Πρόλογος της Νέας Προοπτικής    

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα μας στα 100 χρόνια της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, δημοσιεύουμε σήμερα το πέμπτο μέρος, που αφορά την προκήρυξη της 2ης συνδιάσκεψης που έλαβε χώρα στην Σόφια τον Μάιο του 1921.

Σε αυτή την συνδιάσκεψη το ΣΕΚΕ δεν είχε λάβει μέρος. Αυτό οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην εσωτερική κρίση που το ταλάνιζε, ανάμεσα σε οπαδούς της Τρίτης Διεθνούς και σε αντιπάλους της. Εξάλλου ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της συμμετοχής στην Τρίτη Διεθνή και στην ΒΚΟ, ο Δημοσθένης Λιγδόπουλος, που είχε λάβει μέρος και στην ιδρυτική πρώτη συνδιάσκεψη της Ομοσπονδίας το 1920, είχε δολοφονηθεί γυρίζοντας από την Μόσχα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Την εποχή που έλαβε χώρα η συνδιάσκεψη αυτή, τα Βαλκάνια βρίσκονται σε μια διαρκή αναταραχή.

Ο Ελληνικός στρατός βρίσκεται βαθιά προωθημένος στην Μικρά Ασία, συνεχίζοντας την τυχοδιωκτική πολεμική του εκστρατεία στο πλευρό του Αγγλικού ιμπεριαλισμού, ενάντια στο Τουρκικό εθνικό κίνημα.

Η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία συγκλονίζονται από μεγάλους εργατικούς απεργιακούς αγώνες και ένα μεγάλο κύμα στρατιωτικής καταστολής ενάντια στα γοργά αναπτυσσόμενα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Η Βουλγαρία προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του πολέμου στον οποίο έχει συντριβεί ενώ η αγροτική κυβέρνησή της, επιχειρεί να ενσωματώσει και να συγκρατήσει τις αγροτικές εξεγέρσεις που λαμβάνουν χώρα.

Τέλος, λίγο πιο βόρεια, στα δυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ρωσίας διεξάγεται ο Σοβιετο-Πολωνικός πόλεμος, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης ενάντια στην Οκτωβριανή επανάσταση.

Το κείμενο αυτό που δημοσιεύθηκε στον Ριζοσπάστη, στο φύλλο της 20ης Ιουνίου 1921, φαίνεται επίσης και η παρέμβαση της κρατικής λογοκρισίας, με μια «λευκή παράγραφο» στο σημείο εκείνο που γίνεται αναφορά στον Έλληνο-Τουρκικό πόλεμο.

Με αυτό το κείμενο ο ημερήσιος Ριζοσπάστης εγκαινιάζει μια σειρά άρθρων και ανταποκρίσεις από τις δράσεις και τις αποφάσεις της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας παίρνοντας την σκυτάλη από τον εβδομαδιαίο «Εργατικό Αγώνα» που μέχρι τον Αύγουστο του 1921 είναι το επίσημο κομματικό όργανο του ΣΕΚΕ μέχρι να συγχωνευθεί μαζί του. Τις μέρες που δημοσιεύεται η απόφαση της 2ης συνδιάσκεψης της ΒΚΟ, το ΣΕΚΕ έχει ήδη αποφασίσει να πάρει μέρος στην 3η συνδιάσκεψή της, που θα διεξαχθεί στην Σόφια τον Ιούλιο για να ζητήσει να γίνει ξανά δεκτό στους κόλπους της.

(Έχουμε διατηρήσει το ύφος και το συντακτικό της εφημερίδας και ως ένα βαθμό και την ορθογραφία της προσαρμόζοντας όμως το κείμενο στο μονοτονικό.)

Προς τον εργαζόμενο λαό της Βαλκανικής – Προς τους εργάτες και χωρικούς της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Ελλάδος και της Αλβανίας

Σύντροφοι εργάτες και χωρικοί!

Ο τρομερότερος και αιματηρότερος πόλεμος που εγνώρισε η ιστορία, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918, εστοίχισε απάνω από ΕΙΚΟΣΙ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ανθρώπινες υπάρξεις. Απάνω από είκοσι εκατομμύρια τάφοι εργατών και χωρικών που έλαβαν μέρος στον πόλεμο, απ’ τους οποίους περισσότερα από ΤΡΙΑΜΙΣΥ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ανήκουν στις χώρες της Βαλκανικής, στη Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Ρουμανία και Αλβανία. Ο αριθμός των προλεταρίων και των φτωχών που ο πόλεμος άφησε χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, χωρίς μάτια, που τους κατέστρεψε εν γένει την υγεία τους, των ορφανών παιδιών – ξεπερνάει τα ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ, από τα οποία περίπου ΟΧΤΩ αποτελούν την μερίδα των Βαλκανικών χωρών.

Ωστόσο είναι αδύνατο να καθορισθεί ο αριθμός εκείνων που καταστράφησαν τελείως απ’ τον πόλεμο και πέσανε στη μεγαλύτερη κοινωνική δυστυχία. Τα αιματηρά πολεμικά όργια μετέβαλαν ολόκληρο τον κόσμο σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο και προ πάντων τη Βαλκανική που, κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπήρξε το θέατρο αιματηρών σφαγών και πολεμικών καταστροφών. Η μανία του πολέμου ήτανε αχαλίνωτη στη Βαλκανική. Οι Βαλκανικές χώρες ποτίσθηκαν με το αίμα των εργατών και των χωρικών και δεν υπάρχει μια σπιθαμή το εκτεταμένο έδαφός των που να μην είναι σπαρμένη με τα κόκκαλά τους. Σ’ αυτόν τον παγκόσμιο αιματηρό πόλεμο, οι Βαλκανικές χώρες έχασαν ΣΧΕΔΟΝ ΤΟ ΕΝΑ ΤΡΙΤΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΟΥΣ. Αυτός ήταν ο μεγάλος και αιματηρός φόρος με τον οποίο οι εργατικές μάζες των Βαλκανίων πληρώσανε την καινούργια εθνική, πολιτική και κοινωνική υποδούλωσή τους.

