του Λέον Τρότσκι
Πρόλογος του μεταφραστή
Το παρόν κείμενο, αποτελεί ένα απόσπασμα από τον λόγο του Τρότσκι στο Χάρκοβο, κατά την εναρκτήρια μέρα της 7ης συνδιάσκεψης του Ουκρανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που συνήλθε στις 6-10 Απριλίου 1923. Η συνδιάσκεψη αυτή, ήταν μια προπαρασκευαστική συνάντηση ενόψει του 12ου Πανενωσιακού συνεδρίου, του κόμματος των μπολσεβίκων, που θα ακολουθήσει λίγες μέρες αργότερα. Στην Ουκρανική συνδιάσκεψη συμμετείχαν 224 αντιπρόσωποι με δικαίωμα αποφασιστικής ψήφου και 40 με συμβουλευτική ψήφο, που εκπροσωπούσαν 56.415 μέλη του κόμματος και 14.972 δόκιμα μέλη.
Ο εισηγητικός λόγος του Τρότσκι, έγινε μέσα στα πλαίσια της προγενέστερης συνεννόησής του με τον κλινήρη και βαριά άρρωστο Λένιν και είχε ως στόχο να παρουσιάσει το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το κόμμα και τα Σοβιέτ σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία ανόδου της γραφειοκρατίας υπό τον Στάλιν και τους τότε συνεργάτες του Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ. Τα θέματα της Εργατοαγροτικής Επιθεώρησης, της «ψαλίδας» πόλης – χωριού μέσα στις συνθήκες της ΝΕΠ, της μορφής και του χαρακτήρα των συνεταιρισμών, της κατάστασης της βιομηχανίας και του κρατικού μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου, της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου και τέλος το εθνικό ζήτημα, αποτελούν τους κεντρικούς άξονες της εισήγησης του Τρότσκι προς το Ουκρανικό συνέδριο του κόμματος.
Με δυο λόγια, όλα εκείνα τα ζητήματα που απασχολούν τον Λένιν κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του και αυτά που θα τον οδηγήσουν να ζητήσει την βοήθεια του Τρότσκι για να αντιμετωπίσει την γραφειοκρατική πολιτική που αρχίζει να κυριαρχεί στο κόμμα και στο κράτος, τα οποία αντιμετωπίζονταν από τον Στάλιν και την ομάδα του με σχηματικό, επιπόλαιο και διοικητικό τρόπο. Από αυτήν την ομιλία, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε εδώ, για πρώτη φορά στα Ελληνικά, το απόσπασμα αυτό που αφορά το εθνικό ζήτημα στην Ουκρανία, εξαιτίας και της επικαιρότητας του πολέμου στην Ουκρανία. Ολόκληρος ο λόγος του Τρότσκι, δημοσιεύθηκε στην «Πράβντα» στις 12 Απριλίου 1923.
Μεταφράστηκε από το αγγλικό κείμενο, από τον Γιώργο Χλωρό: International Socialist Review Vol. 26 No 4, Fall 1965, σελ. 101-117, & Marxist Internet Archive https://www.marxists.org/archive/trotsky/1923/04/tasks–of-12th–congress.htm
Όπου κρίθηκε απαραίτητο μεταφραστικά, ζητήθηκε επικουρικά και η βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης ΑΙ για το κείμενο στην Ουκρανική γλώσσα όπως αναρτήθηκε στο

[….]
Σύντροφοι,
Επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο ζήτημα το οποίο, δεδομένου του ειδικού βάρους του για την Ουκρανία, το διαχώρισα και το άφησα για το τέλος. Αυτό δεν είναι άλλο, από το εθνικό ζήτημα. Έχω ήδη αναφερθεί στην ιδιαίτερη σημασία που είχε η ανάδειξή του από τον Βλαντιμίρ Ίλιτς. Με την εμφάνιση της αρρώστιας του, έκρουσε αμέσως τον κώδωνα του κινδύνου ταρακουνώντας μας για το θέμα, φοβούμενος ότι μπορεί να συμβούν σοβαρά σφάλματα από μεριάς μας. Το ίδιο έκανε εξάλλου και με το αγροτικό ζήτημα.
