της Βίκυς Κανατά

Στις 26 Ιανουαρίου 2026, λίγο πριν ξημερώσει, στο εργοστάσιο μπισκότων «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, πέντε γυναίκες εργάτριες βρήκαν φρικτό θάνατο. Απανθρακώθηκαν στον χώρο εργασίας τους, σε ένα εργοστάσιο που λειτουργούσε κανονικά, με πλήρη παραγωγή, ενώ κάτω από τα πόδια τους είχε στηθεί, επί μήνες, μια ωρολογιακή βόμβα. Η έκρηξη στη «Βιολάντα» δεν ήταν ούτε απρόβλεπτη ούτε αναπόφευκτη. Ήταν προαναγγελθέν έγκλημα.
Παρά τα όσα θα ειπωθούν για «αστοχίες», «σφάλματα», «αμέλειες» και «ανθρώπινα λάθη», η αλήθεια είναι πολύ πιο ωμή: οι πέντε εργάτριες, η Αγάπη, η Έλενα, η Βάσω, η Βούλα και η Αναστασία, δολοφονήθηκαν από ένα σύστημα που θεωρεί την ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη, από μια εργοδοσία που έβαλε την παραγωγή πάνω από την ασφάλεια και από ένα κράτος που λειτουργεί ως θεματοφύλακας των κερδών και όχι της ζωής των εργαζομένων.
Σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα της Πυροσβεστικής, η αιτία της φονικής έκρηξης ήταν εκτεταμένη διαρροή προπανίου, η οποία δεν ήταν στιγμιαία αλλά πολύμηνη. Το προπάνιο διέρρεε από υπόγειες σωληνώσεις που συνέδεαν δύο υπέργειες δεξαμενές (χωρητικότητας 5.000 και 9.000 λίτρων) με τους φούρνους του εργοστασίου. Οι σωληνώσεις περνούσαν κάτω από ασφαλτοστρωμένο χώρο και εισέρχονταν στο ισόγειο του κτιρίου.
Η διαρροή δεν περιορίστηκε στο σημείο της βλάβης. Το αέριο, μέσω του εδάφους, μετακινήθηκε σε απόσταση περίπου 25 μέτρων και παγιδεύτηκε σε υπόγειο χώρο του εργοστασίου. Εκεί συσσωρεύτηκε σε εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις, όπως κατέγραψαν τα ανιχνευτικά όργανα των αρχών μετά το δυστύχημα.
Μιλάμε, δηλαδή, για έναν χώρο εργασίας στον οποίο υπήρχε επί μήνες εκρηκτικό μείγμα, ικανό να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Και όμως, το εργοστάσιο λειτουργούσε κανονικά. Οι εργαζόμενοι δούλευαν. Κάποιοι είχαν ειδοποιήσει τους υπεύθυνους ότι μυρίζει γκάζι… Η παραγωγή όμως δεν σταμάτησε ούτε λεπτό.
Η έκρηξη προκλήθηκε όταν το συσσωρευμένο προπάνιο ήρθε σε επαφή με σπινθήρα από ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό της εγκατάστασης. Όχι από κάποιο «ατύχημα της στιγμής», αλλά από τη συνηθισμένη λειτουργία του εργοστασίου. Από αυτό που συμβαίνει κάθε μέρα.
Δεκατρείς εργαζόμενοι μέσα – πέντε δεν βγήκαν ποτέ
Την ώρα της έκρηξης, 03:55 τα ξημερώματα της Δευτέρας 26 Ιανουαρίου 2026, το εργοστάσιο λειτουργούσε με μειωμένη βάρδια γιατί το προηγούμενο βράδυ ήταν η κοπή της πίτας. Δεκατρία άτομα εργάζονταν στον χώρο: τέσσερις άνδρες και εννέα γυναίκες. Οκτώ κατάφεραν να διαφύγουν. Κάποιοι τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Οι πέντε γυναίκες δεν τα κατάφεραν.
Οι σοροί τους εντοπίστηκαν απανθρακωμένες. Δεν πέθαναν ακαριαία. Πέθαναν εγκλωβισμένες, μέσα σε έναν χώρο που είχε μετατραπεί σε παγίδα θανάτου.

