της Κατερίνας Μάτσα

[ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ ΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ
Βιβλιοπαρουσίαση στην ΕΣΗΕΑ
Mε αφορμή την συμπλήρωση των 3 χρόνων από το έγκλημα των Τεμπών (το Σάββατο 28/2/26), την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στη κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ έγινε η παρουσίαση ενός συλλογικού βιβλίου για τα Τέμπη με τίτλο “ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ ΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ Τέμπη: Μνήμη, Αγώνας, Δικαιοσύνη” από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ σε συνεργασία με το Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
Το βιβλίο επιμελήθηκαν η συγγραφέας ντοκιμαντερίστρια Μαρία Λούκα και ο διδάκτορας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ Αντώνης Γαλανόπουλος που μίλησαν στην αρχή της βιβλιοπαρουσίασης. Ανάμεσα στους ομιλητές η ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, ο Θοδωρής Ελευθεριάδης γιος της Μαρίας Εγούτ που έχασε την ζωή της στο έγκλημα των Τεμπών σε ηλικία 55 ετών, η Ευρυδίκη Μπερσή, ο Χρήστος Ράμμος και ο Νίκος Δεμερτζής. Τον συντονισμό έκανε η δημοσιογράφος Έλενα Παπαδημητρίου.
Ακολουθεί η ομιλία της συντρόφισσας ψυχιάτρου Κατερίνας Μάτσα.]

“Η ρωγμή που άνοιξε στις 28 Φλεβάρη 2023 παραμένει ενεργή και διευρύνεται”, λέει η Μαρία Λούκα στο εξαιρετικό βιβλίο «Στις ράγες του τραύματος» (εκδόσεις Τόπος, 2026).
Το τραύμα των Τεμπών συντελέστηκε σε 3 χρόνους, λέει η Νανσυ Παπαθανασίου: το χρόνο του δυστυχήματος, το χρόνο της εγκατάλειψης των επιζώντων και των συγγενών των 57 θυμάτων και το χρόνο της συγκάλυψης του εγκλήματος από την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό. Το τραύμα αυτό δεν περιορίστηκε στις οικογένειες των νεκρών. Διαπέρασε ολόκληρο το σώμα της κοινωνίας, το συγκλόνισε, πυροδότησε ένα συλλογικό πένθος. Ο καθένας, η καθεμιά ταυτίστηκε με τους νεκρούς επιβάτες. Αισθάνθηκε ότι θα μπορούσε να βρίσκεται και ο ίδιος ή, προπαντός το παιδί του, στο μοιραίο τρένο, αφού με αυτό το μέσο, υποτίθεται “ασφαλές” και σχετικά προσιτό, ταξίδευε συνήθως. Αισθάνθηκε, επίσης, ότι δεν υπάρχει κανένα δίχτυ προστασίας τής ζωής του ίδιου και των δικών του, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων. Η κυβέρνηση εξέθεσε –και όπως αποδεικνύεται εξακολουθεί να εκθέτει– σε κίνδυνο τους επιβάτες του τρένου. Προσθέτοντας στην εγκληματική στάση την Ύβρη, δεν σεβάστηκε ούτε τους νεκρούς: συγκάλυψε το έγκλημα μπαζώνοντας τον χώρο του βίαιου θανάτου και μεταφέροντας τα χώματα μαζί με υπολείμματα των λειψάνων σε άγνωστο οικόπεδο, όπως ανακάλυψαν αργότερα οι συγγενείς, μετά από δικές τους επίμονες έρευνες. Η εντολή της κυβέρνησης, δια στόματος της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ήταν να μείνουν στα σπίτια τους και να θρηνήσουν ιδιωτικά τους νεκρούς τους.