Και προσωπικά θεωρώ, πολύ πιθανή την εμφάνιση τέτοιων σφαλμάτων όταν διαβάζω για παράδειγμα, τις αναφορές στην εφημερίδα για την περιφερειακή συνδιάσκεψη του Λουγκάνσκ, όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται ότι:
«Ο σύντροφος Ρακόφσκι1Ο Κριστιάν Ρακόφσκι, ως μέλος της ΚΕ των μπολσεβίκων αλλά και ως επικεφαλής της Σοβιετικής Ουκρανίας, ήδη από το φθινόπωρο του 1922 έχει αντιταχθεί στον γραφειοκρατικό τρόπο που αντιλαμβανόταν το εθνικό ζήτημα η ομάδα του Στάλιν ενόψει της διαδικασίας συγκρότησης της ΕΣΣΔ (30 Δεκεμβρίου 1922 η επίσημη ίδρυσή της). Ο Τρότσκι, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής συμμαχίας του με τον Λένιν, θα συνομιλήσει αρκετές φορές, ανάμεσα σε άλλους επιφανείς μπολσεβίκους, με τον Ρακόφσκι και είναι σε συνεννόηση μαζί του εκείνη την περίοδο του προσυνεδριακού διαλόγου του 12ου συνεδρίου. O Ρακόφσκι εκείνες τις μέρες και ενόψει του 12ου συνεδρίου θα γράψει ένα κείμενο σχετικά με τα ζητήματα της Ουκρανίας, κάνοντας αφενός απολογισμό των πρώτων χρόνων Σοβιετικής εξουσίας αλλά και υπογραμμίζοντας τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το κόμμα στη συγκεκριμένη χώρα, μπροστά στην εκδήλωση των γραφειοκρατικών φαινομένων ειδικά στο εθνικό ζήτημα και τη σχέση του με το αγροτικό. Βλέπε σχετικά το κείμενό του, που μεταφράστηκε στα Ελληνικά για την Νέα Προοπτική: Κριστιάν Ρακόφσκι, «H Σοβιετική Ουκρανία)», https://www.neaprooptiki.gr/i-sovietiki-oukrania/ – σημείωση του μεταφραστή. έκανε μια εισήγηση για το εθνικό ζήτημα, η οποία όμως μας βρήκε απροετοίμαστους και συνεπώς δεν ακολούθησε καμιά συζήτηση για το θέμα».
Έχω την εντύπωση ότι ήταν στο ίδιο δημοσίευμα, ή ίσως σε κάποιο άλλο, στοKommunist ή το Proletary,2Εδώ μάλλον ο Τρότσκι κάνει λάθος, αφού και οι δύο Ρωσόφωνες εφημερίδες του κόμματος στην Ουκρανία, η Kommunist και η Kivyisky Proletary, είχαν ήδη από το 1921 συγχωνευθεί στη νέα εφημερίδα Proletarskaya Pravda, η οποία μετά το 1925 μάλιστα, έγινε Ουκρανόφωνη. Βλέπε σχετικά
https://uk.wikipedia.org/wiki/%D0%9F%D1%80%D0%BE%D0%BB%D0%B5%D1%82%D0%B0%D1%80%D1%81%D1%8C%D0%BA%D0%B0_%D0%BF%D1%80%D0%B0%D0%B2%D0%B4%D0%B0_(%D0%B3%D0%B0%D0%B7%D0%B5%D1%82%D0%B0) – σημείωση του μεταφραστή.που διάβασα μια αναφορά για το γεγονός ότι πολλοί σύντροφοι δεν κατανοούν γιατί η Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου και η Εργατο-Αγροτική Επιθεώρηση έπρεπε να συγκροτηθούν και για ποιον λόγο έχει έρθει ξανά στο προσκήνιο το εθνικό ζήτημα. Θεωρούν πως, κατά την γνώμη τους το θέμα «έχει διευθετηθεί».
Πρέπει να σημειώσω πως έχω συναντήσει συχνά πυκνά την ίδια αντίληψη, και όχι μόνο στην Ουκρανία αλλά επίσης και στον βορρά. Ιδιαίτερα στη Ρωσία και ειδικά στην Μόσχα, όπου μερικοί σύντροφοι δεν έχουν κατανοήσει, πώς είναι δυνατόν, να επανέρχεται στη συνεδριακή μας ατζέντα το εθνικό ζήτημα, ακόμη και τώρα κατά τον έκτο χρόνο της Σοβιετικής κρατικής εξουσίας των εργατών και των χωρικών, όπου όλα τα έθνη είναι ισότιμα.
