του Σαλάχ Μούσα
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το παλαιστινιακό εθνικό σχέδιο, καθώς και το ιστορικό του εργαλείο πραγμάτωσης που ενσαρκώνεται στο εθνικό κίνημα με όλες του τις εκφράσεις, διέρχονται σήμερα μια συνολική δομική κρίση — μάλιστα μια κατάσταση πραγματικής κατάρρευσης. Αρκεί ως απόδειξη το γεγονός ότι η επίσημη παλαιστινιακή ηγεσία, οι οργανώσεις της αντίστασης και οι πολιτικές ελίτ, παρά τις διαφορετικές κατευθύνσεις και προθέσεις τους, έχουν όλες φτάσει σε αδιέξοδο· στοιχείο αυτού είναι ότι πλέον ποντάρουν στο σχέδιο Τραμπ και του παρέχουν πολιτική νομιμοποίηση, παρότι πρόκειται για σχέδιο εγγενώς εχθρικό, που αποσκοπεί στην επιβολή αποικιακής κηδεμονίας στη Λωρίδα της Γάζας, αφήνοντας το κράτος κατοχής (το κράτος του απαρτχάιντ) να συνεχίσει την καταπάτηση της Δυτικής Όχθης και να εμβαθύνει την πολιτική της σταδιακής αρπαγής και της έρπουσας προσάρτησης, εν αναμονή της κατάλληλης στιγμής για την επίσημη ανακοίνωση της προσάρτησης και την επιβολή της ισραηλινής «κυριαρχίας».
Το σχέδιο Τραμπ αντιμετώπισε τον παλαιστινιακό λαό ως απλούς «κατοίκους» και τη γη ως ένα κτηματομεσιτικό πρότζεκτ, παρακάμπτοντας πλήρως όλους τους παλαιστινιακούς θεσμούς εκπροσώπησης: την ΟΑΠ, την Παλαιστινιακή Αρχή, την de facto διοίκηση στη Γάζα και όλες τις παρατάξεις, ανεξαιρέτως.
Η παράκαμψη αυτή στηρίχθηκε σε αντιφατικές αυταπάτες: την αυταπάτη ότι επίκειται μια εποχή ευημερίας και ανοικοδόμησης· την αυταπάτη της επιστροφής της Αρχής στη Γάζα μετά από «ικανοποιητικές» μεταρρυθμίσεις που θα καθορίσουν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ· και την αυταπάτη της διατήρησης της de facto εξουσίας ελλείψει εναλλακτικής, εν μέσω ενός παλαιστινιακού εσωτερικού ανταγωνισμού για την παροχή «υπηρεσιών ασφαλείας» στην κατοχή και στον ένοικο του Λευκού Οίκου, ο οποίος συγκρότησε ένα συμβούλιο πολέμου και επίθεσης που ψευδώς αποκαλείται «Συμβούλιο Ειρήνης», με σκοπό να υιοθετηθεί ο ένας ή ο άλλος, την ώρα που συγκροτούνται νέα εργαλεία απαλλαγμένα από το παλαιστινιακό αντιστασιακό φορτίο και τις περίπλοκες διασυνδέσεις του.
Σε συνθήκες στρεβλών συσχετισμών ισχύος, δεν βρισκόμαστε σε φάση τελικών λύσεων· βρισκόμαστε σε φάση αντοχής και επιβίωσης.
Το σχέδιο αντιμετώπισε το παλαιστινιακό ζήτημα ως καθαρά ανθρωπιστικό και ανακουφιστικό, χωρίς ούτε υπόσχεση ούτε δέσμευση για πολιτικό ορίζοντα ή για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Το παλαιστινιακό κράτος, σύμφωνα με τη λογική του σχεδίου, δεν είναι δικαίωμα αλλά «φιλοδοξία» του παλαιστινιακού λαού, που μπορεί (ή και να μην) οδηγήσει σε έναν ασαφή πολιτικό ορίζοντα. Έτσι, η αντιμετώπιση των ριζών της σύγκρουσης αντικαθίσταται από τη διαχείριση της κρίσης, την υποταγή σε μια νέα διεθνή κηδεμονία που συγκαλύπτει την κατοχή και τη συνύπαρξη με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται εις βάρος τής εκ θεμελίων εκκαθάρισης της παλαιστινιακής υπόθεσης. Αυτό δεν θα οδηγήσει σε ειρήνη και σταθερότητα, αλλά σε εκρήξεις, αργά ή γρήγορα.