Όμως, οι συγγενείς, που είχαν ήδη ενώσει τις δυνάμεις τους μέσα από το «Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών», αρνήθηκαν να υπακούσουν. Κάλεσαν την κοινωνία να τους συμπαρασταθεί, καλώντας και συμμετέχοντας σε μαζικές δράσεις με το αίτημα να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το πένθος για την τρομακτική απώλεια διέρρηξε τα τείχη της εξατομίκευσης, έγινε συλλογικό, παλλαϊκό. Επιτελείται, στα τρία χρόνια που έχουν περάσει, μέσα στις μαζικές κινητοποιήσεις, που έχουν αντικυβερνητικό χαρακτήρα και ξεσηκώνοντας κόσμο που διαδήλωνε για πρώτη φορά. Όπως αναλύεται στο άρθρο των Καβουλάκου, Γκαγκέλη, Κωστόπουλου, τα 2/3 όσων συμμετείχαν στις διαδηλώσεις για τα Τέμπη δεν είχε ενταχθεί ποτέ σε κόμμα, συνδικαλιστική ή πολιτική οργάνωση. Η πλειοψηφία ανήκε στη νέα γενιά, τη «γενιά των Τεμπών», όπως την ονομάζει ο Δημ. Παπανικολόπουλος, μια νέα γενιά που μεγαλώνει μέσα στην ανεργία, την επισφάλεια, την ανασφάλεια., χωρίς μέλλον Μια νέα γενιά που ένωσε τη δική της οργή με αυτήν των μεγαλύτερων γενιών, επιτελώντας το πένθος της μέσα από την πολιτική διεκδίκηση να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η διαδικασία επιτέλεσης του πένθους αποβλέπει στο να δοθεί νόημα στην απώλεια, ώστε να μοιραστεί ο πόνος και να γίνει πιο υποφερτός. Αλλά η απόδοση νοήματος απαιτεί την ενεργητική αλληλεπίδραση μέσα στην κοινότητα των πενθούντων με τους σημαντικούς άλλους που γίνονται κοινωνοί του πένθους. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναδύθηκαν οι σημαντικοί άλλοι, που μοιράστηκαν το συλλογικό πένθος, η Μάγδα Φύσα, η Ελένη Κωστοπούλου, ο Γιάνης Μάγγος, οι μανάδες των θυμάτων γυναικοκτονιών και όλων των θυμάτων φασιστικής και κρατικής βίας, όπως περιγράφονται στο όνειρο της μητέρας του Ζακ/Ζακί, που τόσο ωραία αναλύει ο Δημ. Παπανικολάου.
Η πολιτικοποίηση του συλλογικού πένθους πήρε τη μορφή συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων, καλλιτεχνικών δράσεων με μαζικό και δυναμικό χαρακτήρα και με αποκορύφωμα τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε ηλικίας σε όλη τη χώρα και σε πολλές πόλεις του εξωτερικού στις 28 Φεβρουαρίου 2025.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επί 23 ημέρες απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, που έβαλε το σώμα του υποθήκη, προκειμένου να πετύχει την εκταφή της σορού του γιου του Ντένις, ο οποίος βρισκόταν στο βαγόνι που κάηκε. Η μαζική υποστήριξη τού αγώνα του από όλο το λαό έφερε τη νίκη, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση σε αναγκαστική υποχώρηση αποδεχόμενη το αίτημά του. Αυτός ο αγώνας ενός Αλβανού μετανάστη και της γυναίκας του, μιας Βουλγάρας μετανάστριας, γκρέμισε τα τείχη της υποκινούμενης ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο την οργανική σχέση όλων των θυμάτων του κρατικού εγκλήματος, ντόπιων και μεταναστών, την οργανική σχέση όλων των θυμάτων της ταξικής πάλης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Μέσα από ένα διαρκή διάλογο των συγγενών των νεκρών με ολόκληρη την κοινωνία αναδύθηκε ξεκάθαρα το νόημα του συλλογικού πένθους ως στοχασμός πάνω στο νόημα και το σκοπό της ζωής όλων, ενισχύοντας τους δεσμούς αλληλεγγύης μέσα στην κοινότητα, ως οδόφραγμα πάλης και προστασίας απέναντι στο θάνατο, διεκδικώντας το οξυγόνο που λείπει από τη ζωή όλων μας. «Μαζί μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη και να προχωρήσουμε με δύναμη και ελπίδα», λέει ο Θοδωρής Ελευθεριάδης που η μητέρα του διαμελίστηκε στα Τέμπη.
