Aπό τον πόνο στην επανάσταση
της Βίκυς Κανατά
Στους δρόμους της Βραζιλίας, η σιωπή έσπασε. Tην Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, σε 89 πόλεις, από τις μητροπόλεις μέχρι τις φτωχογειτονιές της περιφέρειας, χιλιάδες γυναίκες, εργαζόμενοι, νέοι και καταπιεσμένοι βγήκαν στους δρόμους με ένα σύνθημα που δεν χωρά παρερμηνείες: «Ο ξεσηκωμός για γυναίκες ζωντανές». Δεν ήταν μια ακόμη συμβολική διαμαρτυρία. Ήταν κραυγή. Ήταν κατηγορία. Ήταν πολιτική πράξη.
Η Ιζαμπέλ ντε Μασέντο. Η Μαρία Λούρντες. Η Αλίντε ντε Σόουζα Πεντόρι. Η Λάιζα Κόστα Πινιέρο. Ονόματα που δεν είναι απλοί αριθμοί σε στατιστικές εκθέσεις. Είναι ζωές που κόπηκαν βίαια μέσα σε ένα σύστημα που γεννά, ανέχεται και αναπαράγει τη γυναικοκτονία. Είναι γυναίκες της εργατικής τάξης, γυναίκες φτωχές, αλλά και επιστήμονες και καλλιτέχνιδες, γυναίκες που το κράτος και η πατριαρχική κοινωνία εγκατέλειψαν πολύ πριν δολοφονηθούν.
Η Βραζιλία βρίσκεται στην πέμπτη θέση παγκοσμίως σε γυναικοκτονίες, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Αυτό το «στοιχείο» δεν είναι ουδέτερο. Είναι καταδικαστικό. Καταδικάζει το αστικό κράτος, την καπιταλιστική βαρβαρότητα και την πατριαρχία που διαπερνά κάθε θεσμό. Καταδικάζει ένα σύστημα που προστατεύει την ιδιοκτησία, αλλά όχι τις ζωές των γυναικών.
Από κομμουνιστική σκοπιά, η γυναικοκτονία δεν είναι «παρέκκλιση» ούτε «ατομικό έγκλημα». Είναι κοινωνικό φαινόμενο βαθιά δεμένο με τις ταξικές σχέσεις. Ο καπιταλισμός χρειάζεται την έμφυλη καταπίεση: για να διατηρεί απλήρωτη ή υποτιμημένη εργασία, για να φορτώνει στις γυναίκες τη φροντίδα της οικογένειας, των παιδιών και της τρίτης ηλικίας, για να διαιρεί την εργατική τάξη. Η βία κατά των γυναικών είναι εργαλείο πειθάρχησης, ένας τρόπος να επιβάλλεται ο φόβος και η σιωπή.
Ο τροτσκισμός μάς υπενθυμίζει ότι καμία πραγματική απελευθέρωση δεν μπορεί να έρθει αποσπασματικά. Δεν υπάρχει «φεμινισμός» αποκομμένος από την ταξική πάλη, ούτε σοσιαλισμός που να ανέχεται την πατριαρχία. Η διαρκής επανάσταση περνά μέσα από την πλήρη χειραφέτηση των γυναικών, εδώ και τώρα, όχι σε κάποιο αόριστο «μετά». Οι διαδηλώσεις στη Βραζιλία έδειξαν ακριβώς αυτό: ότι η οργή δεν περιμένει άδεια, ούτε εκλογικούς κύκλους.
Σε κάθε περίπτωση, οι δρόμοι μίλησαν πιο καθαρά από τα κοινοβούλια. Καμία εμπιστοσύνη σε κράτη που θυμούνται τις γυναίκες μόνο για να τις πενθήσουν. Καμία αυταπάτη ότι περισσότερη αστυνομία θα λύσει ένα πρόβλημα που η ίδια η κατασταλτική εξουσία συντηρεί διαχρονικά. Οι γυναίκες οργανώθηκαν από τα κάτω, με συλλογικότητα, αλληλεγγύη και αυτοοργάνωση. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη: στις κοινότητες που αρνούνται να ζήσουν άλλο με τον φόβο.

Ο «ξεσηκωμός για γυναίκες ζωντανές» δεν είναι απλώς σύνθημα. Είναι πρόγραμμα ζωής. Είναι άρνηση να αποδεχτούμε ότι η δολοφονία γυναικών είναι «κανονικότητα». Είναι πολιτική ανυπακοή απέναντι σε νόμους που δεν εφαρμόζονται, σε δικαστήρια που αθωώνουν, σε κυβερνήσεις που μετρούν πτώματα αλλά δεν αλλάζουν τίποτα. Είναι κάλεσμα για συλλογική άμυνα, για κοινωνική φροντίδα, για ρήξη με την πατριαρχική εξουσία σε κάθε της μορφή.
Οι διαδηλώσεις σε 89 πόλεις έσπασαν το αφήγημα της απομόνωσης. Έδειξαν ότι ο πόνος μπορεί να γίνει κοινός και η οργή πολιτική. Ότι οι γυναίκες δεν είναι μόνες, ούτε σιωπηλές. Ότι η μνήμη των νεκρών δεν τιμάται με λόγια, αλλά με αγώνα. Κάθε όνομα που φωνάχτηκε στους δρόμους ήταν μια άρνηση της λήθης, μια υπόσχεση ότι οι ζωές αυτές μετρούν.
Αυτός ο αγώνας δεν αφορά μόνο τη Βραζιλία. Είναι διεθνής. Η πατριαρχία και ο καπιταλισμός δεν γνωρίζουν σύνορα, όπως σύνορα δεν πρέπει να γνωρίζει ούτε η αντίσταση. Από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Ευρώπη, από τις φαβέλες μέχρι τα εργοστάσια και τα σχολεία, η κραυγή είναι κοινή: θέλουμε να ζούμε. Θέλουμε να ζούμε ελεύθερες, χωρίς φόβο, χωρίς εκμετάλλευση.

Για τις Ιζαμπέλ, τις Μαρίες, τις Αλίντε, τις Λάιζες αλλά και για τις Κυριακές, τις Καρολάιν, τις Ελένες. Για όλες όσες χάθηκαν και για όλες όσες παλεύουν να επιβιώσουν. Ο ξεσηκωμός για γυναίκες ζωντανές είναι υπόσχεση και απειλή μαζί: υπόσχεση ζωής για τις καταπιεσμένες και απειλή για ένα σύστημα που τρέφεται από τον θάνατο. Και αυτός ο ξεσηκωμός δεν τελείωσε. Τώρα αρχίζει.