Αυτές οι γυναίκες – εργάτριες πήγαν για δουλειά. Δεν πήγαν σε εμπόλεμη ζώνη. Κι όμως, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η «αποτελεσματικότητα» του κράτους ξεκινά πάντα μετά τους νεκρούς. Μετά την έκρηξη, κινητοποιήθηκε ένας τεράστιος μηχανισμός: δεκάδες πυροσβέστες, οχήματα, ΕΜΑΚ, drone, εισαγγελείς, ανακριτικά κλιμάκια, πραγματογνώμονες. Το κράτος έδειξε για άλλη μια φορά ότι μπορεί να κινηθεί γρήγορα, να ερευνήσει, να καταγράψει, να συλλάβει. Αλλά μόνο αφού οι εργάτες είναι νεκροί.
Πριν την έκρηξη, πού ήταν όλοι αυτοί; Πόσοι έλεγχοι είχαν γίνει στο εργοστάσιο; Πόσες φορές είχε ελεγχθεί το σύστημα προπανίου; Ποιος πιστοποιούσε την ασφάλεια των εγκαταστάσεων; Και με ποια κριτήρια;
Το αστικό κράτος δεν είναι «ανίκανο». Είναι επιλεκτικά ανίκανο. Ανίκανο να προστατεύσει τους εργάτες, αλλά εξαιρετικά ικανό να προστατεύει την «ομαλή λειτουργία της αγοράς», δηλαδή τα κέρδη και τα υπερκέρδη των καπιταλιστών.
Οι συλλήψεις -ήδη οι τρεις υπεύθυνοι αφέθηκαν ελεύθεροι και θα παραπεμφτούν σε δίκη- προφανώς δεν αναιρούν την ταξική ευθύνη. Οι τρεις συλλήψεις για ανθρωποκτονία από αμέλεια, βαριές σωματικές βλάβες, εμπρησμό και έκρηξη δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα. Ακόμα κι αν υπάρξουν καταδίκες, ακόμα κι αν κάποιοι οδηγηθούν στη φυλακή, το έγκλημα θα παραμείνει συστημικό.
Γιατί το πραγματικό έγκλημα είναι η παντελής απουσία ελέγχου, η έλλειψη μέτρων προστασίας, η αγνόηση της μυρουδιάς υγραερίου, η απόφαση να συνεχιστεί η λειτουργία. Είναι η επιλογή να μην εκκενωθεί ο χώρος. Είναι η λογική που λέει «πάμε και βλέπουμε», γιατί κάθε ώρα διακοπής κοστίζει. Αυτή η λογική δεν ανήκει σε έναν εργοδότη. Ανήκει στον καπιταλισμό, στο σύστημα που βασίζεται στο κέρδος και όχι στις ανθρώπινες ανάγκες.
Τα εργατικά «ατυχήματα» είναι η πιο χυδαία λέξη του συστήματος. Το να αποκαλείται η έκρηξη στη Βιολάντα «εργατικό ατύχημα» είναι προσβολή στη μνήμη των νεκρών. Τα εργατικά «ατυχήματα» είναι η καθημερινή, κανονικοποιημένη βία του κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα ξεπλένει τα εγκλήματά του.

Το 2025 καταγράφηκε θλιβερό ρεκόρ εργατικών δυστυχημάτων. Τουλάχιστον 201 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εν ώρα εργασίας, ενώ 332 τραυματίστηκαν σοβαρά Το 2026 και πριν συμπληρωθεί ο πρώτος μήνας, ο Ιανουάριος, είχαμε 14 νεκρούς σε χαρακτηριζόμενα εργατικά δυστυχήματα. Οι πέντε καμένες εργάτριες είναι η τελευταία “σοδειά” του καπιταλιστικού μολώχ.
Ο σπινθήρας έκανε αυτό που κάνει πάντα. Το προπάνιο επίσης. Το έγκλημα έγινε όταν η ασφάλεια μπήκε στη ζυγαριά απέναντι στο κέρδος – και έχασε. Όσο αυτή η ζυγαριά υπάρχει, οι εργάτες θα συνεχίσουν να πεθαίνουν.
Οι πέντε γυναίκες της Βιολάντα δεν είναι «θύματα κακής στιγμής». Είναι θύματα ταξικού πολέμου. Και όσο η παραγωγή οργανώνεται με βάση το κέρδος και όχι τις κοινωνικές ανάγκες, τέτοια εγκλήματα θα επαναλαμβάνονται.