Παρά ταύτα, το σχέδιο Τραμπ απέκτησε διεθνή νομιμοποίηση μέσω απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, χωρίς το ίδιο το Συμβούλιο να αποτελεί πραγματικό του σημείο αναφοράς, και οδήγησε στη συγκρότηση του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης», το οποίο στην ουσία του είναι ένα συμβούλιο επιβολής ηγεμονίας και του νόμου της ζούγκλας, σχεδιασμένο να υποκαταστήσει το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών υπό την ηγεσία ενός κράτους — μάλιστα ενός προσώπου. Η πιο σαφής ένδειξη της εχθρικής του φύσης είναι η απόδοση ευθύνης στο παλαιστινιακό θύμα για όσα διέπραξε (και προκάλεσε) ο ισραηλινός θύτης, η πλήρης απουσία παλαιστινιακής εκπροσώπησης, έναντι της παρουσίας του Νετανιάχου και μιας σειράς εχθρών του παλαιστινιακού λαού, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες τελούν υπό το βέτο του «αιώνιου προέδρου» του συμβουλίου.
Τα παραπάνω δεν αποσκοπούν στην απόρριψη ή στο μποϊκοτάζ της παλαιστινιακής εθνικής επιτροπής για τη διοίκηση της Γάζας, ούτε στη φόρτωσή της με βάρη που δεν αντέχει. Στόχος είναι η επιτυχία του ανθρωπιστικού και υπηρεσιακού της ρόλου, εντός σαφών ορίων, και η επισήμανση ότι λειτουργεί ως εκτελεστικό όργανο και όχι ως φορέας απόφασης. Απαιτείται ο περιορισμός του ρόλου της σε υπηρεσιακά και ανακουφιστικά καθήκοντα, χωρίς πολιτικές παραχωρήσεις — συμπεριλαμβανομένης της παγίωσης του διαχωρισμού Δυτικής Όχθης και Γάζας — και χωρίς καμία πολιτική αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Όπως αποτύπωσε εύστοχα ένα σατιρικό σκίτσο με οδυνηρή ακρίβεια: πρόκειται για «πάσσαλο» που αντιπροσωπεύει «τη διαθέσιμη επιλογή επειδή δεν υπάρχει άλλη».
Το καίριο ερώτημα είναι: γιατί φτάσαμε ως εδώ; Και πώς μπορούμε να εξέλθουμε από αυτό το καταστροφικό αδιέξοδο; Η παλαιστινιακή ιστορία επιβεβαιώνει ότι νέα ξεκινήματα είναι πάντα δυνατά μετά από κρίσεις. Εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, ο παλαιστινιακός λαός αναδύεται από τα ερείπια, κύμα το κύμα, εξέγερση την εξέγερση: μετά τη Νάκμπα, μετά την ήττα του Ιουνίου, μετά την έξοδο από τον Λίβανο, μετά την αποτυχία του «Καμπ Ντέιβιντ» (2000), μετά το αδιέξοδο του Όσλο (1993), έως τον «Κατακλυσμό Αλ-Άκσα» (2023), που υπήρξε αντίδραση στον αποκλεισμό και στα εγκλήματα της κατοχής και προσπάθεια σπασίματος της πολιορκίας και υπέρβασης της περιθωριοποίησης, αλλά κατέληξε —λόγω απουσίας υπολογισμών, οράματος, στρατηγικής και ενότητας— σε αποτελέσματα αντίθετα από τους διακηρυγμένους στόχους.
Δεν υπάρχει διέξοδος από το συνολικό δομικό αδιέξοδο χωρίς ακριβή και θαρραλέα διάγνωση της πραγματικότητας· μόνο η σωστή διάγνωση οδηγεί στη σωστή θεραπεία. Αυτό απαιτεί μια βαθιά κριτική αναθεώρηση της παλαιστινιακής εμπειρίας και την άντληση διδαγμάτων από τα βαριά λάθη, χωρίς να περιοριζόμαστε στη μετάθεση ευθυνών στους εχθρούς και στις εξωτερικές συνωμοσίες· ο εσωτερικός παράγοντας φέρει βασική ευθύνη για όσα φτάσαμε.