Σήμερα, ύστερα απ’ αυτόν τον αιματηρό πόλεμο που έκαμαν οι ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις όλου του κόσμου, έχουμε μπροστά μας μια φριχτή εικόνα της εξαντλημένης και καταματωμένης ανθρωπότητος. Λεγεώνες από σακάτηδες και ζητιάνους, δημιουργήματα του πολέμου, διατρέχουν απελπισμένοι όλο τον κόσμο. Εκατομμύρια από τα θύματα του πολέμου –απόμαχοι, χήρες και ορφανά– έχουν αφεθεί τελείως στη φτωχή τους τύχη, δηλαδή στο θάνατο, στην πείνα, στη δυστυχία. Σήμερα τα φτωχά αυτά θύματα διαρκώς καταστρέφονται και πεθαίνουν. Καινούργιοι τάφοι ανοίγονται κάθε μέρα και μεγαλώνουν τα νεκροταφεία των νεκρών του πολέμου. Πιο τρομερά είναι η εικόνα αυτή στις Βαλκανικές χώρες. Οι αστικές κυβερνήσεις και αι δυναστείες των Βαλκανίων, που σπρώξανε τους λαούς τους στον πόλεμο και στην καταστροφή, τώρα κοροϊδεύουν όλα τα θύματα του πολέμου. Καμιά πραγματική κοινωνική βοήθεια δεν παρέχεται στους σακάτηδες του πολέμου, ούτε στη Γιουγκοσλαβία, ούτε στη Βουλγαρία, ούτε στη Ρουμανία, ούτε στην Ελλάδα.

Οι καπιταλιστικές και αστικές, μιλιταριστικές και μοναρχικές κλίκες των Βαλκανικών χωρών γελάνε αδιάντροπα με τα δάκρυα των εκατομμυρίων μαννάδων, αδερφάδων, γυναικών και παιδιών, των οποίων σκοτώσανε στον πόλεμο τους γιούς, τους αδελφούς, τους άντρες και τους πατεράδες. Αντί για βοήθεια και περιποίηση, οι σακάτηδες και τα θύματα του πολέμου παίρνουν το ραβδί του ζητιάνου. Αυτή είναι η μόνη αμοιβή για κείνους που καταστράφηκαν πολεμώντας για τα συμφέροντα των αστικών τους τάξεων και των δυναστειών τους. Έτσι πληρώνουν οι αστικές κυβερνήσεις και οι δυναστείες το αίμα και τα βάσανα εκείνων που τους δημιουργήσανε καινούργια εκατομμύρια, καινούργια δόξα της κυριαρχίας και της ζωής.

Φαίνεται όμως πως το αίμα που χύσανε οι προλετάριοι κι οι φτωχοί στον παγκόσμιο πόλεμο δεν είναι αρκετό για τις καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές ύαινες. Ζητάνε κι άλλο αίμα, κι άλλα βάσανα από τις εργατικές μάζες. Ο καπιταλισμός τρέφεται με ανθρώπινο αίμα και με ανθρώπινες σάρκες. Το τέρας αυτό δεν μπορεί να ζήση δίχως πολέμους και σφαγές.

Πραγματικά ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918 δεν ετελείωσε ακόμη. Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας δείχνει καθαρά ότι μια διαρκής απειλή πολέμου κρέμεται πάνω από τον κόσμο και προπάντων στη Βαλκανική. Η εθνικιστική ελληνική αστική τάξη, κάτω απ’ τη μάσκα του «πανελληνισμού» και σπρωχνόμενη απ’ τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, προσπαθεί να πραγματοποιήσει στη Μικρά Ασία τα κατακτητικά της σχέδια εναντίον της Τουρκίας.

Στη Γιουγκοσλαβία, η καπιταλιστική, φεουδαρχική και μοναρχικό-ιμπεριαλιστική κλίκα που κατέχει την εξουσία, θα ήθελε πάλι να ξαναπατήσει τα εδάφη των γειτονικών χωρών και τροχίζει τα δόντια της για να κατακτήσει άλλες αλλοεθνείς μάζες. Η κλίκα αυτή, τυφλό όργανο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Αντάντ και σπρωχνόμενη απ’ το παράδειγμα της Γαλλίας και της Αγγλίας απέναντι της Γερμανίας, προετοιμάζει κρυφά την κατάληψη του ανατολικού μέρους της Βουλγαρίας με τα ανθρακωρυχεία του Πέρνεγκ [1], για να εξασφαλίσει δήθεν την πληρωμή της πολεμικής αποζημιώσεως από μέρους της νικημένης Βουλγαρίας. Κι αυτό το κάνει εκ συμφώνου με τους ιμπεριαλιστάς και μοναρχικούς τυχοδιώκτες της Ρουμανίας και της Ελλάδος. Ταυτοχρόνως η Γιουγκοσλαβική αστική τάξη κι οι μιλιταριστές της εξακολουθούν την ιμπεριαλιστικήν πολιτική των κατακτήσεων στην Αλβανία, εμποδίζοντας έτσι την εξέλιξη της εθνικής και πολιτικής στερεοποιήσεως του Αλβανικού λαού. Η πολιτική αυτή της Γιουγκοσλαβικής αστικής τάξεως ανταποκρίνεται τελείως προς την πολιτική των Ιταλών και των Ελλήνων ιμπεριαλιστών για το ζήτημα τούτο.

Η απειλή του πολέμου υπάρχει ακόμη και στη Δυτική Ευρώπη. Η αδυναμία στην οποία βρίσκεται η νικημένη Γερμανία για να πληρώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις οδηγεί στη στρατιωτική κατάληψή Γερμανικών εδαφών και επομένως σε καινούργιο πόλεμο. Απάνω όμως από όλα αυτά, στην ημερησία διάταξης βρίσκεται διαρκώς η προετοιμασία μιας ένοπλης επεμβάσεων εναντίον της Σοβιετικής Ρωσία από μέρους της καπιταλιστικής αντιδράσεως και αντεπαναστάσεως, προετοιμασία, την οποίαν προσπαθούν ν’ αναθέσουν κυρίως στις μικρές καπιταλιστικές χώρες της Βαλκανικής και στις χώρες που αποτελούν τη «Μικρή Αντάντ».[2]

Σύντροφοι εργάται και χωρικοί!

