημα, αλλά καταστροφή των βαθιών θεμελίων της οικονομικής, κοινωνικής και ιμπεριαλιστικής εξουσίας που γεννά τον ρατσισμό ως αναγκαίο εξάρτημά της. Αυτός είναι ο λόγος που η μνήμη της παραμένει επικίνδυνη: γιατί μας δείχνει ότι πίσω από το «καλό παράδειγμα» κρύβεται η δυνατότητα μαζικής, ταξικής ρήξης.

Στον 21ο αιώνα, μπροστά στις δολοφονίες μαύρων από την αστυνομία, στις μαζικές φυλακίσεις, στα στρατόπεδα μεταναστών, στις εκρήξεις της ακροδεξιάς και στα νέα κύματα πολέμου και κρίσης, η ανάκληση της Ρόζα Παρκς δεν έχει τίποτα να κάνει με γλυκερές επετείους. Έχει να κάνει με το αν θα ξαναδούμε την πάλη ενάντια στο ρατσισμό ως οργανικό κομμάτι της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό – όχι ως θέμα «ευαισθητοποίησης», αλλά ως ζήτημα εξουσίας. Η γυναίκα που αρνήθηκε να σηκωθεί από το κάθισμά της, η εργάτρια που μετακινήθηκε από την Αλαμπάμα στο Ντιτρόιτ, που πέρασε από τον NAACP στους Μαύρους Πάνθηρες και από την υπόθεση μιας βιασμένης αγρότισσας στις πορείες κατά του πολέμου, μας θυμίζει ότι η ιστορία αλλάζει όταν οι «αόρατοι» της κοινωνίας οργανώνονται, σκέφτονται διαλεκτικά, ενώνουν τις μερικές μάχες σε συνολικό ορίζοντα.

Αν θέλουμε λοιπόν να της είμαστε πιστοί, δεν αρκεί να τη θυμόμαστε σε ένα λεωφορείο. Πρέπει να κοιτάξουμε γύρω μας: ποια είναι σήμερα τα «λεωφορεία» που μας θέλουν όρθιους και σιωπηλούς; Ποιοι πληρώνουν το εισιτήριο, ποιοι εισπράττουν τα κέρδη; Σε ποιο σημείο της διαδρομής είμαστε διατεθειμένοι να πούμε – όπως είπε εκείνη – «ως εδώ»; Η Ρόζα Παρκς δεν μας ζητά να την θαυμάζουμε. Μας προκαλεί να συνεχίσουμε την πάλη της, με όρους ταξικούς, διεθνιστικούς, επαναστατικούς. Και η πρόκληση αυτή παραμένει, ακόμη, αναπάντητη.