«Μα αυτό, δεν έχει διευθετηθεί ήδη εδώ και καιρό»; λένε. «Η Ουκρανία είναι ανεξάρτητη. Η Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία κ.ο.κ. είναι ανεξάρτητες δημοκρατίες. Τι περισσότερο θα μπορούσε να γίνει;»
Ασφαλώς σύντροφοι, το εθνικό ζήτημα δεν είναι ο απώτερος μας στόχος – αυτός είναι ο κομμουνισμός. Είναι το κοινωνικό ζήτημα και όχι το εθνικό, η βάση πάνω στην οποία στεκόμαστε. Αλλά με το ίδιο σκεπτικό, μήπως είναι η αγροτική οικονομία η βάση μας; Ή αντίθετα είναι η σχεδιασμένη σοσιαλιστική παραγωγή και η υψηλή τεχνική;
Όμως, η αγροτική οικονομία είναι ένα γεγονός. Όχι ένα πρόγραμμα ή ένας στόχος, αλλά ένα γεγονός. Και μάλιστα ένα γεγονός, στο οποίο συμμετέχουν πάρα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι και εφαρμόζεται σε δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια εκτάρια με φάρμες και ανθρώπους που τις δουλεύουν. Μια απρόσεκτη στάση σε αυτό το βασικό γεγονός θα έφερνε την κατάρρευση όλου μας του προγράμματος. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το εθνικό ζήτημα. Και μάλιστα αυτά τα δύο ζητήματα, το αγροτικό και το εθνικό, είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Είναι σε μεγάλο βαθμό εκφράσεις της ίδιας εποχής.
Φυσικά και έχουμε διακηρύξει την εξάλειψη κάθε εθνικής σκλαβιάς και κάθε ανισότητας. Φυσικά και έχουμε διακηρύξει το δικαίωμα του κάθε έθνους να διαχειρίζεται μόνο του τις υποθέσεις του, ακόμη και μέχρι του δικαιώματος στην απόσχιση του από το κράτος – την ίδια στιγμή φυσικά που έχουμε θέσει υπεράνω αυτού του δικαιώματος, το καθήκον μας στην αυτοάμυνα της επανάστασης. Οπουδήποτε τυγχάνει κάποιο έθνος να ενώνει την μοίρα του, όχι με την εργατική τάξη αλλά με τον ιμπεριαλισμό, για να καταπολεμήσει την εργατική τάξη –όπως για παράδειγμα συνέβη με την Μενσεβίκικη Γεωργία– οι νόμοι της ταξικής πάλης στέκονται πάνω από κάθε άλλη αρχή. Αλλά μόλις επιτευχθεί ο στόχος της υπεράσπισης της επανάσταση, λέμε στους αγρότες, τους μικροαστούς και τα καθυστερημένα εργατικά στρώματα του συγκεκριμένου έθνους: «δεν έχουμε μαζί σας καμιά διαφορά σύντροφοι σε εθνικό επίπεδο».

Όχι απλά και μόνο «θα σας επιτρέψουμε», όπως πολλές φορές λέγεται απρεπώς, όχι! αλλά «θα σας βοηθήσουμε» να επιλύσετε τα εθνικά σας προβλήματα με τον καλύτερο και πλέον ικανοποιητικό τρόπο. Θα σας βοηθήσουμε, έτσι ώστε με μέσο την δική σας γλώσσα να έρθετε σε επαφή με τα υψηλότερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, γιατί αυτή είναι η ουσία του ζητήματος. Δεν λέμε απλά «τακτοποιήστε τα ζητήματα σας όπως επιθυμείτε», διότι ο αγρότης είναι αβοήθητος και ειδικά αυτό ισχύει περισσότερο για τον καθυστερημένο αγρότη που ανήκει σε ένα μικρό έθνος που ως πρόσφατα καταπιέζονταν ανελέητα. Είναι ανήμπορος και όταν βλέπει απέναντί του μια κρατική μηχανή που ναι μεν μπορεί να είναι μια «εργατο-αγροτική μηχανή», αλλά παρόλα αυτά στέκεται απρόσεκτα απέναντί του και απέναντι στις εθνικές ιδιαιτερότητές του, την γλώσσα του, την ίδια του την καθυστέρηση, τότε νιώθει πως είναι διπλά αβοήθητος.
