Το κράτος των αφεντικών απέναντι στα θύματα

Το ΣΔΟΕ ως μηχανισμός εκφοβισμού

της Βίκυς Κανατά

Η έφοδος του ΣΔΟΕ στα γραφεία του Συλλόγου Θυμάτων Τεμπών δεν είναι ούτε «ουδέτερη» ούτε «τυχαία». Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη. Είναι μια πράξη ταξικού εκφοβισμού. Είναι το κράτος της Νέας Δημοκρατίας, το βαθύ, γαλάζιο κράτος των ιδιωτικοποιήσεων, της συγκάλυψης και της ασυλίας των ενόχων, που σηκώνει το γκλομπ του απέναντι στους συγγενείς των νεκρών. Γιατί όταν το κράτος εισβάλλει στους χώρους όπου οργανώνονται οι οικογένειες των θυμάτων ενός εγκλήματος, δεν κάνει «έλεγχο». Κάνει προειδοποίηση.

Η τραγωδία –το έγκλημα– των Τεμπών δεν ήταν ένα «ατύχημα». Ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης, της διάλυσης των δημόσιων υποδομών, της λογικής τού κέρδους πάνω από τη ζωή. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, η οργανωμένη φωνή των θυμάτων είναι επικίνδυνη. Όχι γιατί παρανομεί, αλλά γιατί αποκαλύπτει.

Η στοχευμένη παρουσία του ΣΔΟΕ στα γραφεία του Συλλόγου, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το πολιτικό πλαίσιο. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η Μαρία Καρυστιανού και άλλοι συγγενείς επιμένουν να μιλούν, να απαιτούν δικαιοσύνη, να σπάνε τη σιωπή που θέλει να επιβάλει το κυβερνητικό αφήγημα της «εθνικής ομοψυχίας» και της λήθης.

Το αστικό κράτος, όπως μας δίδαξε ο Μαρξ, δεν είναι ουδέτερο. Είναι «η οργανωμένη βία της άρχουσας τάξης». Και όταν τα συμφέροντα των αφεντικών απειλούνται –όταν το έγκλημα δεν ξεχνιέται, όταν οι νεκροί αποκτούν φωνή– τότε ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί καταστολής με πιο «κομψά» μέσα: έλεγχοι, εισβολές, διοικητικές πιέσεις.

Το γεγονός ότι η εντολή φέρεται να ξεκίνησε από την κεντρική διοίκηση της ΑΑΔΕ προς το ΣΔΟΕ γεννά σοβαρά πολιτικά ερωτήματα. Όχι για την τυπική «νομιμότητα» μιας διαδικασίας, αλλά για το ποιος ελέγχεται και ποιος όχι σε αυτή τη χώρα. Γιατί δεν είδαμε το ίδιο ενδιαφέρον για τους εργολάβους, τους υπεύθυνους των σιδηροδρόμων, τους πολιτικούς προϊσταμένους που υπέγραφαν χωρίς συστήματα ασφαλείας. Εκεί βασίλευε η σιωπή. Αντίθετα, είδαμε υπερβάλλοντα ζήλο απέναντι σε έναν σύλλογο θυμάτων.

Και εδώ αναδεικνύεται η ουσία του «βαθέος κράτους»: ένα πλέγμα πολιτικών, διοικητικών και κομματικών διασυνδέσεων που λειτουργεί ως ασπίδα για τους ισχυρούς και ως μαστίγιο για τους από τα κάτω. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κάποια «σκοτεινή συνωμοσία» για να κατανοήσουμε το πολιτικό αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα είναι η τρομοκράτηση.

Η παρουσία κρατικών στελεχών με γνωστές κομματικές διαδρομές, η εγγύτητα με μηχανισμούς εξουσίας, όπως π.χ. ότι η σύζυγος του παράγοντα της ΑΑΔΕ που έστειλε το ΣΔΟΕ εργάζεται στο γραφείο του Βαρτζοπουλου, είναι ουσιώδεις κρίκοι στην αλυσίδα. Είναι το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί το αστικό κράτος. Ένα κράτος που δεν αντέχει την κοινωνική μνήμη, που δεν αντέχει τη συλλογική οργάνωση των πληγέντων, που δεν αντέχει τη ριζοσπαστικοποίηση της οργής.

Η Μαρία Καρυστιανού δεν στοχοποιείται ως άτομο. Στοχοποιείται ως σύμβολο. Ως πρόσωπο που αρνείται να μετατρέψει το πένθος σε σιωπή. Και αυτό είναι ασυγχώρητο για μια εξουσία που θέλει «να κλείσει ο φάκελος», να συνεχίσει τις ιδιωτικοποιήσεις, να θυσιάσει ξανά ζωές στον βωμό του κέρδους.

Απέναντι σε αυτό το κράτος, η Αριστερά δεν μπορεί να μασάει τα λόγια της. Δεν μπορεί να μιλά για «θεσμικές παρεκτροπές» και «αστοχίες». Εδώ έχουμε ταξική σύγκρουση. Από τη μια οι οικογένειες των νεκρών, οι εργαζόμενοι, η κοινωνία που ζητά δικαιοσύνη. Από την άλλη ένα σύστημα που υπερασπίζεται τον εαυτό του.

Ο Τρότσκι έγραφε ότι σε περιόδους κρίσης, το κράτος αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο. Στα Τέμπη, αυτό το πρόσωπο ήταν η εγκληματική αδιαφορία. Σήμερα, είναι ο εκφοβισμός.

Δεν θα τους περάσει.

Η μνήμη των νεκρών δεν ελέγχεται από το ΣΔΟΕ. Η οργή δεν φορολογείται. Και η δικαιοσύνη δεν θα έρθει από τα υπουργικά γραφεία, αλλά από τη συλλογική πάλη, από την αλληλεγγύη, από την επιμονή να μην ξεχαστεί τίποτα και κανείς. Γιατί όσο υπάρχει αυτό το κράτος, θα γεννά Τέμπη. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν, αυτό το κράτος θα τρέμει.