Όπως βλέπετε καθαρά σήμερα ο αιματηρός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918 δεν ετελείωσε ακόμη και δεν θα μπορέσει να τελειώσει εφόσον υπάρχει το καπιταλιστικό καθεστώς μέσα στο οποίο βρίσκονται οι βαθιές αιτίες του. Ο πόλεμος αυτός που διαρκεί ακόμα και απειλεί τις εξαντλημένες και καταματωμένες εργατικές μάζες με καινούργια βάσανα, έχει μεταβάλει τον κόσμο σ’ ένα σωρό από ανθρώπινα κόκκαλα, τον έχει καταστρέψει, τον έχει ρημάξει τελείως. Στον παγκόσμιο πόλεμο όχι μονάχα εκατομμύρια άνθρωποι χαθήκανε, αλλά και όλος ο εθνικός πλούτος των χωρών που πολεμήσανε καταστράφηκε τελείως. Η οικονομική κρίσις που γέννησε ο πόλεμος, κυριαρχεί σ’ όλες τις χώρες, στις νικήτριες και στις νικημένες. Το καπιταλιστικό σύστημα της παραγωγής έχει χτυπηθεί στις ρίζες του και έχει ξεχαρβαλωθεί εντελώς. Η αναρχία που πάντα συνόδευε το καπιταλιστικό σύστημα της παραγωγής έφτασε στην περίοδο εκείνη της αναπτύξεώς της, όπου δεν είναι πια σε θέση να ικανοποιήσει ούτε τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της κοινωνικής καταναλώσεως. Η καπιταλιστική κοινωνία μπήκε στη φάση της τελείας αποσυνθέσεως και του θανάτου της. Η ανθρωπότης σήμερα βρίσκεται μπροστά σ’ ένα δίλημμα. Ή να καταργήσει τον καπιταλισμό για να σωθεί απ’ τη σημερινή αφάνταστη ηλιθιότητα ή να βουλιάξει σε μια αθλιότητα πιο μεγάλη ακόμα. Να πέσει σε τέλειο φυσικό εκφυλισμό, που τον ακολουθεί ένας αργός αλλά σταθερός θάνατος.

Η οικονομική κρίσι που γεννήθηκε απ’ τον πόλεμο γίνεται κάθε μέρα μεγαλύτερη και βαθύτερη. Το καπιταλιστικό καθεστώς διαλύεται και καταστρέφεται. Όλες οι προσπάθειες των καπιταλιστικών τάξεων του κόσμου για να ξαναφέρουν την παραγωγή τους στην κανονική της κατάσταση, στάθηκαν άκαρπες και απατηλές. Σήμερα, η κρίσι αυτή συνοδεύεται από αναδουλειά που κάθε μέρα αυξάνει σ’ όλες τις χώρες, από ακρίβεια που διαρκώς μεγαλώνει και από ξεχαρβάλωμα του διεθνούς εμπορίου που όσο πάει γίνεται πιο βαθύ. Όλα τα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης, είτε νικήσανε είτε νικηθήκανε, έχουν καταστραφεί όχι μονάχα οικονομικώς αλλά και χρηματικώς. Τα δημόσια χρέη των χωρών αυτών εφτάσανε σε μυθικούς αριθμούς. Ο κίνδυνος της χρηματιστικής χρεωκοπίας κρέμεται απάνω σ’ όλες τις χώρες.

Εξάλλου, η αυξανομένη οικονομική και χρηματιστική κρίση γρηγορεύει διαρκώς την πρόοδο των μαζών του εργαζόμενου λαού στις πόλεις καθώς και στα χωριά και μ’ αυτό ακριβώς τις κάνει ολοένα πιο επαναστατικές. Όσο πιο ανίκανες δείχνονται οι καπιταλιστικές τάξεις ν’ ανυψώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και να σώσουν τις εργατικές μάζες απ’ τη βαθιά δυστυχία, μέσα στην οποία ζούνε, τόσο πιο επαναστατικές γίνονται οι μάζες και τόσο περισσότερο σπρώχνονται προς τον αγώνα ζωής και θανάτου εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος, που γεννάει αυτή τη δυστυχία. Γι’ αυτό οι ανταγωνισμοί των τάξεων γίνονται ολοένα βαθύτεροι.

Η πάλη των τάξεων, η πάλη που γίνεται μεταξύ της αστικής τάξεως και του προλεταριάτου παίρνει μορφές ολοένα βιαιότερες και δραστικότερες. Το αδιάκοπο αυτό δυνάμωμα των ανταγωνισμών των τάξεων, εκδηλώνεται προ πάντων με τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των απεργιών και των οικονομικών αγώνων, που όχι μονάχα έχουν χαρακτήρα πολιτικών αγώνων, αλλά πολλές φορές οδηγούν απευθείας στον εμφύλιο πόλεμο.

Η μοναδική διέξοδος που μπορούνε να βρούνε οι αστικές τάξεις όλων των χωρών για να βγούνε απ’ την οικονομική και χρηματιστική κρίσι, είναι το ν’ αυξήσουν την εκμετάλλευση και την κλεψιά εναντίον των εργατικών μαζών, να επιβαρύνουν συστηματικά τους όρους της εργασίας δηλαδή να πάψουν να μεγαλώνουν τη δυστυχία των μαζών αυτών. Αλλά εναντίον αυτού φυσικά οι καταπιεζόμενες εργατικές μάζες αγωνίζονται μ’ όλη τους τη δύναμη. Η συνείδησης τάξεως αναπτύσσεται ολοένα στις μάζες αυτές και ωριμάζει την επαναστατική τους θέλησιν για να γκρεμίσουν τελείως τον καπιταλισμό.

Η προλεταριακή επανάσταση της Ρωσίας ανοίγοντας την εποχή του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου για την άμεση κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και την οργάνωσή της κομμουνιστικής παραγωγής, έδειξε στο προλεταριάτο όλου του κόσμου το δρόμο που οδηγεί προς την ολοκληρωτική απελευθέρωση. Η Ρωσία των Σοβιέτ έγινε το φρούριο της παγκόσμιας προλεταριακής επαναστάσεως που τα κύματά της πλημμυρίζουν ακατανίκητα ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Οι προλεταριακές και αγροτικές μάζες όλων των χωρών σχηματίζουν ακατάπαυστα το ενιαίο μέτωπο του αγώνα εναντίον του καπιταλιστικού καθεστώτος της εκμεταλλεύσεως και της δικτατορίας. Τα επαναστατικά κομμουνιστικά κινήματα των καταπιεζομένων εργατικών και αγροτικών μαζών μεγαλώνουν σ’ όλες τις χώρες. Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται ως ο μοναδικός σωτήρας που θα σώσει τον εργατικό κόσμο απ’ την πολιτική, κοινωνική και εθνική σκλαβιά, όπου τον έριξε ο καπιταλισμός.

