Υπουργός πολέμου του Ισραήλ: «Δεν θα φύγουμε ποτέ»

Η γλώσσα της αποικιοκρατίας

του Άρη Μαραβά

RemasterDirector_1a5c03258
RemasterDirector_1a5c03258

Πριν γίνει πολιτική γραμμή, αυτή η φράση γίνεται ήχος: μέσα σε σπίτια που δεν υπάρχουν πια, σε σχολικές αυλές σβησμένες από τον χάρτη, σε οικογενειακές μνήμες που μεταφέρονται πια σε σακούλες και κουβέρτες. Όταν ένας υπουργός Άμυνας λέει «δεν θα φύγουμε ποτέ από τη Λωρίδα», η δήλωση περνά πρώτα σαν τίτλος ειδήσεων — και αμέσως μετά σαν ιδιωτική καταδίκη: μια πόρτα που δεν θα ξανανοίξει, μια γειτονιά που δεν θα ξαναγίνει γειτονιά, ένα «θα γυρίσουμε» που αδειάζει από περιεχόμενο.

Αυτές τις μέρες ο Ισραέλ Κατς μίλησε δημόσια με τη γλώσσα της μονιμότητας: ότι το Ισραήλ δεν θα αποσυρθεί πλήρως από τη Γάζα, ότι θα εμφανιστούν «πρωτοπόρες» ομάδες στον βορρά. Μια γλώσσα που μυρίζει παλιές εποχές εποικισμού — τότε που η κατάκτηση ντυνόταν με τους όρους «κοινότητα» και «ανάπτυξη». Αργότερα επιχειρήθηκε μετριασμός. Όμως η αναδίπλωση έχει μικρότερη σημασία από το ίδιο το γλίστρημα. Τα γλιστρήματα της εξουσίας, όταν μιλά χωρίς να μετρά την αντήχηση, αποκαλύπτουν εκείνο που συνήθως κρύβεται πίσω από προσεκτικές διατυπώσεις. Το «δεν θα φύγουμε ποτέ» δεν είναι στρατιωτική λεπτομέρεια· είναι σχέδιο. Είναι σιωνιστική υπόσχεση ότι μια «επιχείρηση» μπορεί να μετατραπεί σε καθεστώς, ότι το προσωρινό μπορεί να αποκτήσει σώμα μόνιμου.

Κι όμως: η Γάζα δεν είναι πεδίο σε σκακιέρα. Είναι άνθρωποι. Περίπου 2,1 εκατομμύρια. Και όταν μιλάμε πολιτικά, οφείλουμε να ξεκινάμε από το σώμα: ποιοι ζουν, πού ζουν, τι έχουν χάσει, τι τους επιτρέπεται να ξαναφτιάξουν. Σχεδόν όλοι έχουν εκτοπιστεί. Περίπου 1,9 εκατομμύρια —γύρω στο 90%— έχουν εκτοπιστεί τουλάχιστον μία φορά από τον Οκτώβριο του 2023. Στα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τον ΟΗΕ, καταγράφονται δεκάδες χιλιάδες νεκροί και πάνω από εκατό χιλιάδες τραυματίες έως τα μέσα Νοεμβρίου 2025. Αυτά δεν είναι «δεδομένα»· είναι οικογενειακά δέντρα κομμένα στη μέση, είναι χέρια που δεν ξαναδουλεύουν, είναι παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη σκόνη.

Η καταστροφή της κατοικίας και των υποδομών έχει τέτοια κλίμακα ώστε αλλάζει την ίδια τη δυνατότητα ζωής. Αξιολογήσεις που αποδίδονται σε δορυφορικά ευρήματα και σε όργανα του ΟΗΕ μιλούν για τεράστια ποσοστά κατεστραμμένων ή ζημιωμένων δομών έως τον Οκτώβριο του 2025, για εκατοντάδες χιλιάδες πληγείσες κατοικίες, για οδικό δίκτυο με εκτεταμένη ζημιά, για σχολεία που —όσα αξιολογήθηκαν— χρειάζονται πλήρη ανακατασκευή ή μεγάλη αποκατάσταση, για χιλιάδες νεκρούς μαθητές και εκπαιδευτικούς. Υπάρχουν εκτιμήσεις για δεκάδες εκατομμύρια τόνους ερειπίων: μια χώρα που μοιάζει να έγινε αποθήκη κατεστραμμένων υλικών.