Η αποξένωση του ηγετικού κόμματος και της κρατικής μηχανής από την λαϊκή μάζα, ιδιαίτερα στο ζήτημα της γλώσσας είναι ένα πάρα πολύ επικίνδυνο είδος αποξένωσης. Δεν μπορεί κανείς να έχει μια επιπόλαιη στάση απέναντι σε έναν τέτοιο ισχυρό πολιτικό «δεσμό» όπως η εθνική γλώσσα, δηλαδή η καθημερινή επικοινωνία ενός λαού. Αυτό το ζήτημα είναι σημαντικό για ολόκληρη την Ένωσή μας αλλά έχει δεκαπλάσια σημασία για την Ουκρανία.
Στην επιστολή τού συντρόφου Ρακόφσκι προς την επαρχιακή συνδιάσκεψη του Ντόνετσκ διατυπώνει μια άποψη που είναι εξαιρετικά σημαντική. Συνδέει άμεσα το αγροτικό ζήτημα με το εθνικό ζήτημα. Αυτό δηλαδή που κάνει και ο Λένιν στις δικές του τελευταίες παρεμβάσεις. Αν επρόκειτο να υπάρξει διάσπαση μεταξύ του προλεταριάτου και της αγροτιάς και εάν η αστική τάξη κατάφερνε, στο πρόσωπο των πολιτικών της πρακτόρων, των Σοσιαλεπαναστατών και των Μενσεβίκων –ή άλλων ενδεχομένως πιο αποφασισμένων και ικανότερων– να πάρει την ηγεσία της αγροτιάς, αυτό θα σήμαινε εμφύλιος πόλεμος, όπως έγραψε και ο σύντροφος Λένιν πριν από λίγο καιρό. Και πρέπει να προσθέσουμε ότι η έκβαση αυτού του εμφυλίου πολέμου θα ήταν αμφίβολη για εμάς, πριν το προλεταριάτο της Δύσης καταφέρει να επικρατήσει.
Αλλά σύντροφοι, αν μια παρεξήγηση μεταξύ του προλεταριάτου και της αγροτιάς είναι μια φορά επικίνδυνη, γίνεται εκατό φορές πιο επικίνδυνη όταν η αγροτιά δεν ανήκει στην εθνότητα που στην παλιά μοναρχική Ρωσία, ήταν η κυρίαρχη εθνότητα. Δηλαδή, όταν η αγροτιά είναι, είτε Ουκρανική, είτε Μουσουλμανική, είτε Γεωργιανή, είτε Αζερική, είτε Αρμενική. Με άλλα λόγια, μια αγροτιά που πάντα έβλεπε στον κυρίαρχο μηχανισμό όχι μόνο την εξουσία μιας άλλης τάξης πάνω στη δική της τάξη, αλλά και αυτή καθαυτή την ισχύ της εθνικής καταπίεσης. Έτσι, αυτός ο αμυντικός εθνικισμός της, είναι που οδηγεί την αγροτιά να συμπαραταχθεί με τη δική της εθνική αστική τάξη.
Εδώ στην Ουκρανία –για να επιστρέψω ξανά στο κείμενο του συντρόφου Ρακόφσκι– όπου το κόμμα αποτελείται κυρίως από εργάτες της πόλης και γενικά από κατοίκους της πόλης, με μόνο μια μικρή μερίδα αγροτών και όπου οι εργάτες της πόλης είναι σε σημαντικό βαθμό μη Ουκρανοί, είναι δεδομένο ότι αυτή η εθνική σύνθεση του κόμματος έχει, φυσικά, μια σαφή επίδραση και στη σύνθεση της ίδιας της Ουκρανικής Σοβιετικής μηχανής. Ήδη μόνο και μόνο από αυτό, υπάρχει εγγενές και πολύ σοβαρό πρόβλημα -για να μην πω μεγάλος κίνδυνος- το οποίο είναι αδύνατο να μην το δεις και για το οποίο πρέπει να εργαστείς αρκετά για να το λύσεις. Χρειάζεται λοιπόν, όχι μόνο ένας οικονομικός δεσμός με την αγροτική αγορά, όχι μόνο ένας γενικός πολιτικός δεσμός μεταξύ προλεταριάτου και αγροτιάς. Πρέπει επίσης να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε αρκετά και για τον εθνικό δεσμό – δηλαδή με άλλα λόγια για τα ζητήματα της γλώσσας, των σχολείων και του πολιτισμού. Διότι, σύντροφοι, όταν προκύψει δυσαρέσκεια μεταξύ των αγροτών, για τον ένα ή τον άλλο λόγο –και μπορεί να προκύψει επειδή οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες– αυτή η δυσαρέσκεια θα είναι εκατό φορές πιο επικίνδυνη όταν θα αποκτήσει ένα χρώμα εθνικής ιδεολογίας.