Απ’ τη μια μεριά, το δυνάμωμα της οικονομικής και χρηματιστικής κρίσεως, κι απ’ την άλλη η ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων και κινημάτων, αναγκάζουν τις αστικές τάξεις όλων των χωρών να καταφύγουν σε βίαιη αντίδρασή και χτηνώδη δικτατορία απέναντι των εργατικών μαζών. Σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες η κοινωνική και πολιτική αντίδραση γίνεται διαρκώς μεγαλύτερη. Η λευκή τρομοκρατία όσο πάει γίνεται το μοναδικό μέσο της αστικής τάξεως στον αγώνα της εναντίον της επαναστατημένης εργατικής τάξεως. Με την αντίδραση στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, με την κατάργηση της κοινωνικής νομοθεσίας κλπ. η διεθνής αστική τάξη προσπαθεί ν’ ανανεώσει την οικονομία της και να νικήσει την οικονομική και χρηματιστική κρίσι, μέσα στην οποία πνίγεται, ενώ με την αντίδραση στο πολιτικό επίπεδο σβήνοντας και τα τελευταία ίχνη του δημοκρατικού της συστήματος, καταργώντας τη νομιμότητα και την πολιτική ελευθερία για τις εργατικές μάζες, προσπαθεί να πνίξει το προλεταριακό κομμουνιστικό κίνημα σ’ όλες τις χώρες.

Στη σημερινή εποχή της κρίσεως που περνάει το καπιταλιστικό καθεστώς, η αντίδραση αυτή εκδηλώνεται με τις συνδυασμένες επιθέσεις των δυνάμεων του κράτους και των μισθωτών πολιτικών συμμοριών, λ.χ. των Φασίστι στην Ιταλία, των Όμπερς στη Γερμανία, των Εθελοντών στη Γιουγκοσλαβία κτλ.[3]

Επειδή η κρίση του καπιταλισμού είναι διεθνής στα αίτια και στ’ αποτελέσματά της, γι’ αυτό κι η αντίδραση της αστικής τάξεως εναντίον των εργατικών μαζών είναι επίσης διεθνής στους σκοπούς και στ’ αποτελέσματά της. Η αστική τάξη σ’ όλες τις χώρες εφαρμόζει σχεδόν τις ίδιες βάναυσες και χτηνώδεις μορφές της αντιδράσεως. Αλλά πιο βάναυση και πιο χτηνώδη μορφή έχει η καπιταλιστική αντίδραση στις Βαλκανικές χώρες, γιατί κι η οικονομική και πολιτική κρίσι σ’ αυτές είναι πιο βαθιά και πιο δυνατή.

Σύντροφοι εργάτες και χωρικοί!

Οι Βαλκανικές χώρες όχι μονάχα δώσανε το ανώτατο όριο των ανθρωπίνων υπάρξεων στον παγκόσμιο πόλεμο, αλλά καταστράφηκαν οικονομικώς και χρηματιστικώς πολύ περισσότερο απ’ τις άλλες χώρες.

Ο εθνικός πλούτος των βαλκανικών χωρών καταστράφηκε σχεδόν εντελώς. Η βιομηχανία, το εμπόριο κι η γεωργία ρημάχτηκαν τελείως. Τα δημόσια χρέη, που προέρχονται από τα δάνεια που κλείσανε οι αστικές κυβερνήσεις προ πάντων για να κάμουν τους πολέμους και για να συντηρήσουν το μιλιταρισμό και τη γραφειοκρατία, φτάνουν σε τεράστιους αριθμούς. Η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία κι η Ελλάδα, χώρες κυρίως αγροτικές, εχάσανε στον πόλεμο και εξ αιτίας του πολέμου απάνω από τα δύο τρίτα των ζώων της δουλειάς (άλογα και βόδια) που παίζουν σημαντικό ρόλο, με τους όρους της σημερινής καλλιέργειας των χωρών αυτών. Οι τεράστιες απώλειες των ζώων της δουλειάς μαζί με τις απώλειες της ανθρώπινης δυνάμεως εργασίας εδημιούργησαν ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα στη γεωργική τους παραγωγή. Η ακρίβεια του ψωμιού και άλλων γεωργικών προϊόντων είναι πολύ μεγάλη στις χώρες της Βαλκανικής.

Η οικονομική κρίσι στις βαλκανικές χώρες εκδηλώνεται κυρίως με μια στασιμότητα της παραγωγής και μ’ ένα γενικό οικονομικό χάος, που όλο το βάρος του πέφτει προπάντων στη ράχη των εργατικών μαζών του πληθυσμού. Τα γενικά αίτια της αδυναμίας να κατανικηθεί αύτη η οικονομική κρίση και ν’ αποκατασταθεί η παραγωγή απάνω στην καπιταλιστική βάση, στις βαλκανικές χώρες τα ενισχύει και η απίστευτη ανικανότης της βαλκανικής αστικής τάξεως, που δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα απολύτως από το σημερινό οικονομικό χάος και να καθορίσει τη στάση της. Πρωτοφανής αναδουλειά επικρατεί στις βαλκανικές χώρες.

Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο, δεν αποκαταστάθηκαν, γιατί εξαιτίας της γενικής πολιτικής καταστάσεως και του χάους στο οποίο βρίσκεται το συνάλλαγμα, η αστική τάξη δεν θέλησε να διαθέσει τα κεφάλαιά της για την αποκατάσταση της οικονομικής ζωής. Βρήκε έδαφος πολύ επικερδέστερο για τα κεφάλαιά της και ρίχτηκε μ’ όλες τις δυνάμεις της στην κερδοσκοπία. Σχεδόν ολόκληρο το βιομηχανικό κεφάλαιο των Βαλκανίων έχει μεταβληθεί κι έχει πάρει μια μορφή πολύ πιο κερδοφόρα, τη μορφή του εμπορομεσιτικού κεφαλαίου. Η κατάσταση αυτή προσελκύει ολοένα περισσότερα ξένα κεφάλαια, που είναι σημαντικότερα και επομένως, μπορούν να εκτεθούνε σε περισσοτέρους κινδύνους. Τα ξένα κεφάλαια χώνονται ολοένα περισσότερο στις βαλκανικές χώρες και ολοένα περισσότερο κυριαρχούν σ’ όλους τους σπουδαίους κλάδους της οικονομικής ζωής των χωρών αυτών. Οι αστικές τάξεις των Βαλκανίων δεν μπορούν ν’ αντιταχθούν στη διείσδυση αυτή, γιατί οι χώρες τους βρίσκονται οικονομικώς τελείως υποδουλωμένες στα ιμπεριαλιστικά κράτη της Αντάντ.

