της Βίκυς Κανατά
Υπάρχουν στιγμές που ένα γεγονός αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τον χαρακτήρα μιας ολόκληρης πολιτικής. Η δήλωση ενός κρατούμενου μετανάστη στο Αυτόφωρο Δικαστήριο Σερρών ότι προτιμά να οδηγηθεί στη φυλακή παρά να επιστρέψει στη δομή κράτησης στο Κλειδί Σιντικής δεν αποτελεί μια προσωπική υπερβολή ούτε μια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης. Αποτελεί μια συγκλονιστική καταγγελία για τις συνθήκες που επικρατούν σε μια δομή η οποία έχει μετατραπεί σε σύμβολο της αντιμεταναστευτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το τελευταίο διάστημα οι ειδήσεις που φτάνουν από τη Σιντική έχουν κοινό παρονομαστή: επαναλαμβανόμενες απόπειρες διαφυγής, κινητοποιήσεις των κρατουμένων, ποινικές διώξεις, ψυχική και σωματική εξάντληση ανθρώπων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι επί μήνες, ακόμη και περισσότερο από έναν χρόνο. Δεν πρόκειται για μια αλληλουχία «μεμονωμένων περιστατικών», όπως συνηθίζουν να ισχυρίζονται οι αρμόδιοι κάθε φορά που αποκαλύπτονται οι συνέπειες της πολιτικής τους. Πρόκειται για τη φυσική κατάληξη ενός καθεστώτος διοικητικής κράτησης που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πρόβλημα προς διαχείριση και όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων.
Οι τρεις νέοι Αιγύπτιοι μετανάστες που επιχείρησαν να εγκαταλείψουν τη δομή δεν επιδίωκαν κάποιο προνόμιο. Επιχείρησαν να αποδράσουν από συνθήκες που, σύμφωνα με τις καταγγελίες των ίδιων των κρατουμένων, αλλά και όσα αναδείχθηκαν σε δικαστικές διαδικασίες, χαρακτηρίζονται από υπερπληθυσμό, ασφυκτική ζέστη, ελλείψεις σε βασικά αγαθά, προβλήματα υγιεινής και πολύμηνο εγκλεισμό χωρίς ουσιαστική προοπτική. Το γεγονός ότι ακόμη και τα δικαστήρια αναγνώρισαν πως προηγούμενες απόπειρες διαφυγής συνδέονταν με τη δεινή κατάσταση των κρατουμένων έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν αναιρεί τις ποινές που επιβλήθηκαν, αλλά επιβεβαιώνει ότι η απόγνωση δεν μπορεί να αποκοπεί από τις συνθήκες που τη γεννούν.

Η υπόθεση ενός ακόμη κρατούμενου, ο οποίος οδηγήθηκε στην ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου Σερρών έπειτα από σοβαρό ψυχωσικό επεισόδιο, φωτίζει μια πλευρά που συνήθως αποκρύπτεται. Η πολύμηνη κράτηση, η αβεβαιότητα, η απομόνωση και η έλλειψη στοιχειωδών όρων αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ανθρώπινη ψυχή. Δεν πρόκειται για «παράπλευρες απώλειες». Είναι συνέπειες μιας πολιτικής που χρησιμοποιεί την εξάντληση ως μέσο αποτροπής.
Η συζήτηση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Κεντρικής Μακεδονίας ανέδειξε επίσης τις αντιφάσεις της επίσημης πολιτικής. Αναγνωρίστηκαν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της δομής, όμως δεν υπήρξε καμία ουσιαστική δέσμευση για την άσκηση πίεσης προς την κυβέρνηση. Οι διαδικαστικές δικαιολογίες και η μετάθεση των ευθυνών δεν μπορούν να κρύψουν ότι οι κρατικές αρχές γνωρίζουν εδώ και καιρό τις καταγγελίες για τις συνθήκες που επικρατούν στη Σιντική.

Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαντλείται στη συγκεκριμένη δομή. Η Σιντική είναι το αποτέλεσμα μιας συνολικής στρατηγικής που εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συναίνεση των κυβερνήσεων των κρατών-μελών, επενδύει ολοένα και περισσότερο στη θωράκιση των συνόρων, στην επέκταση των κλειστών δομών, στις επαναπροωθήσεις, στην επιτήρηση και στην ποινικοποίηση της μετανάστευσης. Το δόγμα είναι απλό: όσο πιο σκληρές γίνονται οι συνθήκες για όσους φτάνουν στην Ευρώπη, τόσο ισχυρότερο θα είναι το μήνυμα αποτροπής προς όσους ακολουθήσουν.
Πρόκειται για μια βαθιά κυνική λογική. Οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις χώρες τους εξαιτίας πολέμων, επεμβάσεων, οικονομικής λεηλασίας, φτώχειας ή αυταρχικών καθεστώτων αντιμετωπίζονται σαν απειλή. Οι ίδιες οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, οι οικονομικές πολιτικές που διαλύουν ολόκληρες κοινωνίες και οι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών συμβάλλουν στη δημιουργία νέων προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων. Στη συνέχεια, τα θύματα αυτής της πραγματικότητας εγκλωβίζονται σε στρατόπεδα, πίσω από φράχτες και συρματοπλέγματα, όπου η ζωή τους τίθεται σε διαρκή αναστολή.

Η αντιμεταναστευτική πολιτική δεν υπηρετεί μόνο ιδεολογικούς στόχους. Εξυπηρετεί και συγκεκριμένες οικονομικές ανάγκες. Η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων χωρίς σταθερό νομικό καθεστώς, χωρίς πλήρη εργασιακά δικαιώματα και υπό τη διαρκή απειλή απέλασης δημιουργεί μια δεξαμενή φθηνής και ευάλωτης εργατικής δύναμης. Ο ρατσισμός και η καταστολή λειτουργούν ως μηχανισμοί διαίρεσης των εργαζομένων, ώστε να αποκρύπτονται οι πραγματικοί υπεύθυνοι για τη φτώχεια, την ανεργία και την κοινωνική ανασφάλεια.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην ηθική καταδίκη των εικόνων που έρχονται στο φως. Απαιτείται συνολική αμφισβήτηση της πολιτικής που γεννά αυτές τις εικόνες. Δεν αρκεί να αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης μιας δομής, όταν η ίδια η λογική του εγκλεισμού παραμένει ανέγγιχτη. Δεν αρκούν οι υποσχέσεις για καλύτερες συνθήκες, όταν ο πυρήνας της πολιτικής εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους μετανάστες ως ανθρώπους χωρίς φωνή και χωρίς δικαίωμα στην αξιοπρεπή ζωή.
Οι διαδοχικές κινητοποιήσεις των κρατουμένων, οι απεργίες πείνας και οι απόπειρες διαφυγής αποτελούν εκδηλώσεις αντίστασης απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Δεν είναι εκδηλώσεις «ανομίας», αλλά κραυγές ανθρώπων που διεκδικούν να αντιμετωπιστούν ως άνθρωποι. Η ποινικοποίηση αυτών των αντιδράσεων δεν λύνει κανένα πρόβλημα αλλά απλώς επιχειρεί να επιβάλει τη σιωπή εκεί όπου η αδικία γίνεται ολοένα πιο ορατή.

Η αλληλεγγύη προς τους κρατούμενους δεν είναι ζήτημα φιλανθρωπίας. Είναι ζήτημα υπεράσπισης θεμελιωδών κοινωνικών και πολιτικών αρχών. Η υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ανεξάρτητα από εθνικότητα, καταγωγή ή νομικό καθεστώς, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για κάθε κοινωνία που θέλει να αντιστέκεται στον αυταρχισμό και στον ρατσισμό. Όσο επεκτείνονται οι εξαιρέσεις από τα δικαιώματα για τους πιο αδύναμους, τόσο ευκολότερα περιορίζονται τελικά τα δικαιώματα όλων.
Η Σιντική δεν είναι μια δυσάρεστη παρένθεση. Είναι ο καθρέφτης μιας πολιτικής που θεωρεί ότι ο εγκλεισμός, η τιμωρία και η εξαθλίωση αποτελούν αποδεκτά μέσα διαχείρισης ανθρώπων. Κάθε νέα απόπειρα διαφυγής, κάθε δικαστήριο, κάθε καταγγελία για τις συνθήκες κράτησης υπενθυμίζει ότι πίσω από τα συρματοπλέγματα υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν τη μοίρα που τους επιβάλλεται.
Η ευθύνη για αυτή την κατάσταση είναι πολιτική και δεν μπορεί να αποκρυφτεί πίσω από διοικητικές διαδικασίες ή επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Όσο η κρατική πολιτική συνεχίζει να επενδύει στην καταστολή αντί στην προστασία, στον εγκλεισμό αντί στην ένταξη και στον φόβο αντί στην αλληλεγγύη, τόσο η Σιντική θα παραμένει σύμβολο μιας Ευρώπης και ενός κράτους που υψώνουν τείχη απέναντι στους κατατρεγμένους, την ίδια στιγμή που συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία των συνθηκών που τους αναγκάζουν να ξεριζωθούν.