Η εθνική ιδεολογία είναι ένας παράγοντας τεράστιας σημασίας. Η εθνική ψυχολογία είναι μια εκρηκτική δύναμη, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι επαναστατική αλλά σε κάποιες άλλες μπορεί να είναι αντεπαναστατική. Αλλά και στις δύο, αποτελεί μια τεράστια και εκρηκτική δύναμη. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πώς αυτός ο δυναμίτης χρησιμοποιήθηκε από την μπουρζουαζία κατά την διάρκεια των πολέμων, όπου και κινητοποίησε το προλεταριάτο για να υπερασπιστεί τα λεγόμενα «εθνικά» συμφέροντα. Ήταν ένα διαβολικό πείραμα το οποίο και πέτυχε εναντίον μας. Η μπουρζουαζία απέδειξε την ικανότητά της να χρησιμοποιεί αυτήν την εκρηκτική δύναμη του εθνικισμού για την εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών της στόχων.
Αλλά στην Ανατολή, στην Ινδία και στην Κίνα, εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων, έχουν ξεσηκωθεί στα πλαίσια ενός εθνικού κινήματος που στρέφεται ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Οι εθνικοί αγώνες της Ανατολής είναι μια τεράστια εκρηκτική δύναμη, ένας επαναστατικός δυναμίτης με μια κολοσσιαίων διαστάσεων επίδραση. Το καθήκον του Ευρωπαϊκού προλεταριάτου είναι να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να φανεί ικανό να χρησιμοποιήσει αυτή την δυνατότητα που του παρασχέθηκε.

Η αγροτιά γενικά, οι μικροαστοί αγρότες ιδιαίτερα, είναι ένας γίγαντας εκατομμυρίων, που όμως βαδίζει πάνω σε μια κινούμενη άμμο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον ρουφήξει στη δίνη της. Στη δική μας τη χώρα σύντροφοι, στη δική μας δουλειά της ανοικοδόμησης, ο εθνικός παράγοντας έχει ένα διττό χαρακτήρα: μπορεί να στραφεί είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Εάν δεν είμαστε ικανοί να προσεγγίσουμε την αγροτιά, να μελετήσουμε τον αγρότη, την ψυχολογία του, τη γλώσσα του, μπορεί να τον οδηγήσουμε στα χέρια ενός δεύτερου κινήματος α λα Πετλιούρα.3Ο Πετλιούρα ήταν ο ηγέτης του ουκρανικού εθνικιστικού κινήματος που βασιζόταν σε τμήματα της αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης των πόλεων που αντιτάχθηκαν βίαια στη σοβιετική εξουσία στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. – σημείωση International Socialist Review. Και ένα δεύτερο κίνημα τέτοιου είδους, θα ήταν πιο βαθύ, πιο οργανικά δεμένο με τους αγρότες και έτσι πιο επικίνδυνο συγκριτικά με το πρώτο.