Το οικονομικό και χρηματιστικό χάος στο οποίο βρίσκονται οι βαλκανικές χώρες δημιουργεί γι’ αυτές και το πολιτικό χάος. Οι βαλκανικές χώρες θεωρούνται ως χώρες πολιτικώς ανεξάρτητες. Αλλά η ανεξαρτησία αυτή είναι μονάχα φαινομενική. Πραγματικά βρίσκονται σε αποικιακή υποδούλωση απέναντι του χρηματιστικού κεφαλαίου της Ευρώπης και πολιτικώς επίσης είναι υποδουλωμένες στις καπιταλιστικές δυνάμεις.

Οι Βαλκανικές χώρες δεν έχουν δική τους πολιτική, ούτε εξωτερική, ούτε εσωτερική. Οι αστικές κυβερνήσεις των Βαλκανίων είναι ανδρείκελα στα χέρια των κυρίων του χρηματιστηρίου του Παρισίου και του Λονδίνου. Στο Βελιγράδι, στη Σόφια, στο Βουκουρέστι, στην Αθήνα, χορεύουν όπως τους προστάζουν απ’ το Παρίσι κι απ’ το Λονδίνο. Η ίδια εγκληματική πολιτική που κρατούσαν οι κλίκες κι οι δυναστείες, η πολιτική δηλαδή του να πουλάνε τα συμφέροντα των λαών τους στη μια ή στην άλλη ομάδα των καπιταλιστικών δυνάμεων, εξακολουθεί ακόμα και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό. Οι αστικές τάξεις κι οι δυναστείες των Βαλκανίων κερδοσκοπούν ακόμη και σήμερα με τα συμφέροντα των λαών τους που τους σκλαβώνουν στο παγκόσμιο κεφάλαιο όχι μονάχα οικονομικώς και χρηματιστικώς, αλλά ακόμη και πολιτικώς και εθνικώς.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι λαοί της Βαλκανικής όχι μονάχα καταπιέζονται οικονομικώς και υποδουλωμένοι πολιτικώς και εθνικώς. Η εθνικιστική πολιτική της Βαλκανικής αστικής τάξεως χρεωκόπησε τελείως. Τα συνθήματα του αστικού εθνικισμού, όπως η «εθνική ενότης», η «εθνική ελευθερία», η «εθνική ανεξαρτησία» κλπ. αποδείχθηκαν εντελώς ψεύτικα. Οι λαοί της Βαλκανικής, που χύσανε ποτάμια το αίμα τους, δεν επέτυχαν ούτε την εθνικήν τους ενότητα ούτε την εθνική τους ελευθερία.

Η Γιουγκοσλαβία, ως εθνικό κράτος, περνάει σήμερα μια εξαιρετικά δύσκολη εθνική κρίση, που έχει κεφαλαιώδη σημασία. Οι θρησκευτικοί και τοπικιστικοί ανταγωνισμοί απειλούν αυτή την ύπαρξή της. Η εθνική ενότης του Γιουγκοσλαβικού λαού είναι τελείως αδύνατη, αφ’ ενός μεν γιατί γενικώς δεν μπορεί να λυθεί το εθνικό ζήτημα εφόσον υπάρχει ο καπιταλισμός, αφ’ ετέρου δε, χάρη στην πολιτική μιας φεουδαρχοκαπιταλιστικής κλίκας, που αποτελείται από αντιπροσώπους του Ριζοσπαστικού, του Δημοκρατικού και του Μουσουλμανικού κόμματος[4] και υποστηρίζεται από μια διεφθαρμένη και κυνική αυλική καμαρίλα, καθώς κι από μια πραιτοριανή οργάνωση αξιωματικών, που ονομάζεται «Το Μαύρο Χέρι»[5]. Η κλίκα αυτή που έχει πάρει όλη την εξουσία στα χέρια της και κυριαρχεί με τη βοήθεια μιας κτηνώδους δικτατορίας, προσπαθεί σήμερα, μέσα στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση, να επιβάλει στο Γιουγκοσλαβικό λαό ένα σύνταγμα τερατωδώς αντιδραστικό που με τη βοήθεια ενός αστυνομικού και γραφειοκρατικού συγκεντρωτικού συστήματος, θα εξασφαλίσει πλήρη ηγεμονία και απεριόριστη κλεψιά στους Γιουγκοσλάβους τραπεζίτες και νεόπλουτους και θα ενισχύσει το κύρος και το γόητρο της Γιουγκοσλαβικής δυναστείας.

Στη Βουλγαρία επίσης η αστική τάξης είδε το κραχ της εθνικιστικής της πολιτικής. Η εγκληματική πολιτική των αστικών κυβερνήσεων και κομμάτων, που υποστηρίζεται από τους μοναρχικούς και μιλιταριστές τυχοδιώκτες, έριξε τη Βουλγαρία σε εθνική καταστροφή. Ο Βουλγαρικός λαός αφού έχυσε τόσο αίμα, δεν εκέρδισε την εθνική του ενότητα αλλά απεναντίας, ίσα-ίσα σήμερα είναι εθνικώς χωρισμένος. Η ίδια χρεωκοπημένη πολιτική των αστικών κομμάτων εξακολουθεί ακόμη στη Βουλγαρία, αλλά με διαφορετικές μορφές. Η αγροτική κυβέρνηση[6] της Βουλγαρίας έγινε κι αυτή όργανο στα χέρια των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων, απαράλλαχτα όπως ήτανε οι παλιές αστικές κυβερνήσεις. Οι Βούλγαροι [… ΣτΜ: αδιευκρίνιστο … ] που ανέβηκαν στην εξουσία με τις δημαγωγικές υποσχέσεις, ανέλαβαν να σώσουν το καπιταλιστικό καθεστώς που έχει χάσει κάθε υπόληψη στα μάτια των εργατικών και αγροτικών μαζών της Βουλγαρίας.