Γιατί τα επιτεύγματα —ακόμη και στις κορυφές της εθνικής ανόδου— δεν αναλογούσαν στο μέγεθος των τεράστιων θυσιών; Γιατί περάσαμε από το σχέδιο απελευθέρωσης και επιστροφής σε «εξουσία σε όποιο τμήμα απελευθερωθεί», έπειτα σε κράτος στα εδάφη του 1967, μετά σε κράτος σε μέρος των κατεχόμενων εδαφών, κατόπιν σε δύο ανταγωνιστικές εξουσίες υπό κατοχή, έως ότου η διατήρηση της εξουσίας και της ηγεσίας γίνει ο στόχος; Γιατί υπονομεύτηκε η αφήγηση και τα ιστορικά δικαιώματα μέσω της αναγνώρισης του δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ, του συντονισμού ασφαλείας και της οικονομικής εξάρτησης, έναντι του αντικατοπτρισμού της διευθέτησης και της τυπικής αναγνώρισης της Οργάνωσης;
Πώς μπορεί να συνδυαστεί η ένοπλη αντίσταση με μια εξουσία δεσμευμένη από άδικες υποχρεώσεις; Γιατί υπήρξε ταλάντευση ανάμεσα στο πρόγραμμα απελευθέρωσης και στο πρόγραμμα κράτους ή προσπάθεια συνδυασμού τους· μετάβαση από την καταγγελία της επίσημης ηγεσίας στην παράδοση όλων των «κλειδιών» στα χέρια της μέσω συμφωνιών συμφιλίωσης· αγιοποίηση και ποινικοποίηση του ένοπλου αγώνα και πάλι αγιοποίησή του, μετατρέποντάς τον από μέσο σε αυτοσκοπό; Η αντίσταση δεν είναι είδωλο για λατρεία· είναι μέσο που χρησιμοποιείται στο μέτρο της ικανότητάς του να πετυχαίνει στόχους. Και η θυσία δεν είναι στόχος, αλλά μέσο για την επίτευξη εθνικών στόχων με το μικρότερο δυνατό κόστος.
Η συνέχιση του παλαιστινιακού διχασμού, παρά τη γενοκτονία, δεν εξηγείται παρά μόνο με την προτεραιοποίηση φατριακών και προσωπικών συμφερόντων έναντι του εθνικού συμφέροντος.
Γιατί αποδυναμώθηκε η αραβική και οικουμενική απελευθερωτική διάσταση της παλαιστινιακής υπόθεσης και ποντάραμε στους εχθρούς αντί στους φίλους; Γιατί επετράπη η κυριαρχία ενός ατομικού, πελατειακού προτύπου ηγεσίας που οδήγησε στο κούφωμα των θεσμών, στην απουσία λογοδοσίας, στην προτίμηση των «πιστών» έναντι των ικανών και αγωνιστών, στη διάδοση της διαφθοράς και στη στέρηση του δικαιώματος του λαού να προσφεύγει στις κάλπες;
Υπό τους στρεβλούς συσχετισμούς ισχύος, δεν είμαστε σε φάση τελικών λύσεων: ούτε λύση δύο κρατών ούτε λύση ενός κράτους. Είμαστε σε φάση αντοχής και επιβίωσης: διατήρηση της γης, του ανθρώπου και της αφήγησης, αποτροπή της εκκαθάρισης της υπόθεσης. Παρά το ζοφερό τοπίο, η μάχη δεν είναι χαμένη. Το σιωνιστικό σχέδιο, παρά το πλεόνασμα ισχύος του, πάσχει από δομικές κρίσεις και η αφήγησή του έχει ηθικά καταρρεύσει στη διεθνή κοινή γνώμη, έστω κι αν αυτό δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε επίπεδο κυβερνήσεων.
Ο παλιός κόσμος καταρρέει και ένας νέος διαμορφώνεται στο πλαίσιο μιας πολυπολικής πραγματικότητας. Παρά τη μεταβατική φάση επιστροφής αυτοκρατοριών —όπου ο ισχυρός καταβροχθίζει τον αδύναμο— οφείλουμε να συγκεντρώσουμε τα στοιχεία ισχύος, ιδίως καθώς σημειώνονται περιφερειακές και διεθνείς μεταβολές και δεν είναι δεδομένο ότι το Ισραήλ θα διατηρήσει στο μέλλον τη θέση που ιστορικά απολάμβανε. Το Ισραήλ διαθέτει σήμερα πλεόνασμα ισχύος που δεν θα διαρκέσει, λόγω του συνεχούς πολέμου και της μόνιμης στοχοποίησης λαών και χωρών της περιοχής, οι οποίοι δεν θα αποδεχθούν επ’ άπειρον την τρέχουσα κατάσταση αδυναμίας, κατακερματισμού και υποτέλειας. Η παλαιστινιακή υπόθεση έχει γίνει λάβαρο ελευθερίας και δικαιοσύνης για τους λαούς του κόσμου.
