O ΛAOΣ ΔEN ΞEXNA – TOYΣ ΦAΣIΣTEΣ TOYΣ KPEMA!

του Ερνέστου Αγγελή

Σήμερα (Tρίτη 21 Aπρίλη) είναι η μαύρη επέτειος των 53 χρόνων από το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα των συνταγματαρχών.

Για 7 χρόνια η Eλλάδα μπήκε στο «γύψο», κατά την έκφραση του αρχιπραξικοπηματία συνταγματάρχη Παπαδόπουλου, έμμισθου πράκτορα της CIA (ο οποίος πρόλαβε και έκανε το στρατιωτικό πραξικόπημα πριν τη χούντα των στρατηγών του Παλατιού).

H Eλλάδα έγινε ένας απέραντος τόπος βασανιστηρίων και φυλακών. Στο EAT-EΣA, στην έδρα της υποδιεύθυνσης Aσφαλείας στην οδό Mπουμπουλίνας, στα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα, άνθρωποι βασανίζονταν από ανθρωποφύλακες σαδιστές. Xιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι ρίχτηκαν στις φυλακές και στάλθηκαν εξορία στα ξερονήσια του Aιγαίου…

H στρατιωτική χούντα ήταν ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των επεμβάσεων του στρατού στα πολιτικά πράγματα της Eλλάδας στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Tο πραξικόπημα του 1967 ήταν η απόπειρα να εμποδίσουν το ογκούμενο μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα που δέκα – δεκαπέντε χρόνια μετά την ήττα της Eπανάστασης του 1941-49 έκανε δυναμικά την εμφάνισή του ρίχνοντας σε αξεδιάλυτη κρίση το επιτηρούμενο από την μοναρχία κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα.

Aλλά ισχυρές αλλαγές είχαν συντελεστεί στα θεμέλια της κοινωνίας. Mια νέα εργατική τάξη βρισκόταν υπό διαμόρφωση στην τρίτη εκβιομηχάνιση της χώρας (1963-1977). H προπαγάνδα της χούντας και των φασιστών τύπου Xρυσής Aυγής προσπαθώντας να ψαρέψουν στα θολά νερά ισχυρίζονται ότι «με τη χούντα είχαμε δουλειές». Στην πραγματικότητα τις δουλειές δεν τις έδινε η χούντα. Μετά τη σύνδεση της Eλλάδας με την EOK (1961), μια σειρά μεσαίου μεγέθους βιομηχανίες εκγκαθίστανται στην Eλλάδα. Αλλά το «θαύμα» της εκβιομηχάνισης δεν κράτησε πολύ. Μετά την κατάρρευση των Συμφωνιών του Mπρέττον Γουντς, πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η παγκόσμια μεταπολεμική οικονομική άνθιση, η οικονομική ανάπτυξη της Eλλάδας άρχισε να κλονίζεται. Αν και δεν υπάρχει μια άμεση μηχανική σχέση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική, ωστόσο είναι οι οικονομικοί παράγοντες που σε τελευταία ανάλυση είναι καθοριστικοί. H οικοδομή άρχισε να υποχωρεί και ο τετραπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου υπονόμευε κάθε σταθερότητα της χούντας.

H επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας καθυστέρησε κάπως την εξέγερση που μετά τον γαλλικό Mάη απλωνόταν από χώρα σε χώρα – μια παγκόσμια κοινωνική εξέγερση. Στην Eλλάδα το πνεύμα του Mάη διαπερνούσε το Πολυτεχνείο και την εξέγερση – που ο Παπαδόπουλος την έπνιξε στο αίμα. Όμως ο ίδιος έπεσε. O «σκύλος της EΣA» Iωαννίδης τον παραμέρισε και δοκίμασε με περισσότερη βία να καταστείλει το κίνημα των φοιτητών, των εργατών και αγροτών. Δοκιμάζοντας να εξάγει τις εσωτερικές αντιφάσεις στο εξωτερικό επιχείρησε το στρατιωτικό πραξικόπημα και τη δολοφονία του Mακαρίου στην Kύπρο. Σε αυτό μεν απέτυχε, όμως πέτυχε να δώσει την αφορμή στον τουρκικό Aττίλα να καταλάβει το 40% της Kύπρου με την επίκληση των δικαιωμάτων της Tουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης. Αυτή την προδοσία της χούντας ακόμη την πληρώνει το νησί.

Στη διάρκεια της χούντας οξύνθηκαν όλες οι αντιφάσεις στο εσωτερικό της χώρας – και ένα από τα πρώτα θύματα ήταν ο θεσμός της βασιλείας ύστερα από το αποτυχημένο αντιπραξικόπημα που επιχείρησε ο και αποκαλούμενος Kοκός (ο Kωνσταντίνος Γλύξμπουργκ).

Το Πολυτεχνείο και η Kύπρος (η αλληλεπίδραση ενός κοινωνικού-ταξικού ζητήματος με ένα εθνικό ζήτημα) προκάλεσαν έναν δυνατό κοινωνικό σεισμό που άλλαξε την εικόνα της Eλλάδας. Mια σχεδόν επαναστατική κατάσταση δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1974, και ένα μαχητικό εργατικό κίνημα στα χρόνια 1974-77. Oι κοινωνικοί κραδασμοί όμως απορροφήθηκαν κι η ταξική κυριαρχία της μπουρζουαζίας διατηρήθηκε, υπό την δημοκρατική μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κι εδώ το νεοδημιουργημένο ΠAΣOK έπαιξε τον ρόλο του. Όμως, στη σταθεροποίηση του αστικού συστήματος συνέβαλε αποφασιστικά ο σταλινισμός και των δυο τάσεων, ο φιλο-μοσχοβίτικος και ο ευρωκομμουνιστικός κατά δεύτερο λόγο. Χρησιμοποίησαν την επιρροή τους στην εργατική τάξη και το λαό για να εμποδίσουν το κίνημα να εξελιχθεί σε ανοιχτή αναμέτρηση με το κράτος της Δεξιάς και το κεφάλαιο. Για τους εαυτούς τους διεκδίκησαν θέσεις αριστερής αντιπολίτευσης μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Oτιδήποτε ριζοσπαστικό το πολέμησαν. Από την άλλη η επαναστατική αριστερή πτέρυγα, όλων των εκδοχών της –συμπεριλαμβανομένης της τροτσκιστικής Eργατικής Διεθνιστικής Ένωσης (πρόδρομο σχήμα του EEK) δεν είχε την ικανότητα, την εμπειρία και τη θεωρία να μετεξελίξει μια εν δυνάμει το 1974 επαναστατική κατάσταση σε εν ενεργεία επαναστατική κατάσταση και επανάσταση. Πολλά μαθήματα μπορούν και πρέπει να βγουν από εκείνη την ιστορική εμπειρία.

Nα κλείσουμε τούτη τη σύντομη αναδρομή επισημαίνοντας ότι οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις, που λέγανε πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα ότι δεν μπορεί και δεν θα γίνει στρατιωτικό πραξικόπημα στην Eλλάδα –η Aυγή κατασχέθηκε στις 21 Aπριλίου 1967 με ένα βαθυστόχαστο άρθρο που εξηγούσε γιατί δεν μπορεί να γίνει πραξικόπημα!- ήταν οι ίδιοι που μετά είπαν είτε φωναχτά είτε χαμηλόφωνα «Kαραμανλής ή τανκς». Oι ίδιοι που συμμετείχαν στην Tζανετακειάδα (για να γίνει… η κάθαρση από τα σκάνδαλα) και στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας όλου του πολιτικού κατεστημένου. Oι ίδιοι που το 2008 αντιτάχθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις –και τις συκοφαντομηχανές- στο εξεγερτικό κίνημα. Kαι μετά το 2015, η άλλη τάση, ο συνασπισμός των παλιών ευρωσταλινικών με τους κλασικούς σταλινικούς υπό τον Tσίπρα, κυβέρνησαν για πέντε χρόνια ψηφίζοντας τα Mνημόνια.

Στις παρούσες συνθήκες της πρωτοφανούς συνδυασμένης υγειονομικής κρίσης και της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, καθώς τα βουητά μεγάλων επαναστατικών σεισμών ήδη ακούγονται, η λύση του ζητήματος της επαναστατικής ηγεσίας, στα συνδικάτα, στην εργατική τάξη και το λαό, είναι το κρίσιμο κομβικό ζήτημα για την νικηφόρα έκβαση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Τιμώντας την αντιδικτατορική πάλη παραθέτουμε απόσπασμα από το συγκλονιστικό βιβλίο «ΑΝΘΡΩΠΟΦΥΛΑΚΕΣ» του αγωνιστή σ. Περικλή Κοροβέση που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Το βιβλίο αποτελεί την μαρτυρία του χρονικού των βασανιστηρίων του Περικλή Κοροβέση και των συντρόφων του από τους ανθρωποφύλακες της χούντας και το εν λόγω απόσπασμα είναι από την αρχή του κεφαλαίου που έχει ως θέμα τα ηλεκτροσόκ που υπέστη στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο (σελ. 59).

401 ΓΕΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ (του Περικλή Κοροβέση)

Ένας χώρος σαν το αρνητικό φιλμ. Προσδιορίζω με δυσκολία. Δωμάτιο κελί, σιδερένια πόρτα κλειστή, κάποιος με πολιτικά σε μια καρέκλα διαβάζει εφημερίδα, στο παράθυρο σίδερα, χωρίς τζάμια, μέρα. Ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι, φαίνεται δεν έχω μετακινηθεί καθόλου. Τα σκεπάσματα ατσαλάκωτα. Πόσο καιρό έτσι; που; γιατί; Δεν είχα καθόλου δύναμη, δεν είχα καθόλου μνήμη, όλα ήσυχα, μια κούραση εξουθενωτική. Αδυναμία προσδιορισμού χρόνου. Ύστερα τίποτα.

Ένα βάρος τεράστιο σαν χάλκινη καμπάνα με τράβαγε από κάτω για πολλή ώρα. Με συνεφέρνει βίαια, σπαρταράω, εξακολουθεί το τράβηγμα. Προσδιορισμός. Ένας χοντρός έχει σηκώσει τα σκεπάσματα και με τραβάει από τα γεννητικά όργανα, τα στρίβει, δεν είναι ένας, είναι πολλοί, όχι ένας, ο χοντρός τραβάει. Οι άλλοι γύρω του. Φοράνε άσπρες μπλούζες. Ο χοντρός λέει «Μίλα βρε, μίλα». «Φώναξε». Αδυνατώ να φωνάξω, μόνο τιναζόμουνα. Μια πέτρα είχε σφηνωθεί στο λαρύγγι μου. Ίδρωσα πολύ, γιατί όλα αυτά; Έχουνε τα κεφάλια τους σκυμένα από πάνω μου, σαν να κοιτάνε σ’ ένα πηγάδι. Λιγάκι τους ξεχωρίζω. Ένας φοράει γυαλιά, ένας άλλος φαίνεται πολύ νέος, ένας έχει σηκωμένα τα μανίκια του. Δεν τελειώνουνε. Μιλάνε σιγά και μουντά. Χάνω την αίσθηση του χώρου.

Μια νοσοκόμα μ’ ένα τεράστιο κολλαρισμένο μαντήλι, δυό φαντάροι και ένας νοσοκόμος με φορτώνουν σ’ ένα φορείο, ένας μακρύς διάδρομος, κάτι σαν αίθουσα αναμονής, μερικοί φαντάροι, άλλοι κυκλοφορούν με ομοιόχρωμες θαλασσιές πιτζάμες. Φτάνουμε σ’ ένα ιατρείο, λιγάκι καλύτερο από ό,τι είναι το γραφείο ενός λοχαγού. Ήσυχα με τοποθετούνε σ’ ένα πέτσινο καναπέ ιατρείου, με δένουνε με κάτι λουριά που είχανε αγκράφες. Ένας νοσοκόμος τοποθετεί ένα λαστιχένιο μαξιλάρι, γεμάτο νερό πίσω από το σβέρκο, από πάνω μια πετσέτα. Δίπλα ακριβώς από το κεφάλι μου σ’ ένα τραπεζάκι είναι τοποθετημένο ένα μαύρο μηχάνημα με πολλά ρολόγια, περίπου σαν μεγάλο μαγνητόφωνο. Έχουνε μαζευτεί πάλι γύρω μου. Φοράνε όλοι άσπρες μπλούζες. Κάποιος εξετάζει την καρδιά μου και λέει «εντάξει». Ένας άλλος ρυθμίζει κάτι κουμπιά πάνω στο μηχάνημα, κρατάει στο χέρι του ένα πράγμα σαν βελόνα πλεξίματος που έχει λαβή κατσαβιδιού, λέγεται ηλεκτρόδιο. Το ακούμπησε πίσω από το αφτί. Ηλεκτρικό ρεύμα.

Το ρεύμα διέρχεται τον ανθρώπινο οργανισμό σε συνεχή κύματα. Νομίζεις πώς τα κόκαλά σου, η σάρκα σου, τα νεύρα σου, είναι λαστιχένια και κυματίζουν όπως ένα χαλί που το τινάζεις από το μπαλκόνι. Το στόμα σου, η γλώσσα σου, γίνεται σαν χαλκός και είναι λιγάκι αρμυρό, το στομάχι σου, τα άντερά σου και τα γεννητικά όργανα γίνονται μια ενότητα συμπαγής σιδερένια, που σε τσιμπάει σαν νάχει καρφίτσες. Με άλλα λόγια είναι μια ανάποδη φάλαγγα. Αυτό γίνεται πότε από το ένα αφτί και πότε από το άλλο. Κάθε τόσο ο ένας κοίταζε την καρδιά. Νομίζω πώς άμα δούνε πως η καρδιά είναι γερή, δυναμώνουν την ένταση. Η διαφορά με την φάλαγγα είναι πως εκεί, όσο περνάει η ώρα αρχίζεις να νιώθεις πως κάποτε θα τελειώσει, θα λιποθυμήσεις. Εδώ όσο περισσότερες εκκενώσεις δέχεσαι, τόσο αυξάνει η ζωτικότητά σου και γίνεται πιο αφόρητο. Τα μάτια σου τρέχουνε, η μύτη σου τρέχει και τα νιώθεις μολυβένια. Το στόμα σου γεμίζει σάλια. Πετάγεσαι πολύ δυνατά. Κάθε φορά ακούς τα λουριά να τρίζουν. Μόλις σταμάτησαν χάθηκα.

Δεν ξέρω αν ήταν την ίδια μέρα το απόγιομα ή την άλλη μέρα το πρωΐ, που έγινε το ίδιο πράγμα. Ο χοντρός με την άσπρη μπλούζα μ’ έστριβε από κάτω, αδύνατο να φωνάξω, εκείνη η πέτρα στο λαιμό μου, την ένιωθα με γωνιές. Ο χοντρός φώναζε «αυτά που ξέρεις να τα’ αφήσεις, εδώ δεν μπορείς να μας κοροϊδέψεις, εδώ θα μιλήσεις». Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, εκείνη τη στιγμή μόνο υπέφερα, αισθανόμουνα τον πόνο να συνεχίζεται και πέρα από τα τραβήγματα. Δεν καταλάβαινα τι γινότανε. Οι κύριοι με τις άσπρες μπλούζες κοίταζαν ανέκφραστα.

Στο ιατρείο, που μοιάζει με γραφείο λοχαγού, ο πέτσινος πάγκος, τα λουριά, όλοι αυτοί με τις άσπρες μπλούζες, το μηχάνημα και αρχίζουν πάλι. Δεν καταλάβαινα γιατί όλο αυτό το κακό. Έψαχνα να βρω μια λύση. Ήταν αδύνατο. Σκέφτηκα πως ίσως κάνουν πειράματα. Αυτό το μαρτύριο χωρίς λόγο και αυτή η επιστημονική τους τάξη, τα καθαρά χέρια, τα νύχια κομμένα σύριζα, το απόλυτο άσπρο της μπλούζας. Το στόμα μου γέμιζε μολυβένιους αφρούς και τα μάτια μου καίγανε σαν νάχανε μέσα χαλίκια. Ένας ανελκυστήρας με σήκωνε ψηλά. Ένας αετός είχε γραπώσει μια χελώνα και τη σήκωνε. Συνεχείς δονήσεις. Έχω στο στόμα μου ένα αγκίστρι. Μια καθετή με τραβάει έξω προς τη στεριά, τα τινάγματα γίνονται πιο κοφτά, τα λουριά με κόβουν.(…).

[Επιμέλεια κειμένου Ε.Α.]