Στη Ρουμανία βασιλεύει μια ολιγαρχία μπογιάρων[7] και κεφαλαιούχων, μόνο και μόνο με τη βοήθεια μιας στρατιωτικής δικτατορίας και πνίγοντας άγρια το επαναστατικό κίνημα των Ρουμάνων εργατών και χωρικών. Η Ρουμανία είναι κι αυτή ένα τυφλό όργανο στα χέρια του ιμπεριαλισμού της Αντάντ και η Ρουμανική αστική τάξη έχει γίνει ο πιο αφοσιωμένος υπηρέτης του αντεπαναστατικού αγώνα εναντίον της Ρωσίας των Σοβιέτ. Οι Ρουμάνοι μπογιάροι και κεφαλαιούχοι, για να σώσουν το καθεστώς τους, της βίας και του αίματος, είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή να ρίξουν τη χώρα τους σε οποιαδήποτε πολεμική περιπέτεια εναντίον του Ρωσικού προλεταριακού κράτους.

Στην Ελλάδα η πολιτική των κατακτήσεων έπαθε επίσης πανωλεθρία. Η Ελληνική αστική τάξη έσπρωξε τον Ελληνικό λαό στον πόλεμο κατά των Τούρκων.

[ ….. το κείμενο διακόπτεται εδώ προσωρινά εξαιτίας λογοκρισίας ….. ]

Η τέλεια χρεωκοπία της εθνικιστικής πολιτικής στα Βαλκάνια έρχεται να δείξει στις Βαλκανικές εργατικές τάξεις ότι η ηθική απελευθέρωση και ενότης είναι πράμα ακατόρθωτο, μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, προπάντων με τη σημερινή ιμπεριαλιστική μορφή που έχει η κοινωνία αυτή. Η απελευθέρωση και η ενότης αυτή δεν θα πραγματοποιηθεί παρά με ένα σταθερό και αδιάκοπον αγώνα τάξεων, αγώνα που θα αναλάβει η εργατική κι η αγροτική τάξη και με την πλήρη νίκη της επαναστάσεώς τους. Η επανάσταση των Ρώσων εργατών και χωρικών και η πολιτική της Σοβ. Ρωσίας στα τρία τελευταία χρόνια το δείχνει καθαρά. Σήμερα οι υπόδουλοι λαοί στον εθνικό και κοινωνικό απελευθερωτικό αγώνα τους βρίσκουν υποστήριξη μονάχα απ’ την Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ρωσίας.

Οι εργατικές μάζες της Βαλκανικής θα πετύχουν την εθνική και την κοινωνική τους απελευθέρωση μονάχα όταν θα συγκεντρωθούν και ενωθούν κάτω απ’ τη σημαία του κομμουνισμού για να γκρεμίσουν το καπιταλιστικό καθεστώς, να ιδρύσουν τη δικτατορία των εργατών και χωρικών και να εγκαταστήσουν στα Βαλκάνια την εξουσία των Σοβιέτ.

Σύντροφοι εργάτες και χωρικοί!

Η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία, που αποτελείται από τα κομμουνιστικά κόμματα της Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Ελλάδας έχει αναλάβει ως κυριότερο έργο, το έργο της ενώσεως και της κατευθύνσεως των επαναστατικών αγώνων των εργατών και των χωρικών της Βαλκανικής.

Η νίκη της προλεταριακής επαναστάσεως και ο θρίαμβος του κομμουνισμού στις Βαλκανικές χώρες απαιτούν τη δημιουργία ενιαίου μετώπου των χωρικών εναντίον των αστικών των τάξεων. Ο προορισμός της Μικράς Αντάντ, που ιδρύθηκε από τις κυρίαρχες τάξεις των νοτιοανατολικών και των Βαλκανικών χωρών είναι να προσέχει να μην εκραγεί η επανάσταση στην Εγγύς Ανατολή. Εναντίον αυτής οι εργατικές και αγροτικές μάζες πρέπει ν’ αναλάβουν ως ιστορική τους υποχρέωση την πραγματοποίηση της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ της Βαλκανικής, που μόνη είναι ικανή να κάμει μόνιμη τη νίκη της προλεταριακής επαναστάσεως στις βαλκανικές χώρες και ενώνοντας τους βαλκανικούς λαούς, να εξασφαλίσει την κοινωνική τους ανάπτυξη, που είναι ακατόρθωτη με το σημερινό εθνικό και οικονομικό χωρισμό τους.

Τα θύματα κι οι καταστροφές του παγκοσμίου πολέμου, η βαθιά οικονομική κρίσις, η χρεωκοπία της πολιτικής και εθνικιστικής αστικής τάξεως και των σοσιαλπατριωτών και κεντριστών λακέδων τους – όλα αυτά δίνουν μια δυνατή ώθησή στο επαναστατικό κίνημα των εργαζομένων μαζών της Βαλκανικής. Οι μεγάλες εκλογικές επιτυχίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας τον χρόνο που μας πέρασε, δείχνουν την σταθερή τους ανάπτυξη και την ολοένα μεγαλυτέρα επιρροή τους. Το μεγάλωμα των Κομμουνιστικών Κομμάτων ταράζει τον ύπνο των Βαλκανικών εκμεταλλευτών και τυράννων, γιατί στο μεγάλωμα αυτό βλέπουν το θανάσιμο κίνδυνο για το δικό τους καθεστώς του αίματος και της κλεψιάς. Γι’ αυτό οι Βαλκανικές κυβερνήσεις αρχίζουν άγρια αντίδραση και τρομοκρατία εναντίον των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η αντίδρασης αυτή, η τρομοκρατία αυτή χτυπάει σήμερα αλύπητα στη Γιουγκοσλαβία, στη Ρουμανία, στην Ελλάδα. Στη Γιουγκοσλαβία, το κομμουνιστικό κόμμα έχει τεθεί εκτός νόμου, οι οργανώσεις του έχουν παφθεί, οι εφημερίδες του έχουν παφθεί, τα μέλη του φυλακίζονται και καταδιώκονται σαν άγρια ζώα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κομμουνιστικά κόμματα της Ρουμανίας και της Ελλάδας. Αλλά και στη Βουλγαρία, το κομμουνιστικό κόμμα δεν εγλύτωσε τις καταδιώξεις και τις βιαιότητες που εξασκεί εναντίον η αγροτική δημοκρατία που βρίσκεται στην εξουσία.

