του Νίκου Λέκκα

Και έρχεται κάποια στιγμή που οφείλουμε στη ζωή την ίδια, να κάνουμε πράξη κάποια παλιά διαβάσματά μας, που τότε νομίζαμε ότι μπορούσαμε να ήμασταν κάτοχοι της ουσίας τους, όπως το ποίημα «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού, όπως τη φράση της Μαρίας Μήτσορα, στο αμιγώς τοξικό βιβλίο της, «Ο ήλιος δύω» που λέει το θρυλικό, «παρελθόν εκδίκησης και μίζερης τρέλας», κάτι που το είδαμε χιλιάδες φορές.

Και τι άλλο μας μένει για να την βγάλουμε λίγο ακόμα, εκτός από χάπια (για να αντιμετωπίζουμε αξιοπρεπώς τον οχετό της εποχής και της προσβολής στο άτομό μας) εκτός από μια ανάκληση εντός μας, αυτών των γεγονότων που κάποτε μας γλίστρησαν από το χέρι, όπως έρωτες, διασκεδάσεις, ψυχαγωγίες, φοιτητικά χρόνια, η νεότητα εξ ολοκλήρου, προκειμένου να συγχωρούμε κακουργηματικές στάσεις/θέσεις που κάποιοι οικείοι μας τα γκρέμισαν με πράξεις χυδαίες. Και φυσικά την καταγωγή της οικογένειας και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ούτε ακουστά δεν την είχαν. Αν έπρεπε ή όχι είναι άλλο κεφάλαιο. Και η σ. Κατερίνα Μάτσα, που πάντα η σκέψη της είναι μπροστά, μου είπε «… ως πότε; Μπροστά στην αξιοπρέπειά σου και στη ζωή σου την ίδια. Με την οποιαδήποτε παρέκκλιση, με τα όποια παρελκόμενα».

Και τι μας μένει έκτος από το λόγο (με τις όποιες εκφράσεις και διακυμάνσεις του), τον καφέ και τα τσιγάρα; Που και μ’ αυτά δεν πάει κάτω ο καημός, απλά λειτουργούν ως τσιρότα σ’ ένα τραύμα που κατηγοριοποιείται στην έννοια του μπούλιγκ, και τα χαπάκια, που τα παίρνουμε ως σφουγγάρια της ψυχής, αλλά η κηλίδα εξαπλώθηκε και εξακολουθεί να εξαπλώνεται ραγδαία και κατ’ ευθείαν. Το μόνο που μας έσωσε ήταν η θέρμη για μια καθώς πρέπει ζωή με διαφορετική οριοθέτηση ενάντια σ’ αυτήν του κόσμου για το «καθώς πρέπει».

Και από την κοινωνική απόσυρση που προέρχεται από τον κοινωνικό αποκλεισμό, με ένα ραδιόφωνο που δεν κάνει μία, με ιντερνετικές εφαρμογές για το τραγούδι, βιβλία και κάποια δημοσιεύματα για το νέο γίγνεσθαι της τέχνης σε κάνουν να αναρωτιέσαι. Πώς αυτά τα τόσο εκκεντρικά άτομα του σήμερα, βγήκαν τόσο ηθικά, που μπορούν να αμφισβητούν άρτια δομημένες αξίες και έναν ολόκληρο χώρο της τέχνης του αθηναϊκού αντεργκράουντ έτσι μέσα σε μια στιγμή χωρίς ενοχές και ντροπές, και πάντα για το νέο ρεύμα χρειάζεται η πλήρης γνώση και η κατανόηση για τα παλιότερα, έτσι μόνο δομείται η αμφισβήτηση. Αλλιώς είσαι κωλόπαιδο και παρλαπίπας.

Αν, σύντροφοι, ακούσετε τους ράπερ, που από την αρχαία ραψωδία πήραν το όνομά τους, θα απορήσετε πώς αυτά τα παιδιά βγήκαν τόσο ηθικά, και τόσο αναίμακτα ανέβηκαν στο θρόνο του ενάρετου ανθρώπου, κάτι που οι παλιοί σπάνια το βρήκαν και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να κουβαλάνε φέρετρα. Αλλά παίζει και η κούραση των παλιών. Καθώς και η πίκρα. Που σε κάνει αναχωρητή. Και αυτή η αναχώρηση από τα πράγματα μπορεί να βοηθήσει να αγγίζεις την ευτυχία και την ηρεμία. Μόνος μακριά να ψάχνεις. Την κοιτίδα των παιδικών σου χρόνων, της ψυχής σου, απομονωμένος, χωρίς συμπαράσταση και χωρίς φράγκο στην τσέπη. Ίσα για να βρεις τις απαντήσεις σου που δεν χρειάζεται να τις ομολογήσεις σε κανέναν. Που μεταξύ μας σύντροφοι, σιγά μην τις καταλάβουν. Ίσως, μια τεκμηριωμένη (στον εαυτό σου πάντα) απάντηση λειτουργήσει ως κόλλα για κομμάτια της ζωής, και αν η ζωή σε αναγκάσει να τα ενταφιάσεις οριστικά, να μην τα ενταφιάσεις σε θρύψαλα. Αρκεί μια ζωή κομματιασμένη. Τις αναμνήσεις και το διάβα της ζωής μας στα παλιά τα χρόνια το θέλουμε ακέραιο. Και όσο προσπαθήσανε να μας τα αρρωστήσουν, αυτά έχουν αγιάσει πια, εμάς αρρώστησαν και εμάς μας έριξαν στον καιάδα.

Κορωπί 29/06/21

“Ανακεκλιμένη φιγούρα”, 1951, γλυπτό του Henry Moore.
Βρίσκεται στο μουσείο Fitzwilliam του Cambridge της Αγγλίας.