Ένα δεύτερο κίνημα τύπου Πετλιούρα, θα ερχόταν εξοπλισμένο με ένα πολιτιστικό πρόγραμμα, μέσα στα σχολεία, στους αγροτικούς συνεταιρισμούς και γενικά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και κάθε παράπονο ή δυσφορία του Ουκρανού αγρότη θα πολλαπλασιάζονταν από τον εθνικό παράγοντα. Αυτό θα ήταν πιο επικίνδυνο από αυτές καθαυτές, τις ένοπλες συμμορίες του Πετλιούρα. Αλλά εάν αντίθετα, η Ουκρανική αγροτιά, νιώσει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Σοβιετική εξουσία, ασχολείται μαζί της σχετικά με τα εθνικά της ζητήματα με απόλυτη ευαισθησία και κατανόηση, λέγοντάς της πως:
«Θα σου δώσουμε ό,τι μπορούμε. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε, εσένα τον καθυστερημένο αδερφό μας και να χτίσουμε μαζί σου όλες τις γέφυρες, για να κάνεις όλα τα βήματα με τα οποία θα ανυψωθείς. Θέλουμε στο μέγιστο των δυνατοτήτων μας, να σε συναντήσουμε στις προσπάθειές σου, για να σε βοηθήσουμε να μοιραστείς όλα τα οφέλη του πανανθρώπινου πολιτισμού, με αυτή τη γλώσσα που είναι η μητρική σου γλώσσα. Σε όλους τους σοβιετικούς θεσμούς, στους σιδηροδρόμους, στα ταχυδρομεία κ.λπ., πρέπει να σας καταλαβαίνουν στη γλώσσα σας και να σας απευθύνονται σε αυτήν, διότι αυτό είναι το δικό σας κράτος»
τότε είναι σίγουρο πως θα κατανοούσε και θα εκτιμούσε μια τέτοια προσέγγιση. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να του δώσουμε ακόμη ένα καλά εξοπλισμένο τριώροφο σχολείο επειδή είμαστε φτωχοί, πρέπει ωστόσο να του παρέχουμε σχολεία όπου τα παιδιά του, θα μπορούν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν στη γλώσσα που καταλαβαίνουν ο πατέρας και η μητέρα τους. Αν δεν το κάνουμε αυτό, τότε η αγροτιά θα πολλαπλασιάσει όλες τις πολύμορφες δυσαρέσκειας της, επί του εθνικού συντελεστή και το γινόμενο αυτό θα απειλήσει με διάλυση το σοβιετικό καθεστώς.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε επιλύσει το εθνικό ζήτημα, όπως εξάλλου δεν έχουμε επιλύσει ακόμη, ούτε ένα οικονομικό ή πολιτιστικό ζήτημα. Έχουμε δημιουργήσει μόνο τις επαναστατικές προϋποθέσεις για την επίλυση του εθνικού ζητήματος. Έχουμε συντρίψει βέβαια την Τσαρική φυλακή των λαών, των εθνοτήτων. Αλλά ο Βλαντιμίρ Ίλιτς μας λέει ότι:
«…δεν μας αρκεί απλά να διακηρύττουμε την εθνική ισότητα. Αυτή πρέπει να παραβιαστεί υπέρ των προγενέστερα καταπιεσμένων εθνοτήτων που έχουν ακόμη πολλή δυσπιστία. Πρέπει να αποδείξουμε στους καταπιεσμένους λαούς στην πράξη –και είναι πολύ δύσπιστοι– ότι είμαστε μαζί τους, ότι είμαστε κοντά τους, και ότι υπηρετούμε τα εθνικά τους συμφέροντα όχι με γενικές φράσεις αλλά εμπράκτως…».
Μια παροιμία λέει «καλύτερα να το παρακάνεις, παρά να μην το κάνεις καθόλου».4Στο Ουκρανικό κείμενο η παροιμία που παραθέτει ο Τρότσκι λέει, σε ελεύθερη απόδοση: «καλύτερα όταν αλατίζεις το φαγητό σου να σου πέσει λίγο αλάτι και στο τραπέζι, παρά να είναι ανάλατο επειδή δεν έχεις καθόλου αλάτι» – σημείωση του μεταφραστή.Η υπερβολική προσοχή και σύνεση δεν βλάπτει. Αλλά αντίθετα, η έλλειψή της όσον αφορά το εθνικό ζήτημα θα έχει σοβαρές συνέπειες για το κόμμα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο έχουμε θέσει το εθνικό ζήτημα στην ημερήσια διάταξη του συνεδρίου. Όπως με όλα τα ζητήματα, θέσαμε αυτό το ζήτημα όχι μόνο αφηρημένα, στο επίπεδο της αρχής, αλλά και αρκετά συγκεκριμένα, προσαρμόζοντάς το στο δεδομένο στάδιο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

φωνή – να μην υπάρχουν πάνω από τους εργάτες αφέντες.
