Το κράτος είναι ένοχο
της Βίκυς Κανατά
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη και δεν σηκώνει καμία ωραιοποίηση. Από την Πρωτομαγιά μια κρίσιμη Μονάδα Παιδικής Προστασίας τέθηκε σε αναστολή λειτουργίας, αφήνοντας ασυνόδευτα προσφυγόπουλα εκτεθειμένα στη βία της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας. Πίσω από τις λέξεις “γραφειοκρατική καθυστέρηση” κρύβεται μια πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που μετράει ανθρώπινες ζωές με όρους κόστους και όχι αξιοπρέπειας.
Αυτά τα παιδιά δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Δεν είναι μια απρόβλεπτη κρίση. Είναι το αποτέλεσμα πολέμων, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και λεηλασίας που γεννά το ίδιο το σύστημα που σήμερα δηλώνει ανήμπορο να τα φροντίσει. Το κράτος γνωρίζει. Το υπουργείο γνωρίζει. Οι υπηρεσίες γνωρίζουν. Και παρ’ όλα αυτά αφήνουν προγράμματα να λήγουν χωρίς συνέχεια, εργαζόμενους απλήρωτους, δομές να καταρρέουν.
Η αναστολή δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτική βία. Όταν 17 εργαζόμενοι οδηγούνται στην ανεργία και δεκάδες παιδιά μένουν χωρίς υποστήριξη, δεν μιλάμε για καθυστέρηση πληρωμών. Μιλάμε για εγκατάλειψη με υπογραφή. Για μια συνειδητή επιλογή να θεωρούνται οι ζωές των προσφύγων αναλώσιμες.
Η υποκρισία ξεχειλίζει όταν η ίδια εξουσία που διαφημίζει “ευαισθησία” για τα ευάλωτα πρόσωπα δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη. Δημιουργούνται γραμματείες, επιτροπές και τίτλοι, αλλά στην πράξη τα παιδιά κοιμούνται σε επισφαλείς συνθήκες, χωρίς σταθερή στέγη, χωρίς φροντίδα, χωρίς μέλλον. Η “προστασία” τους γίνεται σύνθημα για δελτία τύπου, ενώ στην πραγματικότητα μετατρέπεται σε κενό γράμμα.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι τα χρήματα υπάρχουν. Τα προγράμματα χρηματοδοτούνται. Οι μηχανισμοί λειτουργούν. Όμως η ροή της χρηματοδότησης μπλοκάρει εκεί όπου δεν υπάρχει πολιτική βούληση. Γιατί για το κράτος, η προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων δεν είναι προτεραιότητα. Είναι βάρος. Και κάθε βάρος στο καπιταλιστικό σύστημα κόβεται, μειώνεται, εξαφανίζεται.
Οι εργαζόμενοι που στήριζαν αυτά τα παιδιά βρίσκονται και οι ίδιοι σε ομηρία. Απλήρωτοι, σε αβεβαιότητα, αναγκασμένοι να παλεύουν για τα αυτονόητα. Είναι η ίδια λογική που συνθλίβει και τους δύο. Από τη μία τα παιδιά που στερούνται της φροντίδας και από την άλλη οι εργαζόμενοι που στερούνται των δικαιωμάτων τους. Δύο όψεις της ίδιας εκμετάλλευσης.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η σιωπή του υπουργείου είναι εκκωφαντική. Καμία απάντηση. Καμία δέσμευση. Καμία λογοδοσία. Αυτό δεν είναι απλώς ανικανότητα. Είναι περιφρόνηση. Περιφρόνηση προς τα παιδιά, προς τους εργαζόμενους, προς την ίδια την κοινωνία.
Η αλήθεια είναι απλή και πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι το σύστημα που τους δημιουργεί και μετά τους πετάει στο περιθώριο. Το πρόβλημα είναι οι πολιτικές που υπηρετούν το κέρδος και όχι τον άνθρωπο. Το πρόβλημα είναι η Ευρώπη-φρούριο που κλείνει τα σύνορα αλλά ανοίγει τις αγορές.
Αυτά τα παιδιά θα συνεχίσουν να έρχονται. Όχι γιατί το επιλέγουν, αλλά γιατί αναγκάζονται. Και κάθε φορά που το κράτος αποτυγχάνει να τα προστατεύσει, αποκαλύπτεται η πραγματική του φύση. Ένα κράτος που μπορεί να κινητοποιήσει πόρους για καταστολή, για εξοπλισμούς, για επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά “δεν μπορεί” να φροντίσει τα πιο ευάλωτα.
Δεν υπάρχει ουδετερότητα σε αυτό το ζήτημα. Ή είσαι με τα παιδιά ή είσαι με την πολιτική που τα εγκαταλείπει. Και αυτή η πολιτική πρέπει να καταγγελθεί ανοιχτά. Χωρίς φόβο. Χωρίς συμβιβασμούς.
Η λύση δεν βρίσκεται σε προσωρινά “μπαλώματα” και προγράμματα-γέφυρες. Βρίσκεται σε μια ριζική αλλαγή προτεραιοτήτων. Σε μια κοινωνία που δεν θα μετράει την ανθρώπινη ζωή με λογιστικά κριτήρια. Σε μια πολιτική που θα βάζει στο κέντρο τις ανάγκες των πολλών και όχι τα κέρδη των λίγων.
Μέχρι τότε, κάθε αναστολή λειτουργίας, κάθε καθυστέρηση χρηματοδότησης, κάθε παιδί που μένει χωρίς προστασία είναι ένα ακόμα κατηγορητήριο. Και το κατηγορητήριο αυτό δεν θα σβήσει. Θα μεγαλώνει. Θα δυναμώνει. Μέχρι να υπάρξει δικαιοσύνη. Γιατί αυτά τα παιδιά δεν είναι αριθμοί. Είναι ζωές. Και η εγκατάλειψή τους είναι έγκλημα.
φωτο νπ