Η συνέχιση του διχασμού, παρά τη γενοκτονία, δεν εξηγείται παρά μόνο με την προτεραιοποίηση φατριακών και προσωπικών συμφερόντων έναντι του εθνικού συμφέροντος. Χωρίς αλλαγή πορείας και συμβόλων, δεν μπορεί να αναζωογονηθεί ούτε να μεταρρυθμιστεί η ΟΑΠ.
Σήμερα, μετά την περιέλευση των κινημάτων Φατάχ και Χαμάς σε βαθύ αδιέξοδο για διαφορετικούς λόγους, συνθήκες και χρόνους —λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που αντιστάθηκε και σε εκείνον που διαπραγματεύτηκε— και με την απουσία ενός ενεργού αριστερού πόλου, η παλαιστινιακή σκηνή βρίσκεται μπροστά σε δύο επιλογές: είτε τη γέννηση ενός νέου εθνικού κινήματος που θα αναδυθεί από τα σπλάχνα του παλιού, αξιοποιώντας τα θετικά του σε νέο πλαίσιο· είτε την είσοδο σε μια φάση αποσύνθεσης και κατάρρευσης χωρίς οργανωμένη εναλλακτική, έστω και προσωρινά.

Δεν υπάρχει διαπραγματευτικός ορίζοντας στο ορατό μέλλον για λύση που να καλύπτει το ελάχιστο των παλαιστινιακών δικαιωμάτων. Το γεγονός ότι το σχέδιο Τραμπ και όσα απορρέουν από αυτό —η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης»— αποτελούν «το μοναδικό παιχνίδι στην πόλη» αποτυπώνει το βάθος της παλαιστινιακής κατάστασης: πρόκειται για απόπειρα επιβολής μιας σύγχρονης μορφής αποικιοκρατίας με τη μορφή κηδεμονίας και εντολής, που δεν θα φέρει ασφάλεια και ευημερία όπως ισχυρίζεται. Τα πραγματικά σενάρια είναι: είτε η διατήρηση του status quo, λίγο-πολύ, στο πλαίσιο διαχείρισης της κατοχής· είτε η επικράτηση ενός χειρότερου σεναρίου με επιβολή λύσης που δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ελάχιστο των παλαιστινιακών δικαιωμάτων και εκκαθαρίζει την υπόθεση μέσω ενός «Όσλο» ελλιπούς ή μιας «Συμφωνίας του Αιώνα» ελλιπούς· είτε η επανάκτηση της πρωτοβουλίας από τους Παλαιστινίους.
Αν συνεχιστούν οι ίδιοι παράγοντες, οι ίδιοι δρώντες και οι ίδιοι συσχετισμοί, θα ενισχυθεί είτε το σενάριο διατήρησης του status quo είτε ένα χειρότερο σενάριο με τίτλους: προσάρτηση, εκτοπισμός, γενοκτονία και απαρτχάιντ — εφόσον επιτύχει ο κυβερνητικός ισραηλινός συνασπισμός στις επόμενες εκλογές. Εναλλακτικά, μπορεί να επιβληθεί μια εκκαθαριστική «λύση» μέσω της δημιουργίας παλαιστινιακής οντότητας που θα στερείται των προϋποθέσεων κράτους πλην του ονόματος, ιδίως αν αποτύχει ο τρέχων κυβερνητικός συνασπισμός και σχηματιστεί λιγότερο ακραία κυβέρνηση στο Ισραήλ.
Αυτή η οντότητα/«κράτος» θα μπορούσε να άρει την «ενόχληση» της παλαιστινιακής υπόθεσης και να συμβάλει σε ένα είδος επιθυμητής σταθερότητας για την επιβολή ηγεμονίας, επενδύσεων και συμφωνιών και την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης του Ισραήλ στην περιοχή. Θα κάλυπτε ανάγκες ορισμένων αραβικών κρατών —ιδίως της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας— καθώς και του ευρύτερου διεθνούς συνασπισμού που αναγνωρίζει το παλαιστινιακό κράτος και ζητεί τη λύση των δύο κρατών. Το κέντρο του θα ήταν στη Λωρίδα της Γάζας, με σύνδεση των κατακερματισμένων ανθρωπο-θυλάκων της Δυτικής Όχθης, παρέχοντας ταυτότητα και διαβατήριο στους κατοίκους, μέσω της παραμονής της Αρχής μετά την «ανανέωσή» της ή μέσω νέας φόρμουλας· διότι το κράτος του απαρτχάιντ επιδιώκει να προσαρτήσει τη γη χωρίς τους κατοίκους της, για να διατηρήσει τον εβραϊκό χαρακτήρα του.