Αν όλα αυτά ακούγονται «στεγνά» σαν πληροφορία, ας τα μεταφράσουμε σε… χειμώνα. Ένα «καταφύγιο» γίνεται σκηνή· η σκηνή γίνεται σκηνή πλημμυρισμένη· και το κρύο γίνεται απλός τρόπος να πεθαίνεις χωρίς βομβαρδισμό. Έχουν υπάρξει αναφορές για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε σκηνές, για δεκάδες χιλιάδες οικογένειες που επηρεάστηκαν από πλημμύρες, για θανάτους από υποθερμία και για καταρρεύσεις πρόχειρων κατασκευών. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το «δεν θα φύγουμε ποτέ» δεν ακούγεται σαν στρατηγική εκτίμηση. Ακούγεται σαν αναγγελία: όχι ότι θα τελειώσει το μαρτύριο, αλλά ότι θα οργανωθεί καλύτερα — θα διοικηθεί, θα παραταθεί, θα γίνει η νέα καθημερινότητα.

Και μετά έρχεται η λέξη «πρωτοπόροι». Λέξη που κουβαλά την πιο ύπουλη μορφή βίας: τη βία που φορά… ρομαντισμό. Στο ισραηλινό λεξιλόγιο, η «πρωτοπορία» δεν είναι απλή περιγραφή «νέων που βοηθούν». Έχει ιστορικά δεθεί με την εγκατάσταση ως ηθική αποστολή: με το χωράφι δίπλα στο φυλάκιο, με την «κοινότητα» χτισμένη πάνω στην απαγόρευση και την εκδίωξη του άλλου, με τον δρόμο που είναι ταυτόχρονα υποδομή και μηχανισμός ελέγχου. Έτσι λειτουργεί η μέθοδος: η κατάκτηση παρουσιάζεται ως παραγωγική εργασία, η επιβολή ως «ανάπτυξη», η βία ως «φύλαξη». Δεν έχει σημασία επειδή είναι μια λέξη· έχει σημασία επειδή δείχνει αρχιτεκτονική διάρκειας: ζώνες, δρόμοι, περιφράξεις, «υποδομές» που κάνουν την αποχώρηση ολοένα δυσκολότερη. Ένας πόλεμος γίνεται μόνιμος χωρίς να ονομαστεί μόνιμος — αρκεί ο χώρος να ξανασχεδιαστεί έτσι ώστε η παρουσία να αποκτήσει υλικό σώμα και «λογική» συνέχειας.

Η κατοχή, άλλωστε, μιλά πάντα με δύο φωνές. Όχι μόνο από υποκρισία — αλλά επειδή απευθύνεται σε δύο ακροατήρια. Προς τα έξω, προς πρεσβείες, διεθνή Μ.Μ.Ε., μιλά τη γλώσσα της «ασφάλειας», της «σταθεροποίησης», των «προσωρινών μέτρων». Είναι η γλώσσα που μετατρέπει τη βία σε τεχνοκρατική διαχείριση και την αρπαγή σε διοικητική ανάγκη. Προς τα μέσα, προς το μπλοκ που τρέφεται από την επέκταση, μιλά τη γλώσσα της ιδιοκτησίας: «δεν θα φύγουμε ποτέ», «επιστροφή», «ιστορικό δικαίωμα», «πρωτοπόροι». Εκεί δεν προσποιείται τον φύλακα· υποδύεται τον ιδιοκτήτη που καταπατά ξένη γη. Κι έτσι η «ασφάλεια» γίνεται κοινωνική σχέση: ποιοι έχουν πλήρη δικαιώματα, πόρους και προστασία — και ποιοι ζουν σε μόνιμη κατάσταση άδειας, ελέγχου και αβεβαιότητας.

Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό. Είναι κοινωνικό. Ποιοι ωφελούνται από την επέκταση; ποιοι πληρώνουν; ποιοι κερδίζουν συμβόλαια και γη; ποιοι χάνουν σπίτι, σχολείο, υγεία, χρόνο;

Εδώ ξεπροβάλλει καθαρά και η οικονομική λογική του πολέμου. Η καταστροφή δεν είναι μόνο τραγωδία· σε ένα σύστημα κέρδους γίνεται μηχανισμός αναπαραγωγής συμφερόντων. Μια Γάζα μόνιμα ελεγχόμενη γεννά επαναλαμβανόμενες αγορές: συμβάσεις επιτήρησης και «ασφάλειας», κύκλους προμηθειών οπλισμού, «ζώνες ασφαλείας» που καταπίνουν γη και τη μετατρέπουν σε ελεγχόμενο περιουσιακό στοιχείο. Και όταν η ανοικοδόμηση δεν είναι δικαίωμα αλλά άδεια, όταν τα υλικά εισόδου είναι υπό όρους, τότε η ίδια η επιβίωση οργανώνεται σαν γραφειοκρατικό καθεστώς. Στο τέλος, δεν πληρώνουν οι υπουργοί και οι χρηματοδότες. Πληρώνει ο άνθρωπος που στέκεται στην ουρά για νερό. Η οικογένεια που μετακινείται ξανά και ξανά. Ο μαθητής που γίνεται αριθμός: εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά σχολικής ηλικίας χωρίς σταθερή πρόσβαση σε τυπική διά ζώσης εκπαίδευση. Αυτή είναι η καθημερινή μορφή της εξάρτησης: ζωή μειωμένη σε άδεια, αναμονή, διακοπή, επιβίωση.