Διότι, οι νεκροί των Τεμπών μετέχουν στα κοινά. Συμμετέχουν στο φαντασιακό -συμβολικό σύστημα και ιδίως στο ασυνείδητο κομμάτι του. Χωρίς την παρουσία των απόντων, στην σύνδεση των οικείων νεκρών με τον οίκο και την ανθρώπινη κοινότητα, διαλύεται η κοινότητα, ο κοινωνικός ιστός, ο πολιτισμός. Η ανάγκη να μην ξεχαστούν οι νεκροί είναι πανανθρώπινη ανάγκη. Γι’ αυτό έχει τόση σημασία η ταφική τελετουργία της αναγραφής των ονομάτων όλων των νεκρών και η εκφώνησή τους κάθε βράδυ μπροστά στη Βουλή από τη νεανική συλλογικότητα «Μέχρι τέλους», που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα από τους φίλους των νεκρών. Είναι αυτό που η Μαρία Λούκα εύστοχα αποκαλεί «κοινοτική μνημειακότητα» και που η κυβέρνηση των δολοφόνων ψήφισε νόμο για να την καταργήσει, διαπράττοντας τη μεγαλύτερη ύβρη απέναντι στους νεκρούς, στο πνεύμα του αποκλεισμού των νεκρών από τη ζωή των ζωντανών, έναν απάνθρωπο διαχωρισμό που χαρακτηρίζει την αστική νεωτερικότητα και αποτελεί μέρος της κοινωνικής παθολογίας, προπαντός στην εποχή της ιστορικής παρακμής..
Γνωρίζουμε από τη Τζούντιθ Μπάτλερ ότι κάθε απώλεια ανθρώπινης ζωής επιφέρει πόνο, ψυχική οδύνη στους πενθούντες και συνάμα προκαλεί αλλαγές, έχει ένα μεταμορφωτικό αποτέλεσμα στη ζωή τους. Και αυτό το μεταμορφωτικό αποτέλεσμα, που δημιουργεί τους όρους μετάβασης σε μια νέα ζωή, δεν μπορεί ούτε να χαρτογραφηθεί, ούτε να σχεδιαστεί. Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα, τρία χρόνια μετά το τραγικό συμβάν, έχουν δημιουργηθεί οι όροι για μεγάλες αλλαγές…
Το κίνημα των Τεμπών είναι μια «ιστορική στιγμή», με την έννοια που δίνει στον όρο ο Αλαίν Μπαντιού στο πρόσφατο βιβλίο του Sur la politique aujourd΄hui. Μια τομή που συνταράζει τους πάντες και τα πάντα, μια ρήξη της υποταγής στη θανάσιμη κοινωνική ρουτίνα
Χωρίς τέτοιες ιστορικές στιγμές-τομές δεν είναι δυνατή μια ριζική ανανέωση, μια αναδημιουργία της πολιτικής, μιας πολιτικής ικανής να θέσει τέρμα στην θανατοπολιτική των Κυριάρχων – την τερατωδία ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού σε καταστροφική κρίση που σπέρνει θάνατο και πολέμους. Μιας πολιτικής που θ’ ανοίξει το δρόμο για την ανατροπή όχι μόνο της κυβέρνησης των δολοφόνων, αλλά του καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολό του που η θανατοπολιτική τους υπηρετεί.
Για να ανοίξουν νέοι δρόμοι στην καθολική ανθρώπινη χειραφέτηση, σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, καταπίεση, ταπείνωση του ανθρώπου από άνθρωπο. Για να αποδοθεί η δικαιοσύνη που απαιτεί το κίνημα ενός λαού που πενθεί τα αδικοχαμένα παιδιά του, για να βρουν δικαίωση οι νεκροί των Τεμπών και όλοι οι νεκροί.