Απαιτείται πολιτική απόφαση για την κήρυξη της λήξης ισχύος του «Όσλο» και η διαμόρφωση οράματος και στρατηγικής απελευθέρωσης.
Απαιτούνται άμεσα κρίσιμες αποφάσεις: πρωτίστως μια ιδρυτική πολιτική απόφαση που θα κηρύσσει πρακτικά τη λήξη ισχύος του μοντέλου «Όσλο» και θα διαμορφώνει ένα μακροπρόθεσμο όραμα και στρατηγική εθνικής απελευθέρωσης που θα συνδυάζει αντοχή και αποτελεσματική αντίσταση, χωρίς εκχώρηση ιστορικών δικαιωμάτων· μια θεσμική απόφαση για την έναρξη δεσμευτικής πορείας ανασυγκρότησης της ΟΑΠ στη βάση της ενότητας της υπόθεσης, της γης, του λαού και της ιστορικής αφήγησης, με δημοκρατικές και αντιπροσωπευτικές αρχές. Η δουλειά πρέπει να ξεκινήσει από έξω, έως ότου επέλθει ουσιαστική αλλαγή και ευρεία λαϊκή συσπείρωση, με τη διαμόρφωση συνολικού οράματος από το οποίο θα απορρέουν στρατηγικές και αποτελεσματικά λαϊκά κινήματα, καταλήγοντας σε ενιαία ηγεσία· διότι οι υφιστάμενοι θεσμοί της ΟΑΠ δεν προσφέρουν χώρο για εργασία, αλλαγή και μεταρρύθμιση από τα μέσα. Απαιτείται επίσης η κατάρτιση νέου εθνικού χάρτη που θα ενσωματώνει τα διδάγματα των προηγούμενων δεκαετιών· απόφαση για τον τερματισμό της διαχείρισης του διχασμού και τη μετάβαση σε μεταβατική δημοκρατική σύμπραξη που θα ξεκινά από όσους συμφωνούν, από τα κάτω προς τα πάνω, με παράδειγμα λόγων και έργων· αγωνιστική απόφαση για την υιοθέτηση μιας συνολικής, βιώσιμης λαϊκής αντίστασης και τη ρύθμιση της σχέσης όλων των μορφών αγώνα στο πλαίσιο ενιαίας στρατηγικής και ενιαίας ηγεσίας· και, τέλος, διεθνο-νομική απόφαση για τη μεταφορά του κέντρου βάρους στη διεθνή σκηνή, την οικοδόμηση παγκόσμιου συνασπισμού για την απομόνωση και τιμωρία του Ισραήλ πολιτικά, νομικά και ηθικά, και την ενεργοποίηση των εργαλείων του διεθνούς δικαίου και του μποϊκοτάζ.
Τέλος, το παλαιστινιακό αδιέξοδο είναι υπαρξιακό και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η διαχείριση της κρίσης δεν αποτελεί πλέον επιλογή και η αναμονή δεν προστατεύει κανέναν ούτε ανακόπτει την επιδείνωση. Η παρούσα στιγμή απαιτεί θαρραλέες αποφάσεις που θα ανασυγκροτήσουν το εθνικό σχέδιο και το εργαλείο υλοποίησής του —το εθνικό κίνημα— πριν οι Παλαιστίνιοι χάσουν την ικανότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις.
Αν υπάρξουν βούληση και συνείδηση, υπάρχει δρόμος. Η παλαιστινιακή ιστορία μαρτυρεί ότι αυτός ο λαός, κάθε φορά που πλησιάζει στο χείλος της αβύσσου, ανακτά την πρωτοβουλία και διασώζει την υπόθεσή του. Τα παραπάνω αποτελούν μια συμβολή προβληματισμού, εστιασμένη σε κομβικούς άξονες, με την ελπίδα να πυροδοτήσει έναν διάλογο που θα οδηγήσει σε βαθύτερη επίγνωση και πιο αποτελεσματική πράξη.