Και αν κάποιος επιμένει να πει «μα το Ισραήλ έφυγε από τη Γάζα το 2005», αξίζει να θυμηθούμε τι σήμαινε εκείνη η «αποχώρηση». Ναι: εκκενώθηκαν οικισμοί και απομακρύνθηκαν χιλιάδες έποικοι. Όμως ο καθοριστικός έλεγχος των συνόρων, του εναέριου χώρου και της ακτογραμμής παρέμεινε. Η βιτρίνα άλλαξε, η λαβή στην πρόσβαση και στην κίνηση συνέχισε. Γι’ αυτό η σημερινή γλώσσα του εποικισμού δεν είναι «καινούρια ιδέα». Είναι επιστροφή σε παλιά φιλοδοξία, ενισχυμένη από τη διάλυση: ο χώρος οικειοποιείται ευκολότερα όταν ο πληθυσμός έχει διασκορπιστεί, όταν η υποδομή έχει καταρρεύσει, όταν η κοινωνία έχει εξαντληθεί.

Το πιο σκληρό αποτέλεσμα της μονιμότητας είναι πως δεν σκοτώνει μόνο. Ακυρώνει την ίαση. Ακόμη κι όταν μια εκεχειρία υπάρχει ως διπλωματική φόρμουλα, η καθημερινότητα μπορεί να παραμένει θανατηφόρα, και η «αργή βία» να συνεχίζει: νερό κάτω από επείγοντα πρότυπα, κίνδυνος οξείας υποσιτιστικής κατάστασης για δεκάδες χιλιάδες παιδιά, μαζική ανάγκη ψυχικής υποστήριξης σε επίπεδα κοινωνικής κατάρρευσης. Μια κοινωνία μπορεί να αντέξει την έκρηξη και να σπάσει από την παρατεταμένη απόφαση ότι «δεν θα επιτραπεί να ξανασταθεί». Ότι η επιστροφή στο σχολείο, η σταθεροποίηση της υγείας, η ανοικοδόμηση της στέγης, δεν είναι φυσικός ρυθμός ζωής αλλά αντικείμενο ελέγχου, διαπραγμάτευσης, καθυστέρησης.

Αυτό σημαίνει «δεν θα φύγουμε ποτέ»: όχι μόνο έλεγχος εδάφους, αλλά έλεγχος του ρυθμού της ζωής — πότε τρως, πότε πίνεις, πότε μαθαίνεις, πότε ξαναχτίζεις, πότε μετακινείσαι, πότε επιτρέπεται να νιώσεις ότι αύριο υπάρχει.

Και τότε μένει το ωμό ερώτημα. Αν η μονιμότητα γίνει πολιτική, ο κόσμος καλείται να αποδεχτεί ένα καθεστώς στηριγμένο σε μαζικό εκτοπισμό και μαζική ερήμωση — και να το βαφτίσει «ασφάλεια». Όμως η επιλογή δεν είναι «ασφάλεια ή χάος». Η επιλογή είναι ανάμεσα σε ένα μέλλον ισότητας —όπου οι Παλαιστίνιοι ζουν με πλήρη δικαιώματα, ελευθερία και ασφάλεια, έχοντας το ανθρώπινο δικαίωμα της εθνικής ανεξαρτησίας— και σε ένα μέλλον όπου η κυριαρχία απλώς θα διοικείται πιο αποτελεσματικά, με περισσότερη τεχνική και λιγότερο θόρυβο.

Όταν οι αξιωματούχοι μιλούν για μονιμότητα, το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι η μονιμότητα είναι εφικτή: ότι ο κόσμος θα κουραστεί, ότι οι αριθμοί θα ξεθωριάσουν, ότι τα ερείπια θα γίνουν φόντο. Πρέπει να αποδειχτούν λάθος — όχι με ευχές, αλλά με οργανωμένη πολιτική πάλη και οικονομική πίεση, με απονομιμοποίηση, με άρνηση να γίνει φυσιολογικό το αβίωτο. Με παγκοσμιοποίηση της Ιντιφάντα και ανατροπής των κυβερνήσεων που συνεργάζονται και στηρίζουν το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ – και της “δικής μας” του Μητσοτάκη της Δεξιάς των σκανδάλων.

Γιατί η ιστορία δείχνει κάτι απλό: ό,τι φαίνεται αιώνιο, αντέχει όσο αντέχει και το δίχτυ που το προστατεύει. Κι όταν το δίχτυ σκιστεί, ακόμη και τα πιο αμετακίνητα «ποτέ» αρχίζουν να υποχωρούν.