Ποια οργανωμένη έκφραση μπορούμε να δώσουμε στις εθνικές απαιτήσεις στη δεδομένη μας κρατική δομή; Η αρχική σύσταση της ομοσπονδίας5Αναφορά στη χαλαρή ομοσπονδία των Σοβιετικών Δημοκρατιών που υπήρχε μέχρι το σχηματισμό της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στα τέλη του 1922, μόλις λίγους μήνες νωρίτερα. – σημείωση International Socialist Review. μας, σε αυτό το ζήτημα ήταν αόριστη και αυτό στην Ουκρανία το γνωρίζουν καλά. Σε αυτό το θέμα όλα αυτά τα χρόνια ήμασταν απόλυτα εγκλωβισμένοι στην προσδοκία ότι αυτό το στάδιο δεν θα διαρκούσε πολύ. Και ακριβώς όπως στην εποχή του Τσάρου Πέτρου οι σεχταριστές Παλαιοί Πιστοί6Οι Παλαιοί Πιστοί ήταν μια σεχταριστική αίρεση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποσχίστηκαν κατά τα 1666-67 από την επίσημη εκκλησία ως διαμαρτυρία ενάντια στις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγαν ο Πατριάρχης Νίκων και ο Τσάρος Μέγας Πέτρος. Οι Παλαιοί Πιστοί ακολούθησαν τις λειτουργικές πρακτικές τις οποίες η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρούσε πριν την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων και ζούσαν κυνηγημένοι, προσδοκώντας Εσχατολογικά, στην άμεση Δευτέρα Παρουσία. Οι προκάτοχοι του κινήματος θεωρούσαν τη μεταρρύθμιση ως προάγγελο του τέλους του κόσμου και τη ρωσική εκκλησία και το κράτος ως υπηρέτες του Αντίχριστου. Για να αποφύγουν τους διωγμούς από την Τσαρική κυβέρνηση, εγκαταστάθηκαν σε απομακρυσμένες περιοχές της αχανούς Ρωσικής και Σιβηρικής υπαίθρου ή διέφυγαν στις γειτονικές χώρες, κυρίως στη Ρουμανία. Οι κοινότητές τους χαρακτηρίζονται από αυστηρή ηθική και θρησκευτική αφοσίωση, και περιλαμβάνουν κανόνες που έχουν ως στόχο να τους χωρίσουν από τον έξω κόσμο. Βλέπε https://en.wikipedia.org/wiki/Old_Believers – σημείωση του μεταφραστή. έλεγαν, «Τι τα θέλουμε γερά χτισμένα τα σπίτια μας, αφού περιμένουμε τον ερχομό του Χριστού» – έτσι και εμείς σε κάποιο βαθμό δεν ήμασταν διατεθειμένοι να ασχοληθούμε με το έργο της οικοδόμησης σε βάθος χρόνου, περιμένοντας μια ταχεία εξέλιξη της κομμουνιστικής επανάστασης. Βλέπαμε την έκρηξη του Οκτώβρη, σαν να ρίχναμε μια πέτρα στη λίμνη και οι ομόκεντροι κύκλοι από τα απόνερά της, να απλώνονταν διαρκώς.
Και τότε ήρθε η ΝΕΠ. Και αργότερα αποδείχθηκε ότι η ΝΕΠ θα τραβούσε χρονικά σε μάκρος. Και έτσι είπαμε στους εαυτούς μας ότι πρέπει να πάμε, αν όχι σε πέτρινα σπίτια –είμαστε πολύ μακριά από αυτά!– τουλάχιστον σε έναν καλύτερο οικισμό και σε μια πιο διαρκή, έστω και προσωρινή, μορφή διευθέτησης των αναμεταξύ μας σχέσεων. Και έκφραση αυτής της αναγνώρισης του εθνικού ζητήματος είναι και η σημερινή μας κρατική οργάνωση. Ξεκινήσαμε με το σχηματισμό της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Και όταν τη σχηματίσαμε, είχαμε κατά νου το γεγονός ότι δεν είχαμε a priori, μια οργανωτική μηχανή μέσω της οποίας θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε σωστά τα συγκεκριμένα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των διαφόρων εθνών ως τέτοια. Από αυτή τη διαπίστωση ήταν που οδηγηθήκαμε και στην ιδέα της συγκρότησης ενός ειδικού Σοβιετικού Επιμελητηρίου Εθνοτήτων,7Για την αντιπαράθεση σχετικά με την μορφή και την σύνθεση του δευτεροβάθμιου επιμελητηρίου εθνοτήτων των Σοβιέτ, βλέπε χαρακτηριστικά το «Λόγος του Κριστιάν Ρακόφσκι στο 12ο συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος (21 Απριλίου 1923)», στο: https://www.neaprooptiki.gr/o-kristian-rakofski-gia-to-ethniko-zitima/
Το κείμενο περιλαμβάνεται στη συλλογή: Κριστιάν Ρακόφσκι, Κείμενα για το Εθνικό Ζήτημα, εκδ. Λοκομοτίβα 2024, σελ. 45-80 – σημείωση του μεταφραστή. που στην αρχή αιφνιδίασε πολλούς συντρόφους.
Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή και εμένα δεν μου άρεσε πολύ η ιδέα. Η ίδια η έκφραση «δευτεροβάθμιο σώμα» φαινόταν δυσάρεστη, καθώς μας θύμιζε τους όρους των παλαιών εγχειριδίων του κρατικού δικαίου, περί άνω και κάτω βουλής.8Σε πολλές δυτικές χώρες, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν «δευτεροβάθμια» («Άνω Βουλή») σώματα αντιπροσώπων ή Γερουσιαστών, πολλές φορές με ανώτερη ισχύ σε σχέση με τα αντιπροσωπευτικότερα πρωτοβάθμια σώματα των βουλευτών («Κάτω Βουλή»). Αυτά τα σώματα ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμών μεταξύ της αστικής τάξης και της αριστοκρατίας, κάτι σαν λείψανα της φεουδαλικής εποχής, όπως για παράδειγμα η Βουλή των Λόρδων στο Ηνωμένο Βασίλειο – σημείωση του μεταφραστή. Αλλά δεν ήταν καθόλου αυτό το κυρίαρχο πρόβλημά μας. Το πρόβλημά μας ήταν πως ήταν απαραίτητο να προσεγγίσουμε το εθνικό ζήτημα με ένα συστηματικό, οργανωμένο και προγραμματισμένο τρόπο. Υπάρχει εδώ, αν θέλετε, μια ορισμένη αναλογία με την Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου. Τι είναι η Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου; Δεν είναι φυσικά πανάκεια, και θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι έχουμε δημιουργήσει ένα όργανο που μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα. Όχι! Αλλά αυτό είναι ένα νέο όργανο που ελέγχει πιο σωστά και συστηματικά τι γίνεται στην κρατική μας μηχανή, στο κόμμα και στην εργατική τάξη και έτσι διευκολύνει τη δυνατότητα της σωστής επίλυσης των προβλημάτων μας.
Και τι είναι το Επιμελητήριο των Εθνοτήτων; Είναι ένα ειδικό όργανο για να αφουγκράζεται πιο συστηματικά και προγραμματισμένα πού πονάει κάθε εθνικό μας μέρος, πώς θα αντιδράσει μια συγκεκριμένη εθνική ομάδα σε αυτό ή εκείνο το μέτρο και ούτω καθεξής. Επομένως ένα τέτοιο «δευτεροβάθμιο επιμελητήριο εθνοτήτων», είναι κατ’ αναλογία της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου, ένας μηχανισμός ολοκληρωμένης διερεύνησης του προβλήματος.
Η γενική ηγεσία στην εθνική πολιτική παραμένει, φυσικά, εξ ολοκλήρου στα χέρια του κόμματός μας. Αλλά το κόμμα δεν μπορεί να λύσει όλα αυτά τα προβλήματα από μόνο του, με μόνη τη μέθοδο του εσωκομματικού του διαλόγου. Το κόμμα χρειάζεται οργανωμένη επαφή με συγκεκριμένα υλικά καθήκοντα και αντικειμενικές συνθήκες. Για να λύσει παλιά προβλήματα το κόμμα χρειάζεται και στο εθνικό ζήτημα, νέα, πιο σύνθετα, πιο βελτιωμένα όργανα και πιο συστηματικές και σχεδιασμένες μεθόδους παρέμβασης.
[….]
Υποσημειώσεις