Οι αστικές κυβερνήσεις της Βαλκανικής λαμβάνουν άγρια μέτρα εναντίον των κομμουνιστικών κομμάτων όχι μονάχα εξ αιτίας της αναπτύξεως του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και γιατί είναι σύμμαχοι και υπηρέτες της παγκόσμιας αντεπαναστάσεως, που θέλει να δημιουργήσει στα Βαλκάνια τη βάση μιας ένοπλης επεμβάσεως εναντίον της Ρωσίας των Σοβιέτ, γιατί τα Βαλκάνια συνορεύουν με τη Ρωσία των Σοβιέτ και τέλος γιατί φοβούνται την Προλεταριακή Επανάσταση των Βαλκανίων που δεν απέχει πολύ.

Αλλά τα διαβολικά σχέδια της Βαλκανικής αστικής τάξεως δεν θα πετύχουν. Δεν μπορεί να πνίξουνε το κομμουνιστικό κίνημα στις Βαλκανικές χώρες με την αντίδραση, με την τρομοκρατία με τη δικτατορία. Τα κομμουνιστικά κόμματα της Βαλκανικής, μ’ όλο το στρατιωτικό νόμο και τις άγριες καταδιώξεις από μέρους της αστικής τάξεως, θα εξακολουθήσουν να μεγαλώνουν αδιάκοπα. Ο Κομμουνισμός είναι ιστορική ανάγκη. Είναι το κίνημα των καταπιεζομένων μαζών που αποβλέπουν προς την κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση τους από τον καπιταλιστικόν ζυγό. Καμιά δύναμη δεν μπορεί να σταματήσει την τροχιά της ιστορικής εξελίξεως. Οι κομμουνιστές αγωνιστές οδηγούνται απ’ την ιστορίαν.

Σύντροφοι εργάτες και χωρικοί!

Η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία σας καλεί κάτω απ’ την Κόκκινη Επαναστατική Σημαία της. Πυκνώστε τις τάξεις των κομμουνιστικών σας κομμάτων. Σηκώστε περήφανα το μέτωπο σας και ταχτείτε με θάρρος στον αγώνα εναντίον της αστικής αντιδράσεως και των σοσιαλπατριωτών και κεντριστών υπηρετών της!

Αγωνιστείτε με καρδιά εναντίον όλων των πολεμικών περιπετειών που τις διευθύνουν ή τις προετοιμάζουν οι καπιταλιστικές και μιλιταριστικές κλίκες της Βαλκανικής. Ετοιμαστείτε ν’ αποκρούσετε κάθε επίθεση της παγκόσμιας αντεπαναστάσεως εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας από το μέρος της Βαλκανικής και με τη βοήθεια των Βαλκανικών αστικών τάξεων!

Διαλαλήστε δυνατά το σύνθημα της ειρήνης και της αδελφικής συνεννοήσεως με τη μεγάλη κομμουνιστική πατρίδα!

Βρισκόμαστε στις παραμονές μεγάλων γεγονότων κι αι αποφάσεις που πρέπει να λάβουμε σχετικά με τα γεγονότα αυτά έχουν εξαιρετική σημασία. Ας είμαστε διαρκώς έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα και να εφαρμόσουμε τις αναγκαίες λύσεις.

Ο δρόμος μας είναι δύσκολος, αλλά μόνο αυτός οδηγεί στη νίκη του μεγάλου μας ιδανικού, του Κομμουνισμού.

Ζήτω ο κοινός αγώνας των Επαναστατών Εργατών και Χωρικών της Βαλκανικής!

Ζήτω η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία!

Ζήτω η Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία των Σοβιέτ της Βαλκανικής!

Ζήτω η Κομμουνιστική Διεθνής!

Ζήτω ο Κομμουνισμός!

7 Μαΐου 1921

Η Εκτελεστική Επιτροπή της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εδώ υπάρχει προφανώς ένα λάθος στην μετάφραση του Ριζοσπάστη καθώς η πόλη του Πέρνιγκ (80 χιλιάδες κάτοικοι στις μέρες μας), έδρα ιστορικά και τότε και τώρα των μεγαλύτερων και σημαντικότερων ορυχείων της Βουλγαρίας βρίσκεται στα ανατολικά της Σερβίας, δηλαδή στην δυτική μεριά της Βουλγαρίας.

2. Η Μικρή Αντάντ, ήταν η συμμαχία της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας και της Τσεχοσλοβακίας με σκοπό να αντιμετωπιστεί ο Ουγγρικός αναθεωρητισμός μετά την συνθήκη των Βερσαλλιών αλλά και η ΕΣΣΔ. Διαλύθηκε τυπικά το 1938 όταν η Γαλλία, συναίνεσε με την Αγγλία στην παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στην ναζιστική Γερμανία.

3. Ο Ριζοσπάστης χρησιμοποιεί την λέξη «Φασίστι» που είναι ο πληθυντικός της λέξης στα Ιταλικά. Οι «Όμπερς», που αναφέρει ο Ριζοσπάστης, πιθανότατα είναι οι ακροδεξιοί παραστρατιωτικοί «Freikorps Oberland». Αυτοί ήταν μια από τις πολλές παρακρατικές φασιστικές ομάδες της Γερμανίας -από την συγκεκριμένη θα βγουν αρκετοί ηγέτες των μεταγενέστερων ναζιστικών SA– που έλαβαν μέρος στην καταστολή των Σπαρτακιστών και εκείνη την εποχή μηχανορραφούσαν για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι «Εθελοντές», τέλος, ήταν ενώσεις Σέρβων αποστράτων και Κροατών νεολαίων του Δημοκρατικού Κόμματος που θα δημιουργήσουν λίγους μήνες μετά την Οργάνωση των Γιουγκοσλάβων Εθνικιστών, (Organizacija Jugoslavenskih Nacionalista – ORJUNA). Αυτή ήταν μια πρωτο-φασιστική οργάνωση που ήταν υπέρ ενός ισχυρά συγκεντρωτικού Γιουγκοσλαβικού κράτους και μάχονταν ενάντια στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και τις εθνικές αποσχιστικές οργανώσεις των Κροατών, των Ούγγρων της Βοϊβοντίνα, των Βόσνιων μουσουλμάνων και των Σλοβένων.

4. Το Λαϊκό Ριζοσπαστικό κόμμα Σερβίας και Γιουγκοσλαβίας ήταν το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα της χώρας. Ιδρύθηκε από τον Σβέτομαρ Μάρκοβιτς και τον Νίκολα Πάσιτς το 1881 ως κόμμα φιλελεύθερο, επαναστατικό, φεντεραλιστικό και με επιρροές έως και από τον Δημοκρατικό Πανσλαβισμό του Μπακούνιν. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1890 μετατράπηκε σε ένα εθνικιστικό κεντροδεξιό κόμμα που πήρε μέρος σε πολλές κυβερνήσεις της Σερβίας και της πρώτης Γιουγκοσλαβίας μέχρι το 1928, όταν ο βασιλιάς κήρυξε δικτατορία και έπαυσε όλα τα πολιτικά κόμματα. Το Δημοκρατικό κόμμα Γιουγκοσλαβίας ήταν ένα κεντρώο φιλελεύθερο κόμμα που ιδρύθηκε το 1918 κυρίως από Σλοβένους αστούς πολιτικούς και αργότερα πλαισιώθηκε και από Κροάτες, Σέρβους, Βόσνιους και Μαυροβούνιους. Αν και ήταν υπέρ της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας απέφευγε να ταυτιστεί με τον κυρίαρχο Σερβικό εθνικισμό και έτσι πάντα είχε μεγαλύτερη δύναμη στις περιοχές που πλειοψηφούσαν οι άλλες εθνότητες. Συμμετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις, μόνο του ή σε συνεργασία με άλλα κόμματα. Τέλος, το Μουσουλμανικό κόμμα στο οποίο αναφέρεται εδώ η ΒΚΟ, είναι το κυρίαρχο αστικό κόμμα των μουσουλμάνων της Βοσνίας που ονομάζονταν Γιουγκοσλαβική Μουσουλμανική Οργάνωση. Εκείνη την εποχή, μεταξύ 1921 και 1922 βρίσκονταν σε προσωρινή συμμαχία με τα εθνικιστικά Σερβικά κόμματα για να πετύχει παραχωρήσεις στο υπό διαμόρφωση σύνταγμα της χώρας.

5. Η «Μαύρη Χείρα» ήταν παραστρατιωτική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε από αξιωματικούς του Σερβικού στρατού οι οποίοι συμμετείχαν στο αιματηρό πραξικόπημα του 1903 που οδήγησε στην βίαιη εκθρόνιση της δυναστείας των Ομπρένοβιτς και την αντικατάστασή της από την δυναστεία των Καραγιώργεβιτς. Η οργάνωση αυτή είχε πανγιουγκοσλαβική εθνικιστική ιδεολογία και έπαιξε σημαντικό ρόλο τόσο στον Μακεδονικό αγώνα από μεριάς Σερβίας όσο και ασκώντας πίεση έναντι των Σερβικών κυβερνήσεων σε εθνικιστική κατεύθυνση. Στο 1908, ίδρυσε και πολιτική πτέρυγα, την Narodna Odbrana (Λαϊκή Αυτοάμυνα) με στόχο την απελευθέρωση των Σερβικών και των άλλων Σλαβικών λαών που ζούσαν υπό τον ζυγό της Αυστροουγγαρίας. Στελέχη της όπως ο Μίσκο Γιοβάνοβιτς καθοδήγησαν την ομάδα των Σέρβων της Βοσνίας, υπό τον Γαβρίλο Πρίνσιπ, που εκτέλεσαν το 1914 τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο στο Σαράγεβο, δίνοντας την αφορμή για το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Η οργάνωση διαλύθηκε τυπικά το 1917 στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του Βαλκανικού μετώπου της Αντάντ. Τότε, με παρέμβαση των Αγγλογάλλων, πιέστηκε η εξόριστη στην Ελλάδα, Σερβική κυβέρνηση, να καταστείλει τους Σέρβους εθνικιστές στις τάξεις του στρατού που έθεταν θέματα Σερβικής διεκδίκησης της Θεσσαλονίκης προκαλώντας τριγμούς στις σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Σερβία. Ωστόσο, αρκετά στελέχη της επάνδρωσαν εθνικιστικές οργανώσεις μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

6. Η αγροτική κυβέρνηση Βουλγαρίας υπό την ηγεσία του αγροτιστή ηγέτη Αλεξάντερ Σταμπολίνσκι κυβέρνησε την Βουλγαρία από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και την στρατιωτική ήττα της χώρας, μέχρι τις 9 Ιουνίου του 1923. Τότε δηλαδή που ανατράπηκε από ένα αιματηρό ακροδεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα που στοίχησε την ζωή σε χιλιάδες υποστηρικτές του και κομμουνιστές (παρόλο τον παθητικό ρόλο του ΚΚ Βουλγαρίας που το θεώρησε ως μια «ενδοαστική κόντρα») καθώς και του ίδιου του Σταμπολίνσκι που δολοφονήθηκε αφού πρώτα βασανίστηκε από εθνικιστές της Σλαβομακεδονικής IMRO. H διακυβέρνηση Σταμπολίνσκι παρόλο που χαρακτηρίστηκε ως «δημοκρατικό διάλειμμα» στη χώρα, το μόνο που κατάφερε ήταν, συμβιβαζόμενη με την αντίδραση για να κρατηθεί στην εξουσία, να βυθίσει στην παθητικότητα και την προσαρμογή τις εξεγερμένες αγροτικές μάζες που έβγαιναν κατεστραμμένες από τις φλόγες του πολέμου και είχαν ξεσηκωθεί το 1918.

7. Οι Βογιάροι (ο Ριζοσπάστης τους αναφέρει ως «Μπογιάροι») της Ρουμανίας, ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της χώρας, κυρίως Ρωσικής, αλλά και Φαναριώτικης και Γερμανικής καταγωγής.

 [μετεγγραφή, επιμέλεια, πρόλογος και σημειώσεις Γιώργος Χλωρός]