Σκέψεις για την εκπαιδευτική πολιτική με αφορμή την αυτοκτονία των δύο μαθητριών

της Ρουμπίνης Δαφνή

Η είδηση της αυτοκτονίας των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη μας συντάραξε όλους. Οι πρώτες αντιδράσεις όσων έχουμε εφήβους παιδιά ή μαθητές/τριες ήταν να τα πάρουμε μια μεγάλη αγκαλιά και να τα διαβεβαιώσουμε πως το μόνο που έχει σημασία είναι να είναι καλά. Πίσω από αυτή την αυθόρμητη αντίδρασή μας κρύβεται η αγωνία μήπως αυτή η αυτονόητη για εμάς προτεραιότητα της σωματικής και ψυχικής υγείας δεν είναι τόσο αυτονόητη στα παιδιά.

Τα στοιχεία δυστυχώς επιβεβαιώνουν την ανησυχία αυτή. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της Κλίμακας, το 2022 καταγράφηκαν έντεκα αυτοκτονίες παιδιών και εφήβων ηλικίας 12-19 ετών, το 2023 δέκα, το 2024 επίσης δέκα, ενώ ήδη μέχρι τον Μάιο του 2026 έχουν καταγραφεί εννέα περιστατικά. Παράλληλα, το αίσθημα ψυχικής δυσφορίας στους νέους συνδέεται με την αύξηση αυτοτραυματιστικών συμπεριφορών: Σύμφωνα με τα στοιχεία της δημοσκοπικής έρευνας MARC για το 2025, το 17,6% των νέων ηλικίας 17 έως 24 ετών αναφέρει ότι αυτοτραυματίζεται ή έχει αυτοτραυματιστεί στο παρελθόν. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι περισσότερα από τα μισά περιστατικά ξεκινούν πριν από την ηλικία των 16 ετών.

Σε σχέση με την ψυχική υγεία των εφήβων στην πιο πρόσφατη πανελλήνια έρευνα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας «Κώστας Στεφανής» (ΕΠΙΨΥ) το 2022 καταγράφονται τα εξής: Περισσότεροι από ένας στους 6 (17,1%) εφήβους αναφέρουν ότι νιώθουν μοναξιά ενώ περισσότεροι από δύο στους 5 (42,8%) εφήβους έχουν συμπτώματα άγχους, νιώθουν δηλαδή νευρικοί, αγχωμένοι και «σε ένταση» και δεν μπορούν να σταματήσουν ή να ελέγξουν την ανησυχία τους. Αν και διαχρονικά, από το 1999, το ποσοστό 15χρονων εφήβων που έχουν σκεφτεί, έστω και μία φορά, να βλάψουν τον εαυτό τους μειώνεται και συγκεκριμένα για την 8ετία 2011-2019 μειώνεται από 28,0% σε 24,3%, το 2022, όπως προκύπτει από την έρευνα HBSC/WHO σε μαθητές ίδιας ηλικίας, το ποσοστό αυτό αυξάνεται 10 ποσοστιαίες μονάδες και φτάνει το 34,1%, ενώ ένας στους επτά (13,7%) απαντούν ότι έχουν κάνει έστω και μία απόπειρα αυτοκτονίας – με έναν στους 5 εξ αυτών να έχει χρειαστεί ιατρική περίθαλψη.

Κοινός παρονομαστής αυτοκτονικότητας και αυτοτραυματιστικών συμπεριφορών είναι η μεταβίβαση του έντονου ψυχικού πόνου στο σωματικό πεδίο. Πέρα από τα ατομικά ή κατά περίπτωση οικογενειακά αίτια πρόκλησης ψυχικού πόνου η καταγραφόμενη αύξηση των περιστατικών υποδεικνύει την ύπαρξη και κοινωνικών αιτίων. Η γενιά που σήμερα ενηλικιώνεται έχει ήδη αρκετές εμπειρίες συλλογικού στρες (οικονομική κρίση στην παιδική ηλικία και κοινωνική απομόνωση πανδημίας στην έναρξη της εφηβείας), αλλά καμία εμπειρία συλλογικού αγώνα, καμία εμπειρία συλλογικής αντίστασης (εκτός από τις διαμαρτυρίες για τα Τέμπη), καμία εμπειρία συλλογικής νίκης. Πρόκειται για μια νέα “γενιά της ήττας”, που δεν νιώθει ότι μπορεί κάτι να αλλάξει. Επιπρόσθετα, έχει χάσει και κάθε στήριγμα. Πού να βρουν οι σημερινοί νέοι στήριγμα, όταν οι γονείς τους είναι εγκλωβισμένοι στο καθημερινό κυνήγι επιβίωσης ή και στην αγωνία τους να παρέχουν όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια και έτσι χάνουν την ουσιαστική επαφή με τα παιδιά; Πού να βρουν στήριγμα, όταν το σχολείο καλλιεργεί τον άκρατο ατομικισμό σε βάρος της κοινωνικότητας, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης; Χωρίς συλλογικό πνεύμα, χωρίς κοινότητα, άτομα μοναχικά, οι σημερινοί νέοι παλεύουν να βρουν ένα νόημα σε κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες φρίκης, παλεύουν να βρουν έναν λόγο να αντέξουν τις αντιξοότητες της ζωής.

Σε αυτή τη ζοφερή εικόνα η ίδια έρευνα (ΕΠΙΨΥ, 2022) καταγράφει και μια προοπτική διεξόδου: οι έφηβοι οι οποίοι είναι εύκολο να μιλήσουν με τους γονείς τους και εκείνοι που αισθάνονται ότι λαμβάνουν υποστήριξη από την οικογένειά τους εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αυτεπάρκειας και χαμηλότερο κίνδυνο για εκδήλωση συμπτωμάτων κατάθλιψης. Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι σαφές, τα παιδιά έχουν την ανάγκη να ακουστούν. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Αρκεί, το να τα ακούσουμε.

Όμως, οι αντιδράσεις μετά το περιστατικό της Ηλιούπολης δεν δείχνουν ειλικρινή διάθεση να ακούσουμε τους νέους. Η είδηση πυροδότησε μεγάλη συζήτηση σε ΜΜΕ και δημόσιο διάλογο, η οποία όμως αντί να δώσει τον λόγο στους νέους και τις νέες, αντί να αναδείξει τα αδιέξοδά τους, επικεντρώθηκε στην αυστηρή κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος με αιχμή του δόρατος τον «καταστροφικό» για τη νέα γενιά ρόλο των Πανελληνίων εξετάσεων. Αξίζει, λοιπόν, να εξετάσουμε τη «στάση» του εκπαιδευτικού συστήματος απέναντι στην «δύσκολη» ηλικία της εφηβείας μέχρι τη χρονιά των Πανελληνίων. 

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο από την Πρωτοβάθμια ήδη εκπαίδευση στις επιδόσεις και την κάλυψη της διδακτέας ύλης και στη Δευτεροβάθμια πλέον κυριαρχείται από τη βαθμοθηρία, τη συνεχή αξιολόγηση και τις εξετάσεις. Στα ασφυκτικά πλαίσια που διαμορφώνονται, η έλλειψη χρόνου δεν αφήνει κανένα περιθώριο ανθρώπινης επαφής έξω από τα ωρολόγια προγράμματα, –μεταξύ δασκάλων και μαθητών/τριών αλλά και μεταξύ μαθητών/τριών- με αποτέλεσμα την παραμέληση της κύριας λειτουργίας του σχολείου, της κοινωνικοποίησης, η οποία τελικά επιτελείται στο παραπρόγραμμα του σχολείου και πολλές φορές με στρεβλό τρόπο (συμμορίες, εκφοβισμός, βία). Η σημερινή νεολαία σε αυτό το επιβαρυμένο πλαίσιο βίωσε την πανδημία, με τη συνακόλουθη απομόνωση και τον εγκλεισμό και έχασε έτσι τα πρώτα και βασικά στάδια της κοινωνικοποίησής της.

Στη συνέχεια, οι πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας φρόντισαν να φέρουν αυτή τη γενιά αντιμέτωπη με έναν σκληρό κυκεώνα εξετάσεων από μικρή κιόλας ηλικία. Η συνεχής υποβάθμιση μέσω της υποχρηματοδότησης, της υποστελέχωσης και της υποτίμησης του δημόσιου σχολείου «της γειτονιάς», η ενίσχυση των προτύπων σχολείων και η γενικότερη προώθηση  του σχολείου της «αριστείας» από την ηγεσία του Υπουργείου έχει μεταφέρει το άγχος των εξετάσεων στο Δημοτικό και βέβαια έχει επεκτείνει το βάρος της προετοιμασίας στα φροντιστήρια σε όλες τις τάξεις της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Φέτος το Υπουργείο με περηφάνια ανακοίνωσε πως κατατέθηκαν 13.987 αιτήσεις για 1.809 θέσεις σε Πρότυπα σχολεία της χώρας, 12.644 αιτήσεις για 3.266 θέσεις σε Πειραματικά σχολεία της χώρας, 3.945 αιτήσεις για 1.786 θέσεις σε Δημόσια Ωνάσεια σχολεία. Οι εξετάσεις για τα Πρότυπα λαμβάνουν τον χαρακτήρα άτυπων «Πανελληνίων για 12χρονα» και παράλληλα «πεδίο δόξης λαμπρό» για φροντιστήρια και «Κέντρα Μελέτης» (τα τελευταία μάλιστα λειτουργούν χωρίς σαφές νομοθετικό πλαίσιο).

Ο Γολγοθάς των εξετάσεων, βέβαια, δεν σταματά εκεί. Εν μέσω καραντίνας και τηλεκπαίδευσης θεσμοθετήθηκε και λειτουργεί έκτοτε η Τράπεζα Θεμάτων για τις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις του Λυκείου και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των πολιτικών είναι ο αποκλεισμός ευρέων στρωμάτων μη προνομιούχων μαθητών που δεν «τα κατάφεραν» ή που δεν είχαν την αναγκαία στήριξη (με φροντιστήρια ή ιδιαίτερα). Αυτή η εντατικοποίηση οδηγεί στην εξουθένωση μαθητριών/τών και καθηγητριών/τών και γίνεται τελικά οδοστρωτήρας της διδακτικής διαδικασίας. Τελικά, μέσα από την πορεία τους στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, μια πορεία είτε αλλεπάλληλων επιτευγμάτων και επιτυχιών είτε αποτυχιών και αποκλεισμών, το «μάθημα» που παίρνουν τα παιδιά είναι η με κάθε τρόπο επιδίωξη της επίδοσης, των επιτευγμάτων και της αριστείας, το κυνήγι της «επιτυχίας» και όχι της ευτυχίας, ενώ η «αποτυχία» αντιμετωπίζεται ως «προσωπική ευθύνη» και αποσιωπώνται οι ευθύνες της κοινωνίας.

Παράλληλα, η απαξίωση του ρόλου του δασκάλου, η οικονομική και εργασιακή εξαθλίωση των εκπαιδευτικών μαζί με τη συνειδητή προσπάθεια υποταγής τους (ιδεολογικής και ηθικής) μέσω της αξιολόγησης και του τεράστιου μηχανισμού πειθαρχικών διώξεων εκπαιδευτικών επιδιώκει να εξαλείψει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης και αξιοπρέπειας. Η υποβάθμιση των εργασιακών συνθηκών των εκπαιδευτικών δεν είναι άσχετη με την υποβάθμιση του παιδαγωγικού ρόλου του σχολείου. Αν λάβουμε υπόψιν πως η παιδαγωγική σχέση, όπως και κάθε σχέση, για να λειτουργήσει χρειάζεται διάρκεια, χρειάζεται να είσαι διαθέσιμος, να έχεις έστω λίγο χρόνο, πώς μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό τον ρόλο εκπαιδευτικοί που όχι μόνο αναγκάζονται να αλλάζουν σχολείο κάθε χρόνο αλλά και μοιράζονται σε 2-3 σχολεία την ίδια βδομάδα ίσως και την ίδια μέρα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην προλαβαίνουν να μάθουν ούτε καν τα ονόματα των εκατοντάδων(!) μαθητών/τριών τους; Ποια παιδαγωγική σχέση να χτιστεί με αυτούς τους όρους;

Αυτό το υποβαθμισμένο, υποτιμημένο και απαξιωμένο σχολείο καλείται να σταθεί στο πλάι των μαθητών/τριών και να τους/τις στηρίξει απέναντι στα ολοένα διογκούμενα προβλήματα που αντιμετωπίζουν με μόνο εφόδιο το «μεράκι» και τον ζήλο των εκπαιδευτικών που παλεύουν να ανταπεξέλθουν σε πλήθος ρόλων (παιδαγωγού, κοινωνικού λειτουργού, ψυχολόγου, συμβούλου επαγγελματικού προσανατολισμού) χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση και ουσιαστική στήριξη ή συμβουλευτική.

Το Υπουργείο, βέβαια, γνωρίζει τις ανάγκες αυτές και απαντά με θεσμούς φαντάσματα, με λύσεις κοροϊδίας και με επικοινωνιακά κόλπα. Οι δημόσιες εκπαιδευτικές δομές που έχουν την αρμοδιότητα της Συμβουλευτικής και Ψυχοκοινωνικής υποστήριξης μαθητών, κηδεμόνων και εκπαιδευτικών, τα ΚΕΔΑΣΥ, είναι υποστελεχωμένα και κατά κανόνα επικεντρωμένα στο τεράστιο έργο της αξιολόγησης ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών και της υποστήριξης της ειδικής αγωγής, με αποτέλεσμα τραγικές δυσλειτουργίες (όπως η αναμονή τρία σχολικά έτη για αιτούμενη διερεύνηση ειδικών μαθησιακών αναγκών) αλλά και την πλημμελή άσκηση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των εκατοντάδων σχολείων ευθύνης τους. Για να μην κατηγορηθεί για παντελή απουσία Επαγγελματικού Προσανατολισμού, το Υπουργείο έχει τοποθετήσει έναν (1) Υπεύθυνο σε κάθε Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, για να εξυπηρετεί από δεκάδες έως εκατοντάδες (στην Αττική) σχολεία! Τέλος, για την παροχή παιδαγωγικής και συμβουλευτικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια ο θεσμός των ΣΔΕΥ που προβλέπει έναν ψυχολόγο και έναν κοινωνικό λειτουργό για πέντε σχολεία, για όσα σχολεία είναι τυχερά και έχει ιδρυθεί ή πληρωθεί η θέση.

Αυτή η λογική παροχής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης «για τα μάτια του κόσμου», για μικροπολιτικό όφελος και επικοινωνιακές φιέστες ακολουθήθηκε και φέτος μετά το τραγικό γεγονός του θανάτου των δύο μαθητριών στην Ηλιούπολη. Για να αποκομίσουν επικοινωνιακό όφελος από τη δημοσιότητα του τραγικού αυτού γεγονότος, το Υπουργείο και οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης «πούλησαν» στα δελτία ειδήσεων τη δημιουργία Γραμμής Ψυχολογικής Υποστήριξης των Υποψηφίων στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Με πολύ γρήγορα αντανακλαστικά, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις λίγες μέρες μετά τον θάνατο των δύο μαθητριών κάλεσαν τους/τις εργαζομένους/ες στα υποστελεχωμένα ΚΕΔΑΣΥ να παρατήσουν το έργο τους και να στελεχώσουν Γραμμή Τηλεφωνικής Υποστήριξης, χωρίς προηγούμενη σχετική εκπαίδευση του προσωπικού, με μια εσπευσμένη εξ αποστάσεως επιμόρφωση την ημέρα έναρξης λειτουργίας τής γραμμής και με πρωτόκολλα που στάλθηκαν μετά την έναρξη λειτουργίας και τις δημόσιες τυμπανοκρουσίες για τη δημόσια τηλεφωνική υποστήριξη των υποψηφίων σε έναν άνευ προηγουμένου χυδαίο εμπαιγμό της κοινωνίας.

Όμως, η δημιουργία Γραμμής Ψυχολογικής Υποστήριξης υποψηφίων πανελλαδικών εξετάσεων εξυπηρετεί άλλο ένα αφήγημα που «στήνεται» τον τελευταίο καιρό από το Υπουργείο και τα κυρίαρχα ΜΜΕ, αυτό της στοχοποίησης των πανελληνίων εξετάσεων. Σύμφωνα με αυτό η ψυχική δυσφορία εφήβων και νέων δεν έχει καμία σχέση με το κυνήγι της επιτυχίας, τον άκρατο ατομικισμό, την προσωπική ευθύνη, την αποδυνάμωση των σχέσεων (διαπροσωπικών, οικογενειακών, ερωτικών), την έλλειψη οράματος, την απουσία συλλογικών διεκδικήσεων και συλλογικής ζωής, γενικότερα, που διδάσκονται με επιμέλεια και συνέπεια από το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά φταίει το άγχος των Πανελληνίων. Προσπαθούν να μας πείσουν πως η απογοήτευση και η κατάθλιψη των νέων είναι, επίσης, άσχετη με την απελπισία ενός νέου που μεγαλώνει σε μια κοινωνία συμβιβασμένη με την κυριαρχία της αδικίας, της ανηθικότητας, της ατιμωρησίας, και παντελούς έλλειψης αρχών και αξιών, σε μια κοινωνία όπου η φτώχεια, η ανεργία, η έλλειψη υγειονομικής περίθαλψης, η υποβαθμισμένη δημόσια παιδεία είναι ζητήματα προσωπικής ευθύνης και προσωπικής αποτυχίας, σε μια κοινωνία που οι νέοι σκοτώνονται στα τρένα, που σκάνδαλα σαν του ΟΠΕΚΕΠΕ θεωρούνται κανονικότητα, σε μια κοινωνία συμβιβασμένη με τη φρίκη του πολέμου και της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, φταίνε για όλα οι Πανελλήνιες.

Αφού, λοιπόν, εμπεδωθεί η ιδέα πως οι Πανελλήνιες απέτυχαν, θα είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος δεκαετιών, η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Αυτό, όμως, που σχεδιάζεται και έχει ήδη εξαγγελθεί είναι ένα ακόμη πιο εξοντωτικό, ανταγωνιστικό και απάνθρωπο σύστημα, το από χρόνια σχεδιαζόμενο Εθνικό Απολυτήριο, που θα εντατικοποιήσει ακόμη περισσότερο τα φροντιστηριακά μαθήματα, θα μεταθέσει το άγχος από τον ένα χρόνο της Γ΄ Λυκείου σε όλες του τις τάξεις και θα καταδικάσει τα παιδιά να «αποχαιρετήσουν» την εφηβεία τους από τα δεκαπέντε τους. Ο λόγος είναι πως ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας των εφαρμοζόμενων εκπαιδευτικών πολιτικών, αντιθέτως αποτελεί συνειδητή ιδεολογική και πολιτική επιλογή, η οποία μάλιστα στη συγκεκριμένη συγκυρία εντείνεται με κάθε τρόπο, με στόχο να αποκλειστεί μεγάλο μέρος των μαθητών από τα δημόσια Πανεπιστήμια και να κατευθυνθεί είτε προς τα ιδιωτικά παραμάγαζα εξαγοράς πτυχίων είτε κατευθείαν στην αγορά εργασίας.

Η προσπάθεια αντικατάστασης των Πανελληνίων με διάφορες μεταρρυθμίσεις στη λογική του Εθνικού Απολυτηρίου έχει επαναληφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν (η μεταρρύθμιση Αρσένη είναι η χαρακτηριστικότερη). Η εκπαιδευτική κοινότητα, όμως, αντιστάθηκε και η ελληνική κοινωνία φαίνεται ως τώρα να υπερασπίζεται τον θεσμό των Πανελληνίων, που για πάνω από μισό αιώνα έχει καταξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας ως το μόνο αδιάβλητο σύστημα. Είναι πράγματι ένας θεσμός που σε όλα τα στάδια (θέματα, διεξαγωγή εξετάσεων, βαθμολόγηση, έκδοση αποτελεσμάτων) λειτουργεί υποδειγματικά και υποστηρίζεται από το σύνολο των εκπαιδευτικών με βασικό μέλημα όλων «να μην αδικηθεί ούτε ένας μαθητής». Πέρα από το  αδιάβλητο των εξετάσεων, η ελληνική κοινωνία υπερασπίζεται τις Πανελλήνιες, γιατί από τη δεκαετία του ‘60 που καθιερώθηκαν έχουν βοηθήσει στη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα και συνακόλουθα στην κοινωνική ανέλιξη παιδιών λαϊκών οικογενειών που με το πτυχίο πανεπιστημίου μπόρεσαν να διαφύγουν την ταξική τους μοίρα. Η πορεία αυτή, όμως, τις τελευταίες δεκαετίες αντιστρέφεται λόγω της έξαρσης της παραπαιδείας αλλά και των εκατοντάδων κενών θέσεων στα ΑΕΙ με την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ για τις «πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» (2026), η κοινωνική κινητικότητα παραμένει ελλιπής. Ενώ οι νέες γενεές στην Ελλάδα τείνουν να έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης σε σύγκριση με τους γονείς τους, τα παιδιά από χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο έχουν συστηματικά μικρότερες πιθανότητες (σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες) να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης εντός της δικής τους γενεάς. Τελικά, οι εξετάσεις έχουν μετατραπεί από μηχανισμό διευκόλυνσης της κοινωνικής κινητικότητας σε έναν ταξικό μηχανισμό αποκλεισμών, γι’ αυτό κανείς δεν έχει σκοπό να τις καταργήσει παρά μόνο να τις αυξήσει και να τις επεκτείνει σε ολοένα και μικρότερες ηλικίες.

Σε συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας που προκαλούν τεράστια ψυχική δυσφορία η πολιτεία συστηματικά και σχεδόν εγκληματικά παραμελεί την ψυχική υγεία των νέων, ενώ παράλληλα το εκπαιδευτικό σύστημα εσκεμμένα καλλιεργεί τον ανταγωνισμό και το κυνήγι της επιτυχίας. Η φωνή των νέων, όμως, ακριβώς επειδή έρχεται από το μέλλον (άλλωστε, κατά τον Λιβανέζο ποιητή Χ. Γκιλμπράν, «οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο»), δεν μένει στο σκοτάδι που την καταδικάζει το ζοφερό παρόν. Η φωνή τους βρήκε μια χαραμάδα μέσα στο έρεβος των ελληνικών μέσων ενημέρωσης και ακούστηκε από τον νεαρό που έγινε viral με τις δηλώσεις του μετά τις Πανελλήνιες ότι έγραψε τις «δικές του Πανελλήνιες», επηρεασμένος από τον θάνατο των δύο κοριτσιών. Η δήλωσή του «Στόχο δεν βάζω, (γιατί ο στόχος) είναι δουλεία. Όραμα πρέπει να λέμε» είναι η πιο περιεκτική και ουσιαστική διόρθωση στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης που προκαλεί ασφυξία στους νέους. Δεν χρειάζονται άλλη επιδίωξη και επίτευξη στόχων, αυτό που χρειάζονται είναι η ελπίδα, το όνειρο και συνεπώς ένα όραμα, για να βρουν έναν λόγο να αντέξουν τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκαν, για να βρουν το δικό τους νόημα και να διεκδικήσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια.