Τα Προσφυγικά δεν είναι Ακίνητο – Είναι Ταξικό Μέτωπο

της Βίκυς Κανατά

Υπάρχουν στιγμές που το κράτος παύει να προσποιείται. Πετάει τη μάσκα της «ανάπτυξης», της «μέριμνας», της «νομιμότητας» και εμφανίζεται γυμνό: ως μηχανισμός βίας, εκτοπισμού και ταξικής εκκαθάρισης. Μια τέτοια στιγμή είναι αυτή που εξελίσσεται σήμερα στα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως κρίκος μιας μακράς αλυσίδας αντικοινωνικών πολιτικών που έχουν ένα και μόνο σταθερό περιεχόμενο: τη μετατροπή της ζωής σε εμπόρευμα και της φτώχειας σε έγκλημα.

Το αστικό κράτος δεν «αποτυγχάνει» να λύσει το στεγαστικό πρόβλημα. Το παράγει συνειδητά. Δεν αδιαφορεί για τις ανάγκες των φτωχών, των προσφύγων, των ασθενών, των ηλικιωμένων. Τις υπολογίζει με ακρίβεια, για να τις χρησιμοποιήσει ως υλικό πειθάρχησης και εκβιασμού. Η πολιτική της εκκένωσης, της ανάπλασης, της «αξιοποίησης» δεν είναι τεχνική επιλογή αλλά ταξική στρατηγική. Είναι πόλεμος χαμηλής έντασης ενάντια σε όσους περισσεύουν από το αφήγημα της κερδοφορίας.

Τα Προσφυγικά δεν βρίσκονται στο στόχαστρο επειδή «υποβαθμίζουν» την πόλη. Βρίσκονται στο στόχαστρο επειδή αποτελούν ζωντανή διάψευση του κυρίαρχου μύθου. Διάψευση ότι χωρίς κράτος και αγορά δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική οργάνωση. Διάψευση ότι οι φτωχοί είναι ανίκανοι να αυτοδιαχειριστούν τη ζωή τους. Διάψευση ότι η αλληλεγγύη είναι ουτοπία και όχι υλική πράξη καθημερινής επιβίωσης.

Γι’ αυτό και η επίθεση είναι τόσο λυσσαλέα. Όταν το κεφάλαιο βλέπει μπροστά του ένα κοινωνικό παράδειγμα που λειτουργεί έξω από τη λογική τού κέρδους, δεν διαπραγματεύεται. Καταστέλλει. Όταν το κράτος συναντά κοινότητες που δεν χωράνε στα μητρώα του, δεν τις ενσωματώνει. Τις συντρίβει. Η αστική εξουσία δεν συγχωρεί την ανυπακοή, ούτε την αυτονομία. Τρέμει τη συλλογική μνήμη και την οργανωμένη εμπειρία.

Η γη, τα κτίρια, οι γειτονιές δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνικός χώρος, αλλά ως μελλοντικά κέρδη. Η πόλη ανασχεδιάζεται όχι με βάση τις ανάγκες των κατοίκων της, αλλά με βάση τις απαιτήσεις επενδυτών, εργολάβων και πολιτικών μεσαζόντων. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: εκτοπισμός, ακρίβεια, κοινωνικός καθαρισμός. Οι φτωχοί σπρώχνονται όλο και πιο έξω, μέχρι να εξαφανιστούν από το οπτικό πεδίο της «κανονικότητας».

Αυτό που ονομάζουν «ανάπλαση» είναι στην πραγματικότητα μια επιχείρηση αναδιανομής προς τα πάνω. Δημόσιο χρήμα, συλλογικά αγαθά, ιστορικοί χώροι μετατρέπονται σε λάφυρα. Και όταν οι άνθρωποι αντιστέκονται, όταν αρνούνται να παραδώσουν τις ζωές τους, τότε ενεργοποιείται όλος ο μηχανισμός δυσφήμησης, ποινικοποίησης και καταστολής. ΜΜΕ, αστυνομία, δικαστήρια λειτουργούν σαν ενιαίο σώμα. Όχι για την κοινωνία, αλλά εναντίον της.

Η επίθεση στα Προσφυγικά δεν είναι ουδέτερη πολιτικά. Είναι κομμάτι ενός αυταρχικού σχεδίου που επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε ρωγμή συλλογικής αυτοοργάνωσης μέσα στον αστικό ιστό. Να διαλύσει χώρους όπου οι άνθρωποι δεν είναι πελάτες, ούτε αριθμοί, ούτε πειθαρχημένα υποκείμενα. Χώρους όπου η ζωή δεν μετριέται με αποδόσεις, αλλά με σχέσεις.

Γι’ αυτό και η κρατική ρητορική είναι γεμάτη ψέμα. Μιλούν για «κοινωνική πολιτική» αυτοί που έχουν διαλύσει κάθε δημόσια δομή. Μιλούν για «φροντίδα» αυτοί που αφήνουν ανθρώπους να πεθαίνουν περιμένοντας. Μιλούν για «νόμο» αυτοί που νομοθετούν για το κεφάλαιο και επιβάλλουν σιωπή με γκλομπ και εισαγγελείς. Το κράτος δεν είναι ουδέτερος διαιτητής. Είναι οργανωμένη βία της κυρίαρχης τάξης.

Απέναντι σε αυτό το σχέδιο, η υπεράσπιση των Προσφυγικών δεν είναι ζήτημα τοπικό. Είναι ζήτημα πολιτικό και ταξικό. Είναι ερώτημα για το ποιος έχει δικαίωμα στην πόλη και στη ζωή. Είναι ερώτημα αν θα αποδεχτούμε τη λογική ότι όλα αγοράζονται και όλα εκκενώνονται. Αν θα δεχτούμε ότι η φτώχεια είναι ατομική αποτυχία και όχι κοινωνικό έγκλημα.

Ο κομμουνιστικός λόγος δεν χαρίζεται σε ψευδαισθήσεις. Ξέρει ότι όσο υπάρχει καπιταλισμός, η στέγη, η υγεία, η αξιοπρέπεια θα βρίσκονται υπό διαρκή απειλή. Ξέρει επίσης ότι τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς σύγκρουση. Κάθε κατάκτηση της εργατικής τάξης, κάθε νησίδα ελευθερίας, γεννήθηκε κόντρα στον νόμο, κόντρα στην ιδιοκτησία, κόντρα στο κράτος.

Τα Προσφυγικά είναι μια τέτοια κατάκτηση. Όχι τέλεια, όχι εξιδανικευμένη, αλλά υπαρκτή. Και γι’ αυτό επικίνδυνη για το σύστημα. Η υπεράσπισή τους είναι υπεράσπιση της δυνατότητας να ζούμε αλλιώς. Να οργανωνόμαστε συλλογικά. Να φροντίζουμε ο ένας τον άλλον χωρίς διαμεσολαβήσεις εξουσίας.

Δεν υπάρχουν αυταπάτες: η σύγκρουση θα είναι σκληρή. Το κράτος δεν θα κάνει πίσω από ηθικές εκκλήσεις. Κάνει πίσω μόνο όταν το κόστος καταστολής μεγαλώνει. Όταν η κοινωνική αντίσταση γίνεται πολιτικό πρόβλημα. Όταν η σιωπή σπάει. Όταν η αλληλεγγύη αποκτά υλική μορφή.

Η ιστορία δεν γράφεται από αναπλάσεις και επενδυτικά σχέδια. Γράφεται από αγώνες. Και κάθε φορά που μια κοινότητα στέκεται όρθια απέναντι στη λεηλασία, ανοίγει ένα ρήγμα. Ένα ρήγμα που θυμίζει ότι τίποτα δεν είναι τελειωμένο. Ότι η πόλη ανήκει σε αυτούς που τη ζουν. Ότι η ζωή δεν παραδίδεται.

Κάτω τα χέρια από τα Προσφυγικά. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως θέση μάχης. Γιατί εδώ δεν κρίνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο. Κρίνεται αν θα συνηθίσουμε να μας ξεριζώνουν σιωπηλά ή αν θα σταθούμε συλλογικά, με καθαρό βλέμμα, απέναντι σε έναν κόσμο που μας θέλει αόρατους.

Ή θα νικήσει η κοινωνία ή θα σαπίσει στη βαρβαρότητα. Και αυτή η αντίφαση δεν λύνεται με διαλόγους κορυφής, αλλά με οργάνωση από τα